Οι τρεις παράµετροι των επόµενων εκλογών
Άρθρο γνώμης
Η πιθανότητα διενέργειας δεύτερων εκλογών σε περίπτωση που δεν σχηµατιστεί κυβέρνηση κάνει ακόµα πιο δύσκολη την εκτίµηση του εκλογικού αποτελέσµατος
Πώς θα πάει η ΕΛΑΣ στις εκλογές; Πού θα φτάσει το κόµµα Καρυστιανού, του οποίου κανείς δεν θυµάται τον τίτλο; Είναι τα ερωτήµατα που ακολουθούν µετά την επίσηµη παρουσίαση των δύο κοµµάτων και αφού έχουν σχολιαστεί εκτενώς όσα σχολιάζαµε την περασµένη εβδοµάδα: χρώµατα, λέξεις, τόποι, πρόσωπα, µουσικές, έως και σκηνική παρουσία όσων πήραν τον λόγο.
Είναι όµως ακόµη πολύ νωρίς για να δοθεί απάντηση σε αυτά τα ερωτήµατα. Μιλάµε για εκλογές που ακόµη δεν ξέρουµε πότε θα γίνουν, ποιοι ακριβώς θα συµµετέχουν σε αυτές, αλλά και ποιοι θα ψηφίσουν. Ας δούµε την πρώτη παράµετρο που αφορά τον χρόνο. Η θητεία της κυβέρνησης ολοκληρώνεται του χρόνου τον Ιούνιο. Επειδή η Ελλάδα έχει την ευρωπαϊκή προεδρία το δεύτερο εξάµηνο του 2027, είναι λογικό οι εκλογές να διεξαχθούν νωρίτερα, ώστε η κυβέρνηση που θα προκύψει από αυτές να έχει τον χρόνο να προετοιµαστεί. Αλλωστε, από τον επόµενο µήνα µπαίνουµε στο τελευταίο έτος της θητείας και οι εκλογές µπορεί να προκηρυχθούν ακόµα και µέσα στο φθινόπωρο ή τον χειµώνα, µε άγνωστες ακόµη τις διεθνείς συνθήκες, τις επιπτώσεις που θα έχουν αυτές στην οικονοµία ή µια σειρά από έκτακτα γεγονότα που µπορεί να ανακύψουν ως την προκήρυξη των εκλογών ή και µετά από αυτήν.
Πάµε στη δεύτερη παράµετρο. Μπορεί πλέον να γνωρίζουµε ονόµατα, διακηρύξεις και βασικά µηνύµατα των δύο νέων κοµµάτων, αλλά αγνοούµε τα πρόσωπα, τις προγραµµατικές τους θέσεις, αν αυτές υπάρξουν, και τη στάση τους απέναντι στα ζητήµατα που θα προκύψουν µέχρι τις εκλογές, που µπορεί να ευνοούν ή όχι την προσπάθειά τους. Επίσης δεν γνωρίζουµε ακόµη αν θα προχωρήσει στη δηµιουργία κόµµατος ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαµαράς, τι θα πράξουν όσοι από τον σηµερινό ΣΥΡΙΖΑ και τη Νέα Αριστερά δεν ακολουθήσουν τον Αλέξη Τσίπρα στο κόµµα ΕΛΑΣ και πώς θα εκφραστούν οι οπαδοί του Ηλία Κασιδιάρη.
Για να φτάσουµε στην τρίτη και σηµαντικότερη παράµετρο, που αφορά το ποιοι θα ψηφίσουν όταν στηθούν οι κάλπες. Εκεί υπάρχει το εξής ερώτηµα: αν θα συνεχιστεί η τάση που υπάρχει την τελευταία εικοσαετία, το ποσοστό συµµετοχής στις εκλογές να µειώνεται από εκλογή σε εκλογή. Σε περίπτωση που συνεχιστεί, ευνοούνται τα κόµµατα που έχουν καλύτερη οργάνωση: η Νέα ∆ηµοκρατία, το ΠΑΣΟΚ και το ΚΚΕ. Αν όµως έχουµε ανατροπή και η συµµετοχή στις προσεχείς κάλπες αυξηθεί λόγω της µακράς διακυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη, λόγω της εµφάνισης νέων κοµµάτων και πιθανώς της κινητοποίησης της νέας γενιάς, τότε η εκτίµηση της εκλογικής επιρροής γίνεται πιο δύσκολη. Σε αυτή την περίπτωση µπορεί να ευνοούνται τα νέα κόµµατα ή όσα προσπαθούν να εκφράσουν το ρεύµα του αντισυστηµισµού.
