Τρίτη θητεία για διασφάλιση απλώς των δεδοµένων;
Άρθρο γνώμης
Η αναπτυξιακή δυναµική δείχνει αντίστοιχη πορεία από το 2,4% το 2026 στο 1,7% το 2027, 1,6% το 2028, 1,3% το 2029.
Φυσικά υπάρχει ευρύ χρονικό διάστηµα µέχρι την άνοιξη του 2027 και τις εθνικές εκλογές, προκειµένου τα στρατηγικά επιτελεία του πρωθυπουργικού γραφείου αλλά και του κόµµατος της Νέας ∆ηµοκρατίας να µελετήσουν και να αποφασίσουν ποιο θα είναι το όραµα της διακυβέρνησης για τη χώρα µε ορίζοντα το 2030-2031. Αν κρίνουµε όµως από τα δεδοµένα που έχουµε, επί του παρόντος η διακυβέρνηση Μητσοτάκη δεν θα κινηθεί οραµατικά για τη διεκδίκηση της τρίτης θητείας αλλά διαχειριστικά στη βάση των κεκτηµένων όσων ουσιαστικά έχουν επιτευχθεί στις δύο πρώτες θητείες. Από πού προκύπτουν αυτά; Όχι από κάποιες δηµόσιες δηλώσεις από την πλευρά της κυβέρνησης ή κάποιες επισηµάνσεις από τη «χαµένη στη µετάφραση», ούτως ή άλλως, αντιπολίτευση. Αλλά από τις παραδοχές και τους στόχους που προκρίνονται στο Μεσοπρόθεσµο στρατηγικό σχέδιο για την περίοδο 2026-2029 που κατάρτισε το υπουργείο Οικονοµικών.
Σύµφωνα µε τις εκτιµήσεις αυτές: Ναι µεν τα φορολογικά έσοδα θα αυξηθούν κατά 10,29 δισ. ευρώ µέχρι το 2029, µε τους άµεσους φόρους να υπερβαίνουν µάλιστα τους έµµεσους, αλλά ουσιαστικά είναι εµφανές ότι ο περιορισµός της φοροδιαφυγής είναι οριακός. Πολύ περισσότερο, δεν υπάρχει καµία πρόβλεψη ή διάθεση για περιορισµό των περίπου 1.200 φοροαπαλλαγών, που αποτελούν νάρκη αδικίας για το φορολογικό σύστηµα. Οι επενδύσεις δείχνουν σαφώς σηµεία επιβράδυνσης παρακολουθώντας ουσιαστικά το τέλος των κονδυλίων του ταµείου Ανάκαµψης, ο χρονικός ορίζοντας του οποίου είναι πλέον στενός. Συγκεκριµένα, η πορεία τους είναι κάθετα πτωτική από το 10,2% το 2026 στο 0,8% το 2029.
Η αναπτυξιακή δυναµική δείχνει αντίστοιχη πορεία από το 2,4% το 2026 στο 1,7% το 2027, 1,6% το 2028, 1,3% το 2029. Καµία δηλαδή αισιοδοξία και αποφασιστικότητα για διαρθρωτικές πρωτοβουλίες που θα δώσουν πνοή στην οικονοµία και την επιχειρηµατικότητα. Στην κατανάλωση οι προβλέψεις είναι µάλλον δραµατικές. Με δηµοσιονοµικές παρεµβάσεις στήριξης από 3,04 δισ. ευρώ φέτος στα 10,1 δισ. ευρώ το 2029 η ιδιωτική και δηµόσια κατανάλωση (η αγοραστική δύναµη δηλαδή) κυριολεκτικά βουλιάζουν στο πέρασµα των ετών. Από το 1,9% το 2025 στο 1,2% το 2029 η πρώτη και από το 1,4% φέτος στο 0% το 2028 και 2029 η δεύτερη. Αν δούµε τις προσλήψεις δηµοσίων υπαλλήλων, άρα και τον όγκο και το κόστος του δηµόσιου τοµέα, υπολογίζεται ότι την πενταετία 2025-2029 οι προσλήψεις θα είναι περισσότερες από τις συνταξιοδοτήσεις.
