Δημοσκόπηση GPΟ για τα "Παραπολιτικά": Έντονη κριτική στην κυβέρνηση από τη βάση των ψηφοφόρων της ΝΔ - Προβληματισμός για ΟΠΕΚΕΠΕ και φαινόμενα διαφθοράς, πώς μπορεί να το "γυρίσει" ο Μητσοτάκης
Τι δείχνουν τα στοιχεία
Πώς εκφράζεται η κυβερνητική φθορά στους ψηφοφόρους της ΝΔ, γιατί το 1/5 παραμένει στην αδιευκρίνιστη ζώνη και ποια είναι τα ατού του Κυριάκου Μητσοτάκη - Σε ποιες ομάδες θα στοχεύσει, προκειμένου να ανακάμψει στον δρόμο για τις κάλπες
Η κυβέρνηση δυσκολεύεται σε αυτήν τη φάση να θέσει την αναπτυξιακή και μεταρρυθμιστική ατζέντα που η ίδια επιθυμεί στον δημόσιο διάλογο, ο οποίος κυριαρχείται από τη συζήτηση για τη διαφθορά, το κράτος Δικαίου και την αξιοπιστία της δικαστικής εξουσίας. Η δομική αντιπολιτευτική κριτική που δέχεται η κυβέρνηση δεν συσπειρώνει το εσωτερικό της, όπως συνέβαινε στο παρελθόν σε αντίστοιχες περιπτώσεις έντασης και πίεσης. Τουναντίον, φαίνεται να έχει απελευθερώσει εσωκομματικές φωνές, που αμφισβητούν τον πυρήνα λειτουργίας της κυβέρνησης, το επιτελικό κράτος και τα πρόσωπα που το συγκροτούν.
Αποδοκιμασία και δυσαρέσκεια στο 1/5 των ψηφοφόρων της ΝΔ
Οι βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας αισθάνθηκαν απροστάτευτοι όλο το προηγούμενο διάστημα και, ως οι φυσικοί υποδοχείς της δυσαρέσκειας που προέρχεται από την εκλογική βάση, δεν διστάζουν πλέον να ασκούν έντονη και δημόσια κριτική για τα κυβερνητικά πεπραγμένα. Η κριτική αυτή δεν έχει μόνο ιδιοτελή κίνητρα, αλλά εδράζεται σε μια εκτεταμένη απογοήτευση, που αναπτύσσεται μεταξύ των ψηφοφόρων της Ν.Δ. εδώ και αρκετό διάστημα και εκφράζεται πλέον με τη μορφή αποδοκιμασίας μέσω δημοσκοπήσεων για τα θέματα της επικαιρότητας.
Συγκεκριμένα, στην τελευταία δημοσκόπηση της GPO για τα «ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ», το 39,8% των ψηφοφόρων δηλώνει πολύ και μάλλον δυσαρεστημένο από τους κυβερνητικούς χειρισμούς στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ. Εξαιτίας αυτών των χειρισμών, για το 46,6% των ίδιων ψηφοφόρων έχει μειωθεί από πολύ έως λίγο η εμπιστοσύνη τους απέναντι στην κυβέρνηση. Την επιπλέον θεσμική κρίση έρχονται να επιβεβαιώσουν το 37,1% των Νεοδημοκρατών ψηφοφόρων, που πιστεύουν ότι με την παρούσα κυβέρνηση οι θεσμοί του κράτους Δικαίου έχουν αποδυναμωθεί, και το 26,9%, που θεωρούν ότι τα φαινόμενα διαφθοράς έχουν αυξηθεί.
Τα παραπάνω δεδομένα έχουν ως αποτέλεσμα το 26,5% των ψηφοφόρων της Ν.Δ. στις τελευταίες ευρωεκλογές να κρίνει αρνητικά το συνολικό έργο της κυβέρνησης. Η αδυναμία της αντιπολίτευσης να κεφαλαιοποιήσει την κυβερνητική φθορά κρατά για την κυβέρνηση ζωντανό το ενδεχόμενο «επαναπατρισμού» όσων δηλώνουν σήμερα απογοητευμένοι, δεν μπορεί, ωστόσο, να κρύψει κάτω από το χαλί τη δυσαρέσκεια που υπάρχει στο περίπου 1/5 της νεοδημοκρατικής βάσης, η οποία δεν έχει μεν αποφασίσει να μετακινηθεί προς κάποιον άλλον πολιτικό φορέα, παραμένει όμως για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα στην αδιευκρίνιστη ζώνη.
Η μεγαλύτερη δυσκολία για την κυβέρνηση έγκειται στο γεγονός ότι τα αρνητικά θέματα μένουν πολύ περισσότερο στην επικαιρότητα, επισκιάζοντας τις όποιες θετικές και προωθητικές πρωτοβουλίες, που δεν μπορούν να αλλάξουν την ατζέντα.
Η κυβέρνηση βρίσκεται πλέον στο σημείο όπου η κοινωνική πλειοψηφία δεν την ακούει, είναι αρνητικά προκατειλημμένη και η οποιαδήποτε μεταρρυθμιστική προσπάθεια δεν εκλαμβάνεται θετικά, αλλά ως απόπειρα αποπροσανατολισμού και χειραγώγησης.
Ο Μητσοτάκης έχει ακόμη τη δυνατότητα με τα δυναμικά μεσοστρώματα της κοινωνίας
Είναι αναμενόμενο ότι το επόμενο διάστημα, στον δρόμο προς τις εκλογές, η Νέα Δημοκρατία θα απευθυνθεί σε συγκεκριμένες δημογραφικές και κοινωνικές ομάδες του πληθυσμού, οι οποίες την είχαν στηρίξει στο παρελθόν και τώρα βρίσκονται σε απόσταση, εξειδικεύοντας τις πολιτικές της και στοχεύοντας σε ακροατήρια που ταλαντεύονται για την επόμενη κομματική τους επιλογή.
Οι ελεύθεροι επαγγελματίες, οι μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα και η ηλικιακή ομάδα 25-45 ετών μπορούν να αποτελέσουν εκλογικούς στόχους, ενώ πιο δύσκολη φαίνεται η προσέγγιση με τον αγροτικό κόσμο και τους πληθυσμούς των ημιαστικών και αγροτικών περιοχών, μετά το ρήγμα που προκάλεσαν οι κινητοποιήσεις στο τέλος της προηγούμενης χρονιάς.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει ακόμη τη δυνατότητα να συνομιλεί με τα δυναμικά μεσοστρώματα της κοινωνίας και να θεωρείται ο πολιτικός τους εκπρόσωπος.
Η αδυναμία εντοπίζεται στη σχέση με τα ασθενέστερα οικονομικά τμήματα, τα οποία βλέπουν το ρήγμα που προκαλούν οι ανισότητες να βαθαίνει και την αβεβαιότητα να κυριαρχεί στις ζωές τους.