Οι δηµοσκοπήσεις το επόµενο διάστηµα σίγουρα θα αποτυπώσουν την απήχηση των νέων κοµµάτων και κατά πόσο αντλούν ψηφοφόρους τα παλαιότερα. Είναι πιθανό σταδιακά να περιορίσουν τον αρχικό ενθουσιασµό των νέων κοµµάτων ή να τροφοδοτήσουν τον ανταγωνισµό για την κατάληψη της 2ης θέσης και για την είσοδο στη Βουλή. Η πιθανότητα διενέργειας δεύτερων εκλογών σε περίπτωση που δεν σχηµατιστεί κυβέρνηση κάνει ακόµα πιο δύσκολη την εκτίµηση του εκλογικού αποτελέσµατος. Αλλά αυτό είναι θέµα για άλλο άρθρο.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Παραπολιτικά"
Είναι όµως ακόµη πολύ νωρίς για να δοθεί απάντηση σε αυτά τα ερωτήµατα. Μιλάµε για εκλογές που ακόµη δεν ξέρουµε πότε θα γίνουν, ποιοι ακριβώς θα συµµετέχουν σε αυτές, αλλά και ποιοι θα ψηφίσουν. Ας δούµε την πρώτη παράµετρο που αφορά τον χρόνο. Η θητεία της κυβέρνησης ολοκληρώνεται του χρόνου τον Ιούνιο. Επειδή η Ελλάδα έχει την ευρωπαϊκή προεδρία το δεύτερο εξάµηνο του 2027, είναι λογικό οι εκλογές να διεξαχθούν νωρίτερα, ώστε η κυβέρνηση που θα προκύψει από αυτές να έχει τον χρόνο να προετοιµαστεί. Αλλωστε, από τον επόµενο µήνα µπαίνουµε στο τελευταίο έτος της θητείας και οι εκλογές µπορεί να προκηρυχθούν ακόµα και µέσα στο φθινόπωρο ή τον χειµώνα, µε άγνωστες ακόµη τις διεθνείς συνθήκες, τις επιπτώσεις που θα έχουν αυτές στην οικονοµία ή µια σειρά από έκτακτα γεγονότα που µπορεί να ανακύψουν ως την προκήρυξη των εκλογών ή και µετά από αυτήν.
Πάµε στη δεύτερη παράµετρο. Μπορεί πλέον να γνωρίζουµε ονόµατα, διακηρύξεις και βασικά µηνύµατα των δύο νέων κοµµάτων, αλλά αγνοούµε τα πρόσωπα, τις προγραµµατικές τους θέσεις, αν αυτές υπάρξουν, και τη στάση τους απέναντι στα ζητήµατα που θα προκύψουν µέχρι τις εκλογές, που µπορεί να ευνοούν ή όχι την προσπάθειά τους. Επίσης δεν γνωρίζουµε ακόµη αν θα προχωρήσει στη δηµιουργία κόµµατος ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαµαράς, τι θα πράξουν όσοι από τον σηµερινό ΣΥΡΙΖΑ και τη Νέα Αριστερά δεν ακολουθήσουν τον Αλέξη Τσίπρα στο κόµµα ΕΛΑΣ και πώς θα εκφραστούν οι οπαδοί του Ηλία Κασιδιάρη.
Για να φτάσουµε στην τρίτη και σηµαντικότερη παράµετρο, που αφορά το ποιοι θα ψηφίσουν όταν στηθούν οι κάλπες. Εκεί υπάρχει το εξής ερώτηµα: αν θα συνεχιστεί η τάση που υπάρχει την τελευταία εικοσαετία, το ποσοστό συµµετοχής στις εκλογές να µειώνεται από εκλογή σε εκλογή. Σε περίπτωση που συνεχιστεί, ευνοούνται τα κόµµατα που έχουν καλύτερη οργάνωση: η Νέα ∆ηµοκρατία, το ΠΑΣΟΚ και το ΚΚΕ. Αν όµως έχουµε ανατροπή και η συµµετοχή στις προσεχείς κάλπες αυξηθεί λόγω της µακράς διακυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη, λόγω της εµφάνισης νέων κοµµάτων και πιθανώς της κινητοποίησης της νέας γενιάς, τότε η εκτίµηση της εκλογικής επιρροής γίνεται πιο δύσκολη. Σε αυτή την περίπτωση µπορεί να ευνοούνται τα νέα κόµµατα ή όσα προσπαθούν να εκφράσουν το ρεύµα του αντισυστηµισµού.
Οι δηµοσκοπήσεις το επόµενο διάστηµα σίγουρα θα αποτυπώσουν την απήχηση των νέων κοµµάτων και κατά πόσο αντλούν ψηφοφόρους τα παλαιότερα. Είναι πιθανό σταδιακά να περιορίσουν τον αρχικό ενθουσιασµό των νέων κοµµάτων ή να τροφοδοτήσουν τον ανταγωνισµό για την κατάληψη της 2ης θέσης και για την είσοδο στη Βουλή. Η πιθανότητα διενέργειας δεύτερων εκλογών σε περίπτωση που δεν σχηµατιστεί κυβέρνηση κάνει ακόµα πιο δύσκολη την εκτίµηση του εκλογικού αποτελέσµατος. Αλλά αυτό είναι θέµα για άλλο άρθρο.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Παραπολιτικά"
En