Η Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα δεν υπήρξε απλώς η πρώτη σελίδα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Υπήρξε η στιγμή κατά την οποία η Ευρώπη αποφάσισε να αντικαταστήσει τη λογική της σύγκρουσης με τη λογική της ενότητας, της κοινής ευθύνης και της αλληλεγγύης. Σε μια ήπειρο που είχε γνωρίσει δύο παγκόσμιους πολέμους μέσα σε λίγες δεκαετίες, οι ηγέτες της εποχής κατανόησαν ότι η ειρήνη δεν θα μπορούσε να στηρίζεται μόνο σε διμερείς συμφωνίες και συνθήκες, αλλά στη δημιουργία κοινών ευρωπαϊκών-υπερεθνικών συμφερόντων που θα καθιστούσαν τον πόλεμο αδύνατο.

Αυτό ακριβώς ήταν η ΕΚΑΧ. Η πρώτη ουσιαστική μεταφορά εθνικών κυριαρχικών αρμοδιοτήτων σε ένα κοινό ευρωπαϊκό επίπεδο.

Δημιουργήθηκε έτσι ένας πρωτόγνωρος υπερεθνικός θεσμός, όπου τα κράτη συμφωνούσαν να ασκήσουν από κοινού κυριαρχικές αρμοδιότητες προς όφελος όλων.

Για πρώτη φορά στην ιστορία της Ευρωπαικής Ηπείρου, οι σχέσεις των κρατών δεν οικοδομούνταν πάνω στην ισορροπία δυνάμεων, αλλά πάνω στην αλληλεξάρτηση, τη συνεργασία και την κοινή ευθύνη. Ο κοινός έλεγχος του άνθρακα και του χάλυβα ήταν μια βαθιά πολιτική απόφαση, η οποία αποτέλεσε το πρώτο ισχυρό θεμέλιο της ειρήνης.

Αυτή η ιστορική συμφιλίωση άνοιξε τον δρόμο για τη δημιουργία μιας κοινότητας που σταδιακά θα διευρυνόταν και θα ενσωμάτωνε ολοένα περισσότερα κράτη και λαούς.

Παράλληλα, η οικονομική διάσταση της Συνθήκης υπήρξε εξίσου καθοριστική. Η δημιουργία κοινής αγοράς σε στρατηγικούς κλάδους ενίσχυσε τον ανταγωνισμό, αύξησε την παραγωγικότητα, διευκόλυνε τις επενδύσεις και συνέβαλε στην ταχεία ανοικοδόμηση της μεταπολεμικής Ευρώπης. Η οικονομική ανάπτυξη που ακολούθησε δημιούργησε νέες θέσεις εργασίας, βελτίωσε το βιοτικό επίπεδο εκατομμυρίων Ευρωπαίων και απέδειξε ότι η συνεργασία παράγει μεγαλύτερη ευημερία από τον απομονωτισμό.

Εβδομήντα πέντε χρόνια αργότερα, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει διανύσει μια εντυπωσιακή πορεία. Δημιούργησε τη μεγαλύτερη ενιαία αγορά στον κόσμο, καθιέρωσε την ελεύθερη κυκλοφορία ανθρώπων, αγαθών, υπηρεσιών και κεφαλαίων, υιοθέτησε κοινό νόμισμα για πολλά κράτη-μέλη και ανέπτυξε ένα πρωτοφανές επίπεδο οικονομικής και θεσμικής συνεργασίας. Ωστόσο, η πορεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης δεν υπήρξε ούτε γραμμική ούτε ολοκληρωμένη.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να είναι πρωτίστως μια ένωση κυρίαρχων, αυτόνομων κρατών, όπου η λήψη αποφάσεων γίνεται με ομοφωνία. Τα κράτη-μέλη παραμένουν οι κύριοι φορείς της δημοκρατικής νομιμοποίησης μέσω των εθνικών τους κοινοβουλίων και των κυβερνήσεών τους. Αυτό αποτελεί στοιχείο της ευρωπαϊκής ταυτότητας και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αδυναμία. Ταυτόχρονα, όμως, εξηγεί γιατί η Ένωση διαθέτει περιορισμένες αποκλειστικές αρμοδιότητες και γιατί η πρόοδος σε κρίσιμους τομείς εξακολουθεί να εξαρτάται από δύσκολους συμβιβασμούς.

