Θεία Μάρω, εις το επανιδείν

Γύρω Γύρω Όλοι

"Άλλη μία μεγάλη ηθοποιός, η Μάρω Κοντού, έφυγε για να βρει στους παράδεισους του ουρανού τους άλλους μεγάλους συναδέλφους της"

Θεία Μάρω, εις το επανιδείν

Άλλη μία μεγάλη ηθοποιός, η Μάρω Κοντού, «έφυγε» για να βρει στους παράδεισους του ουρανού τους άλλους μεγάλους συναδέλφους της. Αυτοί όπως κι εκείνη δεν έγραψαν απλώς ιστορία -όπως είναι η κοινότοπη έκφραση σε ανάλογες περιπτώσεις- στον ελληνικό κινηματογράφο. Αναπαράστησαν, άλλοτε με φοβερό χιούμορ και άλλοτε με εξίσου φοβερό συναίσθημα που έβγαζε πίκρα αλλά και ανθρωπιά, μία ολόκληρη εποχή. Εκείνην την εποχή που η Ελλάδα αγωνιζόταν να σταθεί στα πόδια της. Μία Ελλάδα που παρέμενε σχεδόν φτωχή αλλά αγνή, επειδή δεν είχε προλάβει να διαβρωθεί από τον σύγχρονο υλισμό που πνίγει τα συναισθήματα, χλευάζει την ανθρωπιά, αποκτηνώνει το άτομο.

Σταυρίδης, Κωνσταντάρας, Κοντού, Βουγιουκλάκη, Παπαμιχαήλ, Αλεξανδράκης, Λαμπέτη, Στολίγκας, Παπαγιαννόπουλος, Βουτσάς και τόσοι άλλοι. Μία χρυσή ομάδα που είχε τον τρόπο της είτε να σατιρίζει είτε να καυτηριάζει την κοινωνική και πολιτική ζωή της εποχής, τις ανθρώπινες αδυναμίες.

Ήταν οι χρόνοι εκείνοι που η Ελλάδα πάλευε να σκουπίσει τα συντρίμμια και τις θλιβερές αναμνήσεις της από έναν πόλεμο και έναν εμφύλιο. Είχε αρχίσει να ευημερεί, αλλά οι ανισότητες εξακολουθούσαν να είναι ορατές. Από τη μία οι πλούσιοι και από την άλλη οι μεροκαματιάρηδες. Λίγοι, πολύ λίγοι οι πρώτοι. Αφθονούσαν οι δεύτεροι. Αυτή η παροικία των πολλών ήταν που συνήθως ενέπνεε τα κινηματογραφικά σενάρια. Έρωτες, αγώνας καθημερινός, συγκρούσεις, συγκινήσεις αλλά πάνω απ’ όλα να επικρατεί το συναίσθημα. Είτε το τέλος ήταν αισιόδοξο είτε πικρό.

Η Μάρω Κοντού σε όλους τους ρόλους. Μία κοντέσα του ελληνικού σινεμά, όχι με την ειρωνική ή χλευαστική έννοια που απέδιδαν οι χωριανοί στη «Δασκάλα με τα χρυσά μάτια» του Μυριβήλη. Αλλά με την έννοια της αριστοκράτισσας στην ψυχή, στη συμπεριφορά, στις σχέσεις με τους γύρω της. Όλοι αυτοί οι χρόνοι που ανέστησε ο ελληνικός κινηματογράφος, με πρωταγωνιστές αυτούς που περιγράψαμε πιο πάνω, αλλά και πολλούς άλλους, είναι ένας καθρέπτης μια εποχής μακρινής για τους περισσότερους και ίσως όχι και ιδιαίτερα ελκυστικής στη σημερινή κοινωνία μας.

Αλλοτριωθήκαμε στο όνομα της προόδου και της εξέλιξης. Δεν ερεθίζει πια τις αισθήσεις ο βασιλικός που γέμιζε με το άρωμά του εκείνες τις φτωχικές αυλές, με τις κάμαρες γύρω γύρω και τη σκάφη σε μια γωνιά - το υπαίθριο πλυσταριό. Τα τριμμένα πουκάμισα είναι πια των απόβλητων και όχι των μεροκαματιάρηδων νοικοκυραίων. Και η ανθρωπιά είναι πλέον μία νόσος που τη «θεραπεύει» το εμβόλιο του εγώ. Θα μας λείπουν πάντα η Μάρω, ο Λάμπρος, ο Δημήτρης, η Έλλη και οι άλλοι. Αυτοί οι δάσκαλοι της ζωής. Μιας ζωής που αξίζει να ζεις…

Δεν έγραψε τους στίχους που ακολουθούν ο εθνικός μας τραγουδοποιός Διονύσης για την Κοντού. Όμως είναι ένα κατευόδιο προς εκείνην που άφησε αρκετούς ορφανούς: -Θεία Μάρω, καλέ Θεία Μάρω// στην ποδιά σου αύριο θα γείρουμε σαν ορφανά παιδιά…

Δημοσιεύτηκε στην Απογευματινή