Πέθανε στην ηλικία των 93 ο Γιάννης Βαρβιτσιώτης, ανήμερα των γενεθλίων του
Σημαντικός πολιτικός
Στην ηλικία των 93, ανήμερα των γενεθλίων του, πέθανε ο Γιάννης Βαρβιτσιώτης, ιστορικό στέλεχος και αντιπρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας
Έφυγε από τη ζωή την Κυριακή 2 Αυγούστου 2026 στην ηλικία των 93 ο Γιάννης Βερβιτσιώτης, που υπήρξε μια από τις σημαντικές πολιτικές μορφές της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας της χώρας και ένα ιστορικό στέλεχος της Νέας Δημοκρατίας. Διετέλεσε επί σειρά ετών βουλευτής της ΕΡΕ και της Νέας Δημοκρατίας, πολλές φορές υπουργός, ευρωβουλευτής και αντιπρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας (1993-1997).
Διαβάστε: Η ιστορική οικία του Μητσοτάκη γίνεται πολυτελές συγκρότηµα: Η δύσκολη απόφαση για την πώληση, η κατεδάφιση και τα νέα σχέδια για το σπίτι
Υπήρξε μία από τις μακροβιότερες και πιο έμπειρες πολιτικές προσωπικότητες της μεταπολεμικής Ελλάδας, με κοινοβουλευτική παρουσία που εκτείνεται σε περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες. Ήταν ο ένας από τους δύο τελευταίους εν ζωή βουλευτές της ΕΡΕ και το τελευταίο εν ζωή μέλος της Βουλής του 1961.
Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στη συνέχεια στο Πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ της τότε Δυτικής Γερμανίας, με ειδίκευση στο Εταιρικό Δίκαιο. Με την επιστροφή του στην Αθήνα άρχισε να δικηγορεί και το 1960 αναγορεύτηκε διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, κατόπιν εισηγήσεως του καθηγητή Κωνσταντίνου Ρόκα. Την εποχή εκείνη γνωρίζεται με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, γνώριμο του πατέρα του Μιλτιάδη Βαρβιτσιώτη, που είχε διατελέσει βουλευτής του Λαϊκού Κόμματος, ο οποίος και του ανέθεσε να συντάξει σχετικές εισηγήσεις προς κυβερνητικούς παράγοντες, ενώ λίγο αργότερα τον ορίζει υποψήφιο βουλευτή της ΕΡΕ στη Β΄ Περιφέρεια Αθηνών.
Στις εκλογές του 1961 εξελέγη βουλευτής, επανεκλεγείς και στις εκλογές του 1963, του 1964 και στις υπόλοιπες που ακολούθησαν (στη Β΄ Αθηνών από το 1974 ως και το 1996 και Επικρατείας το 2000).
Την περίοδο της Δικτατορίας, και συγκεκριμένα ένα χρόνο μετά την επιβολή της, τον Ιούλιο του 1968, μαζί με άλλους βουλευτές, αρχίζει να προσυπογράφει ανακοινώσεις περί επανόδου της χώρας στη δημοκρατική ομαλότητα. Οι Αρχές του απαγορεύουν την έξοδο από τη χώρα, οπότε σε συνεννόηση με τους Γ. Ράλλη και Π. Παπαληγούρα συνδέεται με κλιμάκιο της οργάνωσης «Ελεύθεροι Έλληνες». Η σύνδεση όμως αυτή αποκαλύφθηκε και στις 9 Οκτωβρίου συνελήφθη. Μετά από ανάκριση που ακολούθησε στο ΕΑΤ/ΕΣΑ περιορίστηκε επί ένα πεντάμηνο σε πλήρη απομόνωση.
Μετά την μεταπολίτευση, συμμετείχε ως υφυπουργός Εσωτερικών στη Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας 1974 και στις εκλογές του ίδιου έτους εκλεγείς και πάλι, με την Νέα Δημοκρατία ανέλαβε ακολούθως υφυπουργός Εξωτερικών (1974 – 1975), υπουργός Εμπορίου (1975 – 1977), υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (1977-1980), υπουργός Εθνικής Αμύνης (Κυβέρνηση Συνεργασίας, 1989), Εμπορίου (Οικουμενική Κυβέρνηση, 1989), Εθνικής Άμυνας (1990-1993), Δικαιοσύνης (1992).
Διετέλεσε αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (1985-1996) και αντιπρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας (1994-1997). Το 1989 τάχθηκε κατά της παραπομπής του Ανδρέα Παπανδρέου.
