Μια κοινωνία µε «αναβολικά». Όχι όλη φυσικά. Ούτε καν η πλειονότητά της. Αλλά, δυστυχώς, ένα σηµαντικό κοµµάτι της. Να το πιάσουµε από την κυριολεκτική έννοια του όρου πρώτα: γιατί ντοπάρονται διαχρονικά τόσοι αθλητές; Για να αποκτήσουν ένα παράνοµο και ανήθικο προβάδισµα έναντι των αντιπάλων τους στα γήπεδα, στα κορτ, στα κουλουάρ, στις πισίνες και να κερδίσουν διακρίσεις, χρήµατα και δόξα. Να κλέψουν χωρίς να τους καταλάβει κανείς και να απολαύσουν µε την ησυχία τους τα κλοπιµαία. Να ψηλώσουν χωρίς να µπορεί κάποιος να δει ότι πατάνε σε ξύλινα ποδάρια. Να περιορίσουν ή ακόµα και να καταστρέψουν καριέρες συναθλητών τους χωρίς να τους νοιάζει.

Τα παλαιότερα χρόνια διακινδύνευαν σοβαρά και την υγεία τους, εν γνώσει τους συχνά. Με τον καιρό εξελίχθηκε η φαρµακολογία και η ιατρική και πλέον οι κίνδυνοι για τον οργανισµό τους είναι σαφώς µικρότεροι, αν και πάντα δεδοµένοι. Η πιθανότητα να τους πιάσουν και να τους αφαιρέσουν τίτλους ή µετάλλια, αλλά και να τους απαγορεύσουν να αγωνίζονται, είναι υπαρκτή, αλλά το πάθος για την καταξίωση και για τον πλουτισµό την υπερσκελίζει.

Πάµε και στη µεγάλη εικόνα. Την ευρύτερη κοινωνία. Εν προκειµένω, την ελληνική. Μπορεί τα αναβολικά να βελτιώνουν την αντοχή, τη δύναµη, τη σωµατική διάπλαση και έτσι να αφορούν µόνο τον αθλητισµό. Ωστόσο και στους υπόλοιπους επαγγελµατικούς κλάδους υπάρχουν τρόποι «ντοπαρίσµατος». Ένας επιχειρηµατίας έστησε µία τεράστια αλυσίδα µε εστιατόρια που διένειµαν πίτσες και -για να κυριαρχήσει στην αγορά- έριχνε τις τιµές µέσω µη απόδοσης ΦΠΑ και µέσω υποβολής ανακριβών δηλώσεων εισοδήµατος. Φθηνές πίτσες µε αόρατα στεροειδή: η παραγγελία που είχε πληρωθεί µε µετρητά από τον πελάτη περνούσε στο σύστηµα ως «δωρεάν πίτσα», µε αποτέλεσµα να έχει για την εφορία τυπικά µηδενική αξία και ο ΦΠΑ να εξαφανίζεται. Έτσι, τα µετρητά κατέληγαν απευθείας στην τσέπη του κυκλώµατος.

Η πιτσαρία εξαπλωνόταν, τα κέρδη του αυξάνονταν και το κράτος επωµιζόταν το κόστος για το ντοπάρισµα: η εταιρεία φέρεται να µην απέδωσε στο ∆ηµόσιο αθροιστικά ΦΠΑ ύψους τουλάχιστον 25 εκατοµµυρίων ευρώ από το 2022 και µετά. «Ντόπινγκ» µε τη χρήση ειδικού λογισµικού και ηττηµένους τον κρατικό κορβανά και τους υγιείς ανταγωνιστές.

Παρεµφερής -αν και όχι απολύτως όµοια- υπόθεση αποκαλύφθηκε παράλληλα για µεγάλη αλυσίδα φούρνων. Εξαπλώθηκε και η ίδια και τα κέρδη της µε φοροδιαφυγή, µη απόδοση ΦΠΑ και ασφαλιστικών εισφορών σε άνω των διακοσίων καταστηµάτων της αλυσίδας αλλά ταυτόχρονα και σε άλλες επιχειρήσεις, όπου φέρεται ως ιδιοκτήτης ή αφανής ιδιοκτήτης το ίδιο φυσικό πρόσωπο και οι οποίες λειτουργούν µέσω τρίτων, µε µία ζηµία που φέρεται να αγγίζει και να ξεπερνά τα 100 εκατοµµύρια ευρώ! Και εδώ προέκυψε ένας από τους δυνατούς «παίκτες» στην αγορά των φούρνων, µε παραπλήσια µέθοδο ντόπινγκ.

Στο δε µπάσκετ νίκες σε δεκάδες αγώνες -από εφηβικά και σχολικά πρωταθλήµατα µέχρι την πρώτη κατηγορία-, που εκτείνονται χρονικά σε όλη σχεδόν την τελευταία δεκαετία, µε στηµένους διαιτητές και στηµένους αγώνες. Να σταθούµε λίγο περισσότερο στον σχολικό αθλητισµό, όπου µολύνονται οι ψυχές των ανήλικων παιδιών µε το «ντοπάρισµα» υπό τη µορφή σφυρίχτρας, που τους βάζει στη λογική της νόθευσης του ανταγωνισµού, της νίκης µε κάθε κόστος, του παράνοµου προσπορισµού οφέλους. Με την ανοχή -αν όχι και µε την ενθάρρυνση- γονιών και προπονητών. Κάπου εδώ η πρακτική λύση ίσως υπάρχει, ένας συνδυασµός σαφώς χαµηλότερης µοριοδότησης για εισαγωγή στα ΑΕΙ εν γένει και υψηλότερης για εισαγωγή µόνο σε Τµήµα Επιστήµης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισµού (ΤΕΦΑΑ) ή και σε κάποια άλλα επιλεγµένα πανεπιστηµιακά τµήµατα.

Ρολόγια, χρυσαφικά, βίλες, πακέτα µε χαρτονοµίσµατα των 500 ευρώ και πολλά ακόµα ευρήµατα της Αστυνοµίας και των Αρχών στις τρεις παραπάνω υποθέσεις. «Η απληστία, ελλείψει καλύτερης λέξης, είναι καλή», έλεγε ο Μάικλ Ντάγκλας ως Γκόρντον Γκέκο στην ταινία «Γουόλ Στριτ» πριν από σαράντα χρόνια υποδυόµενος τον αδίστακτο χρηµατιστή. Μπορεί η Αθήνα να µην είναι Νέα Υόρκη και η σηµερινή Ελλάδα να µην είναι Αµερική της δεκαετίας του ’80, αλλά η απληστία, η επιδίωξη της νίκης µε κάθε µέσο, η ανήθικη και παράνοµη επικράτηση επί των αθλητικών ή επιχειρηµατικών ή γενικά επαγγελµατικών αντιπάλων σου θεωρείται από πολλούς καλή. Μια κοινωνία εθισµένη σε σηµαντικό -ευτυχώς όχι σε πολύ µεγάλο- βαθµό στο ντοπάρισµα, µε τους υγιείς επιχειρηµατίες και έντιµους επαγγελµατίες να κοιτούν σαστισµένοι. Και σίγουρα ένα µέρος τους οργισµένοι.

Δημοσιεύθηκε στην Απογευματινή