Η επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης σε υποθέσεις που αφορούν πολιτικά πρόσωπα επανέρχεται δυναμικά στην πολιτική ατζέντα, μετά την παρέμβαση του πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, από το βήμα της Βουλής και την προαναγγελία σχετικής νομοθετικής ρύθμισης, με αφορμή την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ και την ερευνώμενη εμπλοκή κοινοβουλευτικών στελεχών της Νέας Δημοκρατίας, για την οποία ζήτησε την ταχεία διεκπεραίωσή της από τις εισαγγελικές Αρχές.


Παρέμβαση Μητσοτάκη με φόντο τον ΟΠΕΚΕΠΕ: Έρχεται νομοθετική πρωτοβουλία από το υπουργείο Δικαιοσύνης

Συγκεκριμένα, ο πρωθυπουργός προανήγγειλε νομοθετική πρωτοβουλία από το υπουργείο Δικαιοσύνης, με στόχο την ταχύτερη εκδίκαση τέτοιων υποθέσεων, επαναφέροντας ουσιαστικά τη λογική διατάξεων που είχαν θεσπιστεί με τον Νόμο 4022/2011. Εκείνη η νομοθετική διάταξη αφορούσε την εκδίκαση υποθέσεων διαφθοράς πολιτικών προσώπων και μεγάλων οικονομικών εγκλημάτων με ταχύτερες διαδικασίες. Βάσει αυτών των διατάξεων και διαδικασιών είχε, για παράδειγμα, εκδικαστεί η υπόθεση του Ακη Τσοχατζόπουλου και των συγκατηγορουμένων του. Οπως ανέφερε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, η κυβέρνηση προτίθεται να διασφαλίσει ότι «οι διαδικασίες που αφορούν πολιτικά πρόσωπα θα επιταχύνονται και οι υποθέσεις θα εκκαθαρίζονται το συντομότερο δυνατόν», κάνοντας λόγο για διάταξη που υπήρχε στο παρελθόν, αλλά καταργήθηκε στο πλαίσιο της αναθεώρησης του Ποινικού Κώδικα το 2019.


Ευθύνες στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ

Στην ίδια τοποθέτηση, απέδωσε την ευθύνη για την κατάργηση αυτή στην τότε κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, συνδέοντάς τη με τη συνολική μεταρρύθμιση του ποινικού πλαισίου λίγο πριν από τις εθνικές εκλογές. Ο Νόμος 4022/2011 είχε εισαγάγει ειδικές διαδικασίες για υποθέσεις διαφθοράς υψηλού επιπέδου, δίνοντας προτεραιότητα σε αυτές και περιορίζοντας σημαντικά τους χρόνους εκδίκασης. Η φιλοσοφία του βασιζόταν στην ανάγκη ταχείας απονομής δικαιοσύνης σε υποθέσεις με έντονο δημόσιο ενδιαφέρον, ιδίως όταν εμπλέκονταν πολιτικά πρόσωπα ή ανώτερα κρατικά στελέχη. Μετά το 2019, ωστόσο, το ειδικό αυτό καθεστώς δεν διατηρήθηκε ως διακριτός μηχανισμός, καθώς η αναμόρφωση του Ποινικού Κώδικα και της Ποινικής Δικονομίας εισήγαγε ένα πιο ενιαίο σύστημα διαδικασιών. Η επιλογή εκείνη είχε παρουσιαστεί ως βήμα εκσυγχρονισμού, όμως η σημερινή κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οδήγησε σε επιβράδυνση της εκδίκασης κρίσιμων υποθέσεων. Η εξαγγελία για επαναφορά αντίστοιχων ρυθμίσεων αναμένεται να προκαλέσει πολιτική αντιπαράθεση, με την κυβέρνηση να δίνει έμφαση στην ανάγκη αποτελεσματικότητας και ταχύτητας και την αντιπολίτευση να αναμένεται να αναδείξει ζητήματα που σχετίζονται με τις εγγυήσεις της δίκαιης δίκης και τη θεσμική ισορροπία.


Το περιεχόμενο της επικείμενης νομοθετικής πρωτοβουλίας

Σε κάθε περίπτωση, το περιεχόμενο της επικείμενης νομοθετικής πρωτοβουλίας θα καθορίσει εάν πρόκειται για πλήρη επαναφορά του πλαισίου του 2011 ή για μια νέα, προσαρμοσμένη εκδοχή του, ενταγμένη στο σύγχρονο ποινικό σύστημα. Ο σχετικός νόμος, που είχε καταργηθεί το 2019, όριζε ότι οι υποθέσεις πολιτικών για ποινικά αδικήματα εξετάζονται κατά απόλυτη προτεραιότητα και μέσα σε δύο μήνες από τη διαβίβαση στον εισαγγελέα των στοιχείων οφείλει η υπόθεση να έχει κριθεί, είτε για αρχείο είτε για παραπομπή. Παράλληλα, η ανάκριση, αν πρόκειται για κακουργήματα, δεν μπορεί να κρατήσει πάνω από τέσσερις μήνες, ενώ σε περίπτωση δίκης και καταδίκης η έφεση οφείλει να προσδιοριστεί προς εκδίκαση μέσα σε δύο μήνες από την ημέρα που εκδόθηκε η πρωτόδικη απόφαση.

Δημοσιεύθηκε στα Παραπολιτικά