Στην πολιτική του καριέρα διετέλεσε γραμματέας του προεδρείου της Βουλής (1961-1963), γραμματέας της επιτροπής αναθεώρησης του Συντάγματος (1963) και κοσμήτορας της Βουλής (1965-1967). Υπήρξε μόνιμο μέλος της ελληνικής αντιπροσωπείας στις εργασίες σύνδεσης Ελλάδας με την ΕΟΚ την περίοδο 1962-1967, λαμβάνοντας επίσης μέρος σε κοινοβουλευτικές ομάδες του ΝΑΤΟ.
Από τον Ιανουάριο του 1998 μέχρι τον Αύγουστο του 2010 διετέλεσε πρόεδρος του «Ινστιτούτου Κ. Καραμανλής», ενώ ένα χρόνο πριν, τον Μάιο του 2009 εγκατέλειψε την πολιτική μετά από 48 χρόνια πολιτικής καριέρας.
Έγραψε πολλές μελέτες νομικού και πολιτικού περιεχομένου, οι κυριότερες των οποίων είναι: «Η ονομαστική μετοχή» (1960), «Η ΕΟΚ και το Εταιρικόν Δίκαιον» (1970), «Η αλλαγή στο εδώλιο» (1984), «Αποκατάσταση Ιστορικών Αληθειών» (1985),«Η αλήθεια για το παρελθόν πυξίδα για το μέλλον» (1989), «Συνταγματικοί Προβληματισμοί» (1993),«Η Ελλάδα Μπροστά στο 2000: Ένα Νέο Συνταγματικό Πλαίσιο» (1998), «Η Βουλευτική Ασυλία» (2000), «Οι Τρεις Απειλές του Αιώνα» (2002), «Πολιτι(στι)κή φωτογραμμετρία» (2005), «Η Μεταναστευτική Πολιτική της Ευρώπης» (2006), «Η Αναγκαία Αναθεώρηση» (2006), «Τυφλοί στρατοί-Η Δύση και η Απειλή του Ισλαμικού Φονταμενταλισμού» (2008), «Αναζητώντας την Τέχνη» (2008)και τη δίγλωσση έκδοση «5 Χρόνια στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο 2004-2009» (2009). Έχει γράψει πολλά άρθρα πολιτικού και κοινωνικού περιεχομένου. Επισκέφθηκε, επίσημα προσκεκλημένος, την Αγγλία, τη Δυτική Γερμανία και τις ΗΠΑ.
Τιμήθηκε από τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κάρολο Παπούλια με τον Μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Φοίνικος, λόγω της μακράς πολιτικής του δράσης, καθώς και με άλλα ανώτερα παράσημα διαφόρων κρατών.
Διαβάστε: Η ιστορική οικία του Μητσοτάκη γίνεται πολυτελές συγκρότηµα: Η δύσκολη απόφαση για την πώληση, η κατεδάφιση και τα νέα σχέδια για το σπίτι
Ποιος ήταν ο Γιάννης Βαρβιτσιώτης
Ο Ιωάννης Βαρβιτσιώτης γεννήθηκε στην Αθήνα στις 2 Αυγούστου του 1933. Ήταν νομικός και πολιτικός που διετέλεσε επί σειρά ετών βουλευτής της ΕΡΕ και της Νέας Δημοκρατίας, υπουργός, ευρωβουλευτής και αντιπρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας (1993 - 1997).Υπήρξε μία από τις μακροβιότερες και πιο έμπειρες πολιτικές προσωπικότητες της μεταπολεμικής Ελλάδας, με κοινοβουλευτική παρουσία που εκτείνεται σε περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες. Ήταν ο ένας από τους δύο τελευταίους εν ζωή βουλευτές της ΕΡΕ και το τελευταίο εν ζωή μέλος της Βουλής του 1961.
Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στη συνέχεια στο Πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ της τότε Δυτικής Γερμανίας, με ειδίκευση στο Εταιρικό Δίκαιο. Με την επιστροφή του στην Αθήνα άρχισε να δικηγορεί και το 1960 αναγορεύτηκε διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, κατόπιν εισηγήσεως του καθηγητή Κωνσταντίνου Ρόκα. Την εποχή εκείνη γνωρίζεται με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, γνώριμο του πατέρα του Μιλτιάδη Βαρβιτσιώτη, που είχε διατελέσει βουλευτής του Λαϊκού Κόμματος, ο οποίος και του ανέθεσε να συντάξει σχετικές εισηγήσεις προς κυβερνητικούς παράγοντες, ενώ λίγο αργότερα τον ορίζει υποψήφιο βουλευτή της ΕΡΕ στη Β΄ Περιφέρεια Αθηνών.
