Μία από τις μεγάλες εκκρεμότητες που έχει το ελληνικό κράτος στο στρατηγικό και γεωπολιτικό πεδίο είναι η ολοκλήρωση της οριοθέτησης των θαλάσσιων ζωνών, με πρωταρχική για λόγους ουσιαστικούς, συμβολικούς, γεωοικονομικούς, στρατηγικούς και εθνικούς, τον καθορισμό της ΑΟΖ με την Κύπρο. Ο λόγος για τον οποίο όλα αυτά τα χρόνια η υπόθεση δεν έχει προχωρήσει είναι ένας, ανεξαρτήτως των εκάστοτε δικαιολογιών.

Η ατολμία του ελληνικού συστήματος και η επιτυχία της Τουρκίας να επιβάλλει την αυτόβουλη αποχή της Ελλάδας από την άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της, έχοντας ενσταλάξει στο πολιτικό προσωπικό τον φόβο ότι αν κάνει αυτό για το οποίο έχει υποχρέωση, θα βρεθεί αντιμέτωπο με καταστάσεις τις οποίες δεν μπορεί να διαχειριστεί.

Είναι ο ορισμός του επιτυχημένου ψυχολογικού πολέμου που η Άγκυρα διεξάγει απέναντι σε ένα ευάλωτο, διάτρητο, με αντιληπτικά κενά, πρόθυμο να συμβιβαστεί, εν μέρει διαβρωμένο και σε ορισμένες περιπτώσεις εξαγορασμένο πολιτικό σκηνικό. Και αυτό δεν περιορίζεται κομματικά. Εξάλλου είναι διαχρονικό παρά τις κατά καιρούς εκλάμψεις.

Είχα πρόσφατα μία συζήτηση με τον κορυφαίο νομικό σε θέματα Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Δικαίου, δόκτορα Θεόδωρο Κατσούφρο, για το πώς θα έπρεπε να κινηθούν Ελλάδα και Κύπρος ώστε να οριοθετήσουν τις μεταξύ τους θαλάσσιες ζώνες.

Η απάντηση είναι σαφής, βρίσκεται εκεί από την αρχή και για τους λόγους που αναφέρθηκαν έχει συνειδητά αγνοηθεί: Προσφυγή με συνυποσχετικό στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Λουξεμβούργου (ΔΕΕ). Το οποίο έχει την αρμοδιότητα να αποφαίνεται για διεθνείς διαφορές κρατών-μελών και οι αποφάσεις του να είναι όχι απλώς δεσμευτικές, αλλά κάτι παραπάνω. Και εδώ είναι το «κλειδί». Έχουν ισχύ διεθνούς νομολογίας, είναι ισότιμες με αποφάσεις Διεθνών Δικαστηρίων. Οι αποφάσεις του δηλαδή δημιουργούν διεθνή νομολογία η οποία είναι απρόσβλητη και δεν μπορεί κάποιος εκ των υστέρων να προσφύγει εναντίον τους. Έχουμε δηλαδή στα χέρια μας, Ελλάδα και Κύπρος, ένα συντριπτικό νομικό και θεσμικό πλεονέκτημα το οποίο μετατρέπεται σε γεωπολιτικό όπλο, καθόλα συμβατό και με το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Εξάλλου η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ενσωματώσει το Δίκαιο της Θάλασσας ως Ευρωπαϊκό Δίκαιο, αποτελεί εδώ και χρόνια μέρος του ευρωπαϊκού κεκτημένου. Με λίγα λόγια έχουμε όλα τα χαρτιά στα χέρια μας και ο μόνος λόγος για τον οποίο δεν τα χρησιμοποιούμε είναι αυτός ο οποίος προαναφέρθηκε: Η απροθυμία του πολιτικού συστήματος να πράξει αυτό για το οποίο έχει υποχρέωση και το οποίο για κάθε άλλη χώρα θα ήταν αυτονόητο. Έχουμε την ιδιαιτερότητα να επικαλούμαστε το Διεθνές Δίκαιο αλλά να μην το εφαρμόζουμε.

Ας μη σχολιάσουμε τις αδιανόητες, απαράδεκτες και περίεργες δηλώσεις διαφόρων πολιτικών οι οποίοι οι ίδιοι διενεργούν ψυχολογικές επιχειρήσεις και εκβιασμούς κατά της ελληνικής κοινωνίας με το πρωτοφανές «και τι θέλετε, να κάνουμε πόλεμο;». Έχει ακούσει κάποιος ποτέ πολιτικό άλλης χώρας να λέει απευθυνόμενος προς την κοινή γνώμη κάτι τέτοιο; Ότι στην πραγματικότητα η κυβέρνηση είναι διατεθειμένη να κάνει οτιδήποτε για να αποφύγει τον πόλεμο; Αφού αυτό υπονοεί το ψευτοδίλημμα. Όταν λες «και τι θέλετε, να κάνουμε πόλεμο», στέλνεις το μήνυμα ότι είσαι έτοιμος να υποχωρήσεις στα πάντα για να μην κάνεις πόλεμο, άρα ο άλλος μπορεί να απαιτήσει ό,τι νομίζει.

Να επανέλθουμε στο μείζον. Η επιλογή για την οριοθέτηση ΑΟΖ με την Κύπρο είναι ευρωπαϊκή, με διεθνή νομική δεσμευτικότητα και απολύτως θωρακισμένη θεσμικά. Η δε συγκυρία είναι ίσως από τις ευνοϊκότερες. Αν δεν κάνουμε εμείς το αυτονόητο θα κάνει η Τουρκία για ακόμα μία φορά το αδιανόητο. Θα ήταν δραματικό να ξυπνήσουμε μία μέρα και να έχει οριοθετήσει το υπόλοιπο τμήμα, αυτό που αφήσαμε, με την Αίγυπτο…

Δημοσιεύθηκε στην Απογευματινή