148.533 οι προσλήψεις, 109.540 οι αποχωρήσεις. Τίθεται προφανώς το ερώτηµα: σε µια χώρα που ψηφιοποιείται µε ταχείς ρυθµούς και εξαγγέλλονται συνεχώς προµήθειες τεχνολογιών τεχνητής νοηµοσύνης πώς είναι δυνατόν να αυξάνεται τόσο ο αριθµός των δηµοσίων υπαλλήλων, άρα και το δηµοσιονοµικό βάρος που προκαλείται; Τεχνολογίες και ψηφιοποίηση σηµαίνουν δραµατική µείωση των δηµοσίων υπαλλήλων, αφού µάλιστα ο περιορισµός της περιττής γραφειοκρατίας θα πρέπει να θεωρηθεί δεδοµένος. Από την άλλη πλευρά, η ανεργία υπολογίζεται στο σηµερινό επίπεδο του 8% µέχρι το 2029, άλλο ένα µέγεθος που δείχνει πρόθεση ακινησίας στον χρόνο από πλευράς κυβερνητικής στρατηγικής. Η σταθερότητα στη διακυβέρνηση για µια τρίτη τετραετία φυσικά διασφαλίζει τη µείωση του δηµοσίου χρέους στο 119% του ΑΕΠ το 2029, στη βάση και των πρόωρων αποπληρωµών που θα συνεχισθούν και την προβολή θετικού προφίλ της χώρας σε ένα διεθνές περιβάλλον πολιτικής, οικονοµικής και γεωπολιτικής αστάθειας.
Άρα, µε αυτά τα δεδοµένα ο πρωθυπουργός κ. Μητσοτάκης θα παρουσιασθεί στην τελευταία ∆ΕΘ, πριν από την προεκλογική περίοδο, τον Σεπτέµβριο του 2026 και θα πει ότι διεκδικεί µια τρίτη θητεία για να διασφαλιστούν όσα επιτεύχθηκαν από το 2019 µέχρι σήµερα. Αρκεί κάτι τέτοιο για τη στρατηγική της χώρας µέχρι το 2030; Η περίφηµη «ατζέντα 2030» δεν θα διευρυνθεί στη βάση των νέων κεκτηµένων; Οι διαρθρωτικές αλλαγές στην οικονοµία και την πραγµατικότητα της Ελλάδας θα περιµένουν τις κυβερνήσεις του 2031-2035 και µετά για να προδιαγράψουν τις εξελίξεις στρατηγικά;
Δημοσιεύθηκε στην Απογευματινή
Σύµφωνα µε τις εκτιµήσεις αυτές: Ναι µεν τα φορολογικά έσοδα θα αυξηθούν κατά 10,29 δισ. ευρώ µέχρι το 2029, µε τους άµεσους φόρους να υπερβαίνουν µάλιστα τους έµµεσους, αλλά ουσιαστικά είναι εµφανές ότι ο περιορισµός της φοροδιαφυγής είναι οριακός. Πολύ περισσότερο, δεν υπάρχει καµία πρόβλεψη ή διάθεση για περιορισµό των περίπου 1.200 φοροαπαλλαγών, που αποτελούν νάρκη αδικίας για το φορολογικό σύστηµα. Οι επενδύσεις δείχνουν σαφώς σηµεία επιβράδυνσης παρακολουθώντας ουσιαστικά το τέλος των κονδυλίων του ταµείου Ανάκαµψης, ο χρονικός ορίζοντας του οποίου είναι πλέον στενός. Συγκεκριµένα, η πορεία τους είναι κάθετα πτωτική από το 10,2% το 2026 στο 0,8% το 2029.
