Την ώρα που η Τουρκία αναζητεί διέξοδο στην απομάκρυνση των S-400 από το έδαφός της, η Αθήνα βάζει εμπόδια στην ένταξη της γείτονος σε ευρωπαϊκά προγράμματα, όπως το ReArm Europe και Safe, θέτοντας ως όρο την απόσυρση της απειλής πολέμου προς την Ελλάδα, που διατηρεί από τις 8 Ιουνίου 1995 η Τουρκική Εθνοσυνέλευση. Ο υπουργός Εξωτερικών, Γιώργος Γεραπετρίτης, έστειλε εκ νέου χθες προς την Τουρκία το μήνυμα ότι όσο διατηρεί το casus belli δεν μπορεί να συμμετάσχει στη διεθνή και ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας. Παράλληλα χαρακτήρισε «εικασίες» την επαναφορά της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35.

«Σε ό,τι αφορά τα πραγματικά δεδομένα, κανείς δεν μπορεί να πει ότι έχει υπάρξει οποιαδήποτε δέσμευση ή υπόσχεση. Συνεπώς, όλα τα υπόλοιπα είναι εικασίες» δήλωσε χαρακτηριστικά. Σύμφωνα με τον καθηγητή Διεθνούς Δικαίου Πέτρο Λιάκουρα, που μίλησε στο parapolitika.gr ακόμη και στο ενδεχόμενο να πάρει η Τουρκία τα έξι F-35 δεν πρόκειται να αλλάξει άμεσα ο συσχετισμός δυνάμεων στο Αιγαίο, καθώς απαιτείται ένα μεγάλο σμήνος από F-35 για να λειτουργήσουν αποτελεσματικά στην εξοπλιστική ισχύ της Τουρκίας. Επιπλέον, όπως επισημαίνει, εκκρεμεί ακόμη το ζήτημα της απομάκρυνσης των ρωσικών πυραύλων S-400 από το έδαφός της.

Συνεδριάζει το υπουργικό συμβούλιο στην Τουρκία για τα F-35 και τους S-400 - Τα σενάρια και τα "αγκάθια"

Σήμερα, ωστόσο, στην Άγκυρα συνεδριάζει το υπουργικό συμβούλιο υπό τον Ταγίπ Ερντογάν με αντικείμενο τη διαδικασία προμήθειας των F-35 από τις ΗΠΑ και το μέλλον του συστήματος αεράμυνας των S-400. Η φιλοκυβερνητική εφημερίδα «Μιλιέτ», μάλιστα, προαναγγέλλει ότι στο σημερινό υπουργικό συμβούλιο θα συζητηθούν οι διαδικασίες που θα ακολουθηθούν μετά τα αποτελέσματα της συνάντησης Ερντογάν – Τραμπ και η υπόσχεση που έδωσε ο πρόεδρος των ΗΠΑ ότι «οι κυρώσεις κατά της Τουρκίας θα αρθούν». Αυτό ερμηνεύεται από πολλούς αναλυτές ότι ενδεχομένως μέσα στη μέρα να γίνει γνωστό εάν η Τουρκία έχει εξασφαλίσει την απομάκρυνση των S-400 από το έδαφός της.

Στο παρελθόν είχαν συζητηθεί τρία σενάρια. Το πρώτο προέβλεπε την επιστροφή των πυραυλικών συστημάτων στη Ρωσία, κάτι που απέρριψε η Μόσχα από την πρώτη στιγμή. Το δεύτερο προέβλεπε την ανάπτυξή τους στην κατεχόμενη Βόρεια Κύπρο, σενάριο που απορρίφθηκε, καθώς θεωρήθηκε ως έδαφος επιρροής της Τουρκίας που δεν θα επέφερε κανένα αποτέλεσμα στο αδιέξοδο. Το επικρατέστερο πλέον σενάριο, όπως ανέφεραν τις προηγούμενες μέρες τα δημοσιεύματα της εφημερίδας «Χουριέτ», είναι η μεταφορά των S-400 σε χώρα του Κόλπου, με επικρατέστερη επιλογή το Κατάρ, χωρίς να αποκλείονται και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Τα πρόσφατα πλήγματα που υπέστησαν οι χώρες του Κόλπου από το Ιράν τις οδήγησαν να επανεξετάσουν την αεράμυνά τους.

Όπως λέει ο κ. Λιάκουρας, το σημαντικότερο «αγκάθι» στο ενδεχόμενο να μεταφερθούν σε χώρα του Κόλπου είναι να εξασφαλίσει η Τουρκία τη σύμφωνη γνώμη της Ρωσίας, κάτι που μέχρι στιγμής δεν έχει γίνει γνωστό. Υπάρχουν πολλές διαβουλεύσεις ως προς αυτό. Δεύτερον, αφού εγκατασταθούν εκεί, θα πρέπει το Κογκρέσο να αποφασίσει εάν και κατά πόσο έχουν ικανοποιηθεί οι όροι που έχει θέσει προκειμένου να αρθούν οι κυρώσεις έναντι της Τουρκίας. Οπότε ακόμη απαιτούνται χρόνος και δουλειά. Και βέβαια, τώρα μπορεί ο Τραμπ να θεωρεί ότι έχει τον έλεγχο στο Κογκρέσο. Όμως, αρκετοί βουλευτές έχουν μεγάλη αντίρρηση στο θέμα των F-35 και είναι και αρκετοί Ρεπουμπλικανοί. Αν μετά τις ενδιάμεσες εκλογές του Οκτωβρίου, αυξηθεί ή αλλάξει ο συσχετισμός μεταξύ των δύο πολιτικών κομμάτων στη σύνθεση των νομοθετικών οργάνων, τότε τα πράγματα θα είναι ακόμα πιο δύσκολα για την Τουρκία ως προς το θέμα αυτό. Ακόμα δεν ξέρουμε το αποτέλεσμα. Είναι σε μία μεγάλη εκκρεμότητα όλο το ζήτημα».

Η τελευταία γραμμή άμυνας της Ελλάδας ως προς την απόκτηση των F-35 από την Τουρκία είναι η υποβολή αιτήματος προς τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ να υπάρξει ρήτρα που να δεσμεύει την Τουρκία ότι δεν πρόκειται να στραφεί εναντίον της Ελλάδας, μιας χώρας συμμάχου. Πόσο όμως μία τέτοια δέσμευση θα μπορούσε να γίνει σεβαστή από την Τουρκία; Σύμφωνα με τον κ. Λιάκουρα, η Τουρκία στην περίπτωση αυτή θα υποχρεωθεί να τηρήσει τη ρήτρα δέσμευσης και γι’ αυτό πρόκειται, όπως υποστηρίζει, για μία πολύ καλή κίνηση της ελληνικής διπλωματίας.