Οι διαδοχικές κρίσεις των τελευταίων ετών ανέδειξαν με σαφήνεια αυτή την πραγματικότητα. Η οικονομική κρίση, η πανδημία, η ενεργειακή κρίση και, κυρίως, η επιστροφή του πολέμου στην ευρωπαϊκή ήπειρο μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία απέδειξαν ότι οι προσδοκίες των Ευρωπαίων πολιτών για περισσότερη κοινή δράση, ενιαία ευρωπαϊκή δράση, αυξάνονται ταχύτερα από τις θεσμικές δυνατότητες της ίδιας της Ένωσης.

Και το μεγαλύτερο ίσως κενό παραμένει η κοινή άμυνα. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί οικονομική υπερδύναμη, χωρίς να διαθέτει αντίστοιχη γεωπολιτική και αμυντική ισχύ. Παρά τις σημαντικές πρωτοβουλίες των τελευταίων ετών, όπως η ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας, τα κοινά χρηματοδοτικά εργαλεία και η αυξανόμενη συνεργασία των κρατών-μελών, η ευρωπαϊκή άμυνα εξακολουθεί να βασίζεται κυρίως στις εθνικές δυνατότητες και στο ΝΑΤΟ. Δεν υπάρχει ακόμη η αναγκαία πολιτική ενοποίηση που θα επέτρεπε στην Ευρώπη να ενεργεί με την ταχύτητα και την αποφασιστικότητα που απαιτεί το σημερινό διεθνές περιβάλλον, πάντοτε με στόχο την αποτροπή.

Η διαπίστωση αυτή δεν πρέπει να οδηγεί ούτε σε απογοήτευση ούτε σε εύκολες συνταγές. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση προχώρησε πάντοτε σταδιακά, μέσα από κρίσεις, συμβιβασμούς και μικρά αλλά σταθερά βήματα. Άλλωστε, η ίδια η ΕΚΑΧ δεν φιλοδοξούσε να δημιουργήσει από την πρώτη ημέρα μια ομοσπονδιακή Ευρώπη.

Σήμερα, η Ευρώπη καλείται να απαντήσει σε ένα νέο ιστορικό ερώτημα: μπορεί να διατηρήσει το οικονομικό, κοινωνικό και δημοκρατικό της μοντέλο χωρίς μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία και χωρίς ουσιαστικότερη συνεργασία στην άμυνα, στην ασφάλεια, στην τεχνολογία και στην ενέργεια;

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι η επιστροφή στον εθνικό απομονωτισμό.

Το μεγάλο ζητούμενο, επομένως, δεν είναι περισσότερη Ευρώπη για χάρη της ίδιας της Ευρώπης. Είναι περισσότερη αποτελεσματικότητα εκεί όπου κανένα κράτος, όσο ισχυρό κι αν είναι, δεν μπορεί πλέον να ανταποκριθεί μόνο του.

Αυτή ήταν η λογική της ΕΚΑΧ το 1951 και αυτή παραμένει η μεγαλύτερη πολιτική της παρακαταθήκη. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση δεν είναι αυτοσκοπός. Είναι το εργαλείο μέσα από το οποίο τα κυρίαρχα κράτη της Ευρώπης μπορούν να προστατεύσουν αποτελεσματικότερα την ειρήνη, την ασφάλεια, την ευημερία και τις δημοκρατικές αξίες των πολιτών τους σε έναν κόσμο που αλλάζει με πρωτόγνωρη ταχύτητα.

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο "Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα" με την εφημερίδα Παραπολιτικά, στις 18 Ιουλίου