Η αναπτυξιακή δυναµική δείχνει αντίστοιχη πορεία από το 2,4% το 2026 στο 1,7% το 2027, 1,6% το 2028, 1,3% το 2029. Καµία δηλαδή αισιοδοξία και αποφασιστικότητα για διαρθρωτικές πρωτοβουλίες που θα δώσουν πνοή στην οικονοµία και την επιχειρηµατικότητα. Στην κατανάλωση οι προβλέψεις είναι µάλλον δραµατικές. Με δηµοσιονοµικές παρεµβάσεις στήριξης από 3,04 δισ. ευρώ φέτος στα 10,1 δισ. ευρώ το 2029 η ιδιωτική και δηµόσια κατανάλωση (η αγοραστική δύναµη δηλαδή) κυριολεκτικά βουλιάζουν στο πέρασµα των ετών. Από το 1,9% το 2025 στο 1,2% το 2029 η πρώτη και από το 1,4% φέτος στο 0% το 2028 και 2029 η δεύτερη. Αν δούµε τις προσλήψεις δηµοσίων υπαλλήλων, άρα και τον όγκο και το κόστος του δηµόσιου τοµέα, υπολογίζεται ότι την πενταετία 2025-2029 οι προσλήψεις θα είναι περισσότερες από τις συνταξιοδοτήσεις.
148.533 οι προσλήψεις, 109.540 οι αποχωρήσεις. Τίθεται προφανώς το ερώτηµα: σε µια χώρα που ψηφιοποιείται µε ταχείς ρυθµούς και εξαγγέλλονται συνεχώς προµήθειες τεχνολογιών τεχνητής νοηµοσύνης πώς είναι δυνατόν να αυξάνεται τόσο ο αριθµός των δηµοσίων υπαλλήλων, άρα και το δηµοσιονοµικό βάρος που προκαλείται; Τεχνολογίες και ψηφιοποίηση σηµαίνουν δραµατική µείωση των δηµοσίων υπαλλήλων, αφού µάλιστα ο περιορισµός της περιττής γραφειοκρατίας θα πρέπει να θεωρηθεί δεδοµένος. Από την άλλη πλευρά, η ανεργία υπολογίζεται στο σηµερινό επίπεδο του 8% µέχρι το 2029, άλλο ένα µέγεθος που δείχνει πρόθεση ακινησίας στον χρόνο από πλευράς κυβερνητικής στρατηγικής. Η σταθερότητα στη διακυβέρνηση για µια τρίτη τετραετία φυσικά διασφαλίζει τη µείωση του δηµοσίου χρέους στο 119% του ΑΕΠ το 2029, στη βάση και των πρόωρων αποπληρωµών που θα συνεχισθούν και την προβολή θετικού προφίλ της χώρας σε ένα διεθνές περιβάλλον πολιτικής, οικονοµικής και γεωπολιτικής αστάθειας.
Άρα, µε αυτά τα δεδοµένα ο πρωθυπουργός κ. Μητσοτάκης θα παρουσιασθεί στην τελευταία ∆ΕΘ, πριν από την προεκλογική περίοδο, τον Σεπτέµβριο του 2026 και θα πει ότι διεκδικεί µια τρίτη θητεία για να διασφαλιστούν όσα επιτεύχθηκαν από το 2019 µέχρι σήµερα. Αρκεί κάτι τέτοιο για τη στρατηγική της χώρας µέχρι το 2030; Η περίφηµη «ατζέντα 2030» δεν θα διευρυνθεί στη βάση των νέων κεκτηµένων; Οι διαρθρωτικές αλλαγές στην οικονοµία και την πραγµατικότητα της Ελλάδας θα περιµένουν τις κυβερνήσεις του 2031-2035 και µετά για να προδιαγράψουν τις εξελίξεις στρατηγικά;
Δημοσιεύθηκε στην Απογευματινή
En