Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ, η οποία θα πραγµατοποιηθεί στην Άγκυρα, αναµένεται να αποτελέσει ένα ακόµα κρίσιµο ορόσηµο στην προσπάθεια της Συµµαχίας να προσαρµοστεί στις µεταβαλλόµενες γεωπολιτικές συνθήκες. Με τον πόλεµο στην Ουκρανία και µε τη Μέση Ανατολή να παραµένουν πηγές διαρκούς αστάθειας και µε τις διατλαντικές σχέσεις να εισέρχονται σε µια νέα φάση, ο επαναπροσδιορισµός των προτεραιοτήτων των κρατών-µελών µοιάζει µονόδροµος.

Για την Τουρκία, η Σύνοδος διαθέτει ιδιαίτερο συµβολισµό, καθώς θα είναι µόλις η δεύτερη φορά στην Ιστορία που φιλοξενεί τη σηµαντικότερη πολιτική συνάντηση της Βορειοατλαντικής Συµµαχίας, έπειτα από εκείνη της Κωνσταντινούπολης το 2004.

Στους διπλωµατικούς κύκλους της Αθήνας επικρατεί η εκτίµηση ότι η Αγκυρα θα επιχειρήσει να αξιοποιήσει στο έπακρο τον ρόλο της ως χώρας-οικοδέσποινας, επιδιώκοντας να ενισχύσει το διεθνές της αποτύπωµα. Η τουρκική ηγεσία εµφανίζεται αποφασισµένη να παρουσιάσει τη χώρα ως αναντικατάστατο πυλώνα της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ, ως δίαυλο επικοινωνίας µε τη Μέση Ανατολή και ως παράγοντα που διαθέτει πλέον σηµαντική αµυντική βιοµηχανική υποδοµή. Στο ελληνικό διπλωµατικό επιτελείο δεν περνά απαρατήρητο το ευνοϊκό κλίµα που διαµορφώνεται διεθνώς προς την Αγκυρα, ωστόσο άπαντες και άπασες γνωρίζουν ότι οφείλεται ακριβώς στο γεγονός ότι η γείτονα είναι η οικοδέσποινα χώρα.

Αποκατάσταση των σχέσεων

Η εικόνα αυτή συνδέεται και µε την ευρύτερη προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων µεταξύ Αγκυρας και Ουάσινγκτον. Ενδεικτικές υπήρξαν οι πρόσφατες δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας, Χακάν Φιντάν, ο οποίος υποστήριξε ότι οι κυρώσεις CAATSA που επιβλήθηκαν στην Τουρκία µετά την αγορά των ρωσικών πυραυλικών συστηµάτων S-400 βρίσκονται πλέον σε διαδικασία άρσης. Μιλώντας στο CNN Türk, ο επικεφαλής της τουρκικής διπλωµατίας έκανε λόγο για κοινή πολιτική βούληση των δύο κυβερνήσεων να αποκαταστήσουν πλήρως τις διµερείς σχέσεις, υποστηρίζοντας ότι οι τεχνικές διαδικασίες βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη. Συνέδεσε, µάλιστα, την εξέλιξη αυτή µε το ενδεχόµενο επανέναρξης των πωλήσεων µαχητικών αεροσκαφών F-35 προς την Τουρκία, επισηµαίνοντας ότι πρόκειται για διοικητική απόφαση που θα µπορούσε να ακολουθήσει την άρση των κυρώσεων, διαχωρίζοντας το ζήτηµα αυτό από το πιο σύνθετο θέµα της ενδεχόµενης επιστροφής της Αγκυρας στο πρόγραµµα ως βιοµηχανικού εταίρου. Κορυφαίοι αναλυτές, πάντως, εκτιµούν ότι αυτές οι δηλώσεις απλώς εξυπηρετούν στη δηµιουργία καλού κλίµατος ενόψει της Συνόδου. Ως εκεί. Ο ίδιος ο Χ. Φιντάν απέδωσε ιδιαίτερη σηµασία και στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ, υποστηρίζοντας ότι η απόφαση του Αµερικανού προέδρου να µεταβεί στην Αγκυρα ελήφθη κατόπιν προσωπικής επικοινωνίας του πλανητάρχη µε τον Ταγίπ Ερντογάν.

Προσδοκίες και ατζέντα

Η Αθήνα, πάντως, εκτιµά ότι η φετινή Σύνοδος δύσκολα θα αποκτήσει τον έντονα πολιτικό χαρακτήρα της περσινής συνάντησης, όταν το ενδιαφέρον είχε µονοπωλήσει η πίεση που ασκούσε ο Ντ.Τραµπ προς τους Ευρωπαίους συµµάχους για δραστική αύξηση των αµυντικών δαπανών. Αντιθέτως, το βάρος αναµένεται να µετατοπιστεί στην αξιολόγηση της προόδου που έχει επιτύχει κάθε χώρα ως προς την υλοποίηση της δέσµευσης για σηµαντική αύξηση των αµυντικών δαπανών (τον λεγόµενο «στόχο του 5%»), µε γνώµονα τόσο τις δηµοσιονοµικές δυνατότητες όσο και τις επιχειρησιακές ανάγκες του εκάστοτε συµµάχου. Σύµφωνα µε ασφαλείς πληροφορίες της υπογράφουσας, η Ελλάδα -βάσει της τρέχουσας εκτίµησης του 2026- δαπανά στις core αµυντικές δαπάνες το 3,66% του ΑΕΠ της και ακόµα 1,5% στις συµπληρωµατικές.