Στις εκλογές του 1961 εξελέγη βουλευτής, επανεκλεγείς και στις εκλογές του 1963, του 1964 και στις υπόλοιπες που ακολούθησαν (στη Β΄ Αθηνών από το 1974 ως και το 1996 και Επικρατείας το 2000).
Την περίοδο της Δικτατορίας, και συγκεκριμένα ένα χρόνο μετά την επιβολή της, τον Ιούλιο του 1968, μαζί με άλλους βουλευτές, αρχίζει να προσυπογράφει ανακοινώσεις περί επανόδου της χώρας στη δημοκρατική ομαλότητα. Οι Αρχές του απαγορεύουν την έξοδο από τη χώρα, οπότε σε συνεννόηση με τους Γ. Ράλλη και Π. Παπαληγούρα συνδέεται με κλιμάκιο της οργάνωσης «Ελεύθεροι Έλληνες». Η σύνδεση όμως αυτή αποκαλύφθηκε και στις 9 Οκτωβρίου συνελήφθη. Μετά από ανάκριση που ακολούθησε στο ΕΑΤ/ΕΣΑ περιορίστηκε επί ένα πεντάμηνο σε πλήρη απομόνωση.
Μετά την μεταπολίτευση, συμμετείχε ως υφυπουργός Εσωτερικών στη Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας 1974 και στις εκλογές του ίδιου έτους εκλεγείς και πάλι, με την Νέα Δημοκρατία ανέλαβε ακολούθως υφυπουργός Εξωτερικών (1974 – 1975), υπουργός Εμπορίου (1975 – 1977), υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (1977-1980), υπουργός Εθνικής Αμύνης (Κυβέρνηση Συνεργασίας, 1989), Εμπορίου (Οικουμενική Κυβέρνηση, 1989), Εθνικής Άμυνας (1990-1993), Δικαιοσύνης (1992).
Διετέλεσε αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (1985-1996) και αντιπρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας (1994-1997). Το 1989 τάχθηκε κατά της παραπομπής του Ανδρέα Παπανδρέου.
Στην πολιτική του καριέρα διετέλεσε γραμματέας του προεδρείου της Βουλής (1961-1963), γραμματέας της επιτροπής αναθεώρησης του Συντάγματος (1963) και κοσμήτορας της Βουλής (1965-1967). Υπήρξε μόνιμο μέλος της ελληνικής αντιπροσωπείας στις εργασίες σύνδεσης Ελλάδας με την ΕΟΚ την περίοδο 1962-1967, λαμβάνοντας επίσης μέρος σε κοινοβουλευτικές ομάδες του ΝΑΤΟ.
Από τον Ιανουάριο του 1998 μέχρι τον Αύγουστο του 2010 διετέλεσε πρόεδρος του «Ινστιτούτου Κ. Καραμανλής», ενώ ένα χρόνο πριν, τον Μάιο του 2009 εγκατέλειψε την πολιτική μετά από 48 χρόνια πολιτικής καριέρας.
Έγραψε πολλές μελέτες νομικού και πολιτικού περιεχομένου, οι κυριότερες των οποίων είναι: «Η ονομαστική μετοχή» (1960), «Η ΕΟΚ και το Εταιρικόν Δίκαιον» (1970), «Η αλλαγή στο εδώλιο» (1984), «Αποκατάσταση Ιστορικών Αληθειών» (1985),«Η αλήθεια για το παρελθόν πυξίδα για το μέλλον» (1989), «Συνταγματικοί Προβληματισμοί» (1993),«Η Ελλάδα Μπροστά στο 2000: Ένα Νέο Συνταγματικό Πλαίσιο» (1998), «Η Βουλευτική Ασυλία» (2000), «Οι Τρεις Απειλές του Αιώνα» (2002), «Πολιτι(στι)κή φωτογραμμετρία» (2005), «Η Μεταναστευτική Πολιτική της Ευρώπης» (2006), «Η Αναγκαία Αναθεώρηση» (2006), «Τυφλοί στρατοί-Η Δύση και η Απειλή του Ισλαμικού Φονταμενταλισμού» (2008), «Αναζητώντας την Τέχνη» (2008)και τη δίγλωσση έκδοση «5 Χρόνια στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο 2004-2009» (2009). Έχει γράψει πολλά άρθρα πολιτικού και κοινωνικού περιεχομένου. Επισκέφθηκε, επίσημα προσκεκλημένος, την Αγγλία, τη Δυτική Γερμανία και τις ΗΠΑ.
Τιμήθηκε από τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κάρολο Παπούλια με τον Μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Φοίνικος, λόγω της μακράς πολιτικής του δράσης, καθώς και με άλλα ανώτερα παράσημα διαφόρων κρατών.
En