Mπορεί να βρισκόµαστε στην κορύφωση του καλοκαιριού και οι περισσότεροι να χαίρονται τις διακοπές τους µακριά από το κλεινόν άστυ, αλλά η «βαριά ατζέντα» της κυβέρνησης δεν αδρανεί. Έτσι, έγινε γνωστό στα δηµοσιογραφικά γραφεία ότι το µεσηµέρι της Τετάρτης στο Μέγαρο Μαξίµου, µε δεσπόζουσα παρουσία του πρωθυπουργού, θα υπογράφονταν δύο συµφωνίες µε γαλλικές εταιρείες, που σχετίζονταν µε την εξέλιξη του προβληµατικού Great Sea Interconnector (GSI). Με απλά λόγια, την ηλεκτρική διασύνδεση της Ελλάδας µε την Κύπρο µε τελική κατάληξη το Ισραήλ. Ένα έργο ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος και εν µέρει χρηµατοδότησης, που αρχικά µπλοκαρίστηκε στη βάση ιδιωτικών επιχειρηµατικών συµφερόντων στην Κύπρο και στη συνέχεια στο επονοµαζόµενο γεωπολιτικό ρίσκο. Την παράµετρο που επέτεινε, όπως ήταν προβλεπτό, η Τουρκία µε την εµφάνιση πολεµικών πλοίων της το 2024 στην περιοχή όπου εξελίσσονταν οι θαλάσσιες έρευνες για το έργο ανοιχτά της Κάσου. Έκτοτε το έργο είχε επί της ουσίας «παγώσει», θυµίζοντας στους Έλληνες τη συµφωνία στην κρίση των Ιµίων και υπογραµµίζοντας στις ευρωπαϊκές ελίτ ότι τέτοιου τύπου έργα στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο για να προχωρήσουν θα πρέπει να έχουν και τη συναίνεση της Τουρκίας και όχι µόνο τη βούληση και την πρωτοβουλία της Ελλάδας και της Κύπρου.

Την Τετάρτη όµως 5 Αυγούστου τελεσφόρησε και πήρε συµβατική µορφή σειρά από παρασκηνιακές συζητήσεις και διαπραγµατεύσεις εταιρικές αλλά και πολιτικές µε τις γαλλικές εταιρείες Meridiam και Nexans. Η πρώτη είναι γνωστό ότι είναι απολύτως συνδεδεµένη µε το γαλλικό κράτος και αποκτά την πλειοψηφία των µετοχών του GSI. Η δεύτερη, που υπέγραψε συµφωνία τριµερή µε τον Α∆ΜΗΕ και την GSI, αναλαµβάνει τις αναγκαίες θαλάσσιες έρευνες για την τεχνική υλοποίηση του έργου. Ο Α∆ΜΗΕ παραµένει βασικός µέτοχος στην GSI. Με την εξέλιξη αυτή, η Γαλλία όχι µόνο συµµετέχει στην προώθηση του έργου για λογαριασµό και της Ευρώπης αλλά και µοιράζεται µε το κύρος και τη στρατιωτική δεινότητα το γεωπολιτικό ρίσκο µαζί µε την Ελλάδα και την Κύπρο. Από την πλευρά της δεξιάς και της αριστερής αντιπολίτευσης -ενδιαφέρουσα η παρέµβαση της νέας ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, Ρένας ∆ούρου, για την καθόλου τοξική ανακοίνωση και σχολιασµό αλλά µε ερωτήµατα και θεσµικό ύφος- ετέθησαν ανησυχίες πώς θα χειρισθεί η γαλλική πλειοψηφία πλέον της GSI µια τυχόν επανάληψη από την Τουρκία προκλήσεων ανάλογων µε αυτές του 2024.

Εδώ θα πρέπει να τεθούν κάποιες αφετηριακές αρχές στο τραπέζι. Η Ελλάδα οφείλει να τολµά. Φυσικά και η Κύπρος, η οποία όµως δεν είναι ένοπλη δύναµη, τουλάχιστον επί του παρόντος. Όταν έχουµε προωθήσει και σε ευρωπαϊκό επίπεδο έναν στρατηγικό σχεδιασµό, στην περίπτωση αυτή στον ενεργειακό τοµέα, δεν µπορεί στην εξέλιξη να ακινητοποιούµεθα εξαιτίας της τουρκικής αντίδρασης. Γιατί τότε είναι άµεσο το µήνυµα που στέλνουµε σε συµµάχους και ανταγωνιστές, ότι η Ελλάδα είναι µια «φοβική δύναµη», που άσχετα µε τον εξοπλισµό και τη δυνατότητά της αδυνατεί να προωθήσει συµφέροντα και σχεδιασµό στην Ανατολική Μεσόγειο χωρίς την εκ των προτέρων συµφωνία της Τουρκίας. Τι σηµαίνει αυτό; De facto συνεκµετάλλευση και συγκυριαρχία µε την Τουρκία. Μια παγίδα που σε κάθε περίπτωση πρέπει να αποφεύγουµε.

Από την άλλη, η Γαλλία είναι ο πλέον στενός σύµµαχος από την πλευρά των ευρωπαϊκών, ενώ η γαλλική εµπλοκή σίγουρα δεν είναι δευτερεύουσας σηµασίας και για την Τουρκία. Η Ελλάδα στη βάση των ηλεκτρικών καλωδίων της 3+1 (GSI) µε την Αίγυπτο και την Ιταλία πλέον δυτικά ασκεί γεωπολιτική. Βρίσκεται σε µια φάση συντονισµού µε την Ιερουσαλήµ και κράτη των Αράβων για την πορεία των αγωγών που θα παρακάµψουν τα επισφαλή Ορµούζ και προχωρά σε έρευνες για τυχόν εξόρυξη των δικών της υδρογονανθράκων. Αυτά δεν µπορούν να εξελιχθούν µε τη φοβική στάση που υπονοεί η αντιπολίτευση.

Δημοσιεύθηκε στην Απογευματινή