Ο Αµερικανός πρόεδρος εξακολουθεί να διατηρεί υψηλά στην ατζέντα το ζήτηµα της οικονοµικής συµµετοχής των συµµάχων. Σε πρόσφατη ανάρτησή του υποστήριξε ότι οι Ηνωµένες Πολιτείες εξακολουθούν να επωµίζονται δυσανάλογο βάρος για την άµυνα της Συµµαχίας, παραθέτοντας στοιχεία σύµφωνα µε τα οποία οι αµερικανικές αµυντικές δαπάνες φτάνουν τα 999 δισεκατοµµύρια δολάρια, υπερβαίνοντας κατά πολύ εκείνες των υπόλοιπων κρατών-µελών. Η παρέµβασή του επανέφερε στο προσκήνιο τη διαχρονική αµερικανική απαίτηση για δικαιότερη κατανοµή του βάρους στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ.

Ευρωπαϊκή Άμυνα

Παράλληλα, εξέχουσα θέση στην ατζέντα της Συνόδου αναµένεται να καταλάβει η συζήτηση για την ενίσχυση του ευρωπαϊκού πυλώνα της Συµµαχίας. Η ελληνική πλευρά συγκαταλέγεται µεταξύ των χωρών που υποστηρίζουν ότι η Ευρώπη οφείλει να ενισχύσει τις αµυντικές της δυνατότητες και να αποκτήσει µεγαλύτερη επιχειρησιακή αυτονοµία, χωρίς όµως η προσπάθεια αυτή να οδηγήσει σε υποκατάσταση της αµερικανικής παρουσίας ή σε αποδυνάµωση του διατλαντικού δεσµού. Η Αθήνα διατείνεται ότι µια ισχυρότερη ευρωπαϊκή άµυνα µπορεί να λειτουργήσει συµπληρωµατικά προς το ΝΑΤΟ και όχι ανταγωνιστικά προς αυτό.

Σηµαντικό κεφάλαιο των συζητήσεων θα αποτελέσει και η λεγόµενη defence industrial base, δηλαδή η συνολική αµυντική βιοµηχανική βάση της Συµµαχίας. Το ζήτηµα υπερβαίνει την απλή αύξηση των στρατιωτικών προϋπολογισµών και αφορά τη δυνατότητα των κρατών-µελών να παράγουν µε ταχύτητα, επάρκεια και συνέχεια τον απαραίτητο στρατιωτικό εξοπλισµό. Η εµπειρία των τελευταίων ετών κατέδειξε ότι η αυξηµένη ζήτηση σε πυροµαχικά, αντιαεροπορικά συστήµατα και οπλικά µέσα δεν µπορεί να καλυφθεί αποκλειστικά µέσω µεγαλύτερων δαπανών, εάν δεν συνοδεύεται από ανάλογη ενίσχυση της παραγωγικής ικανότητας των αµυντικών βιοµηχανιών, καλύτερο συντονισµό της εφοδιαστικής αλυσίδας και στενότερη συνεργασία µεταξύ κρατών και ιδιωτικών εταιρειών. Ιδιαίτερη αναφορά αναµένεται να γίνει και στις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, καθώς στη Σύνοδο έχουν προσκληθεί οι υπουργοί Εξωτερικών των χωρών του Κόλπου, χωρίς ωστόσο να προβλέπεται συµµετοχή των αρχηγών κρατών ή κυβερνήσεων. Στόχος είναι η ανταλλαγή απόψεων για την ασφάλεια της περιοχής, η αξιολόγηση των συνεπειών των συγκρούσεων και η διερεύνηση δυνατοτήτων στενότερης συνεργασίας µεταξύ της Συµµαχίας και των αραβικών κρατών. Στην ελληνική αποστολή, πέραν του πρωθυπουργού, θα συµµετάσχουν ο υπουργός Εθνικής Αµυνας, Νίκος ∆ένδιας, ο υπουργός Εξωτερικών, Γιώργος Γεραπετρίτης, και η υφυπουργός Εξωτερικών, Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου. ∆ιµερής συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη µε τον Ταγίπ Ερντογάν δεν έχει «κλειδώσει», ωστόσο ουδείς αποκλείει το ενδεχόµενο οι δύο ηγέτες -ή και οι υπουργοί- να έχουν ένα τετ-α-τετ στο περιθώριο της Συνόδου.

Δημοσιεύτηκε στα Παραπολιτικά