Ευθανασία: Η "επιλογή" του θανάτου απέναντι στο δικαίωμα στη ζωή - Το νομικό πλαίσιο που ισχύει στην Ελλάδα και η αυξανόμενη τάση προς τη νομιμοποίησή της
Η διάκριση µεταξύ παθητικής και ενεργητικής ευθανασίας
Προβληματισμοί εγείρονται από την τραγική ιστορία της 25χρονης Νοέλια Καστίγιο, που υποβλήθηκε σε ευθανασία στην Ισπανία - Η "μετακίνηση" της ελληνικής κοινωνίας
Σε µια εποχή όπου ολοένα και περισσότερες κοινωνίες επανεξετάζουν τα όρια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας στο τέλος της ζωής, το ερώτημα του κατά πόσο αποδεκτή είναι η ευθανασία επιστρέφει δυναμικά στο προσκήνιο. Στην Ελλάδα, ωστόσο, η νοµική αφετηρία της συζήτησης παραμένει σαφής: Η ανθρώπινη ζωή προστατεύεται ως ύψιστη αξία. Όπως προβλέπει το Άρθρο 2, παράγραφος 1 του Συντάγματος, «ο σεβασµός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας». Η διάταξη αυτή ερµηνεύεται ως επιταγή απόλυτου σεβασµού της ζωής, χωρίς διακρίσεις ανάµεσα σε «άξιες» και «ανάξιες» ζωές.
Διαβάστε: Ισπανία: Πέθανε με ευθανασία η 25χρονη Ισπανίδα που βίασαν και έμεινε παραπληγική όταν επιχείρησε να αυτοκτονήσει - Η δραματική ιστορία της και η διαμάχη με την οικογένειά της (Βίντεο)
Στο πλαίσιο αυτό, η ελληνική έννομη τάξη δεν αναγνωρίζει κανένα δικαίωμα στον θάνατο ως αντίστροφη όψη του δικαιώματος στη ζωή. Αντιστοίχως αυστηρός είναι και ο Ποινικός Κώδικας, ο οποίος τιµωρεί την ανθρωποκτονία µε πρόθεση (Άρθρο 299), την ανθρωποκτονία µε συναίνεση (Αρθρο 300) και τη συµµετοχή σε αυτοκτονία (Άρθρο 301). Έτσι, δεν αφήνεται κανένα περιθώριο για ενεργητική ευθανασία, ακόµα και αν αυτή πραγµατοποιείται µε τη ρητή επιθυµία του ασθενούς.
Ωστόσο, το ίδιο νοµικό σύστηµα αναγνωρίζει κάτι που µοιάζει, εκ πρώτης όψεως, αντιφατικό: το δικαίωµα του ασθενούς να αρνηθεί θεραπεία. Έτσι, η παθητική ευθανασία -δηλαδή η απόφαση να µην παραταθεί τεχνητά η ζωή γίνεται αποδεκτή. Η βούληση του ασθενούς να αρνηθεί και να διακόψει σε κάθε στιγµή τη θεραπεία του αναγνωρίζεται πλήρως και είναι αυτή που οριοθετεί τελικά και το καθήκον του γιατρού. Η παράλειψη του γιατρού να χορηγήσει θεραπεία, από τη στιγµή που αυτή δεν επιφέρει άµεσα τον θάνατο, ο οποίος έρχεται φυσικά, είναι ποινικά αδιάφορη.
Τι σηµαίνει πρακτικά αυτό; Το ∆ίκαιο κατοχυρώνει -ή τουλάχιστον ανέχεται την παθητική ευθανασία, η οποία προϋποθέτει αφενός τη συναίνεση του ασθενούς, αφετέρου τη φυσική επέλευση του θανάτου ως βεβαιότητας. Φαίνεται, λοιπόν, πως το νοµικό µας πλαίσιο δεν αρνείται την πραγµατικότητα του θανάτου, αλλά επιχειρεί να ελέγξει τον τρόπο µε τον οποίο φτάνουµε σε αυτόν. Και ενώ ισχύουν όλα τα παραπάνω στη χώρα µας, η διεθνής πραγµατικότητα σταδιακά αλλάζει.
Η σπαρακτική υπόθεση της 25χρονης Νοέλια Καστίγιο, η οποία προχώρησε σε υποβοηθούµενη αυτοκτονία στην Ισπανία, παρά τη δικαστική διαµάχη µε τον πατέρα της, που προσπάθησε να την αποτρέψει, ανέδειξε µε δραµατικό τρόπο το δίληµµα ανάµεσα στην ατοµική αυτονοµία και την προστασία της ζωής.
Στην Ελλάδα, πάντως, η κοινωνία φαίνεται να µετακινείται ταχύτερα από τη νοµοθεσία. Σύµφωνα µε έρευνα της Εθνικής Επιτροπής Βιοηθικής και Τεχνοηθικής, που δηµοσιεύτηκε τον Ιούνιο του 2025, 6 στους 10 ερωτηθέντες τάσσονται υπέρ της παθητικής ευθανασίας, ενώ 7 στους 10 υπέρ της ενεργητικής.
Μέσα σε αυτό το σύνθετο πλαίσιο, ο καθηγητής Εφαρµοσµένης Ηθικής και Βιοηθικής στο ΕΚΠΑ, Ευάγγελος Πρωτοπαπαδάκης, µιλώντας στα «ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ», περιγράφει την ουσία του διλήµµατος: Από τη µία πλευρά βρίσκεται η αυτονοµία του ατόµου και από την άλλη η απόλυτη αξία της ανθρώπινης ζωής. «Ο κάθε άνθρωπος θα πρέπει να µπορεί να λαµβάνει αποφάσεις για τη ζωή του, άρα και για το τέλος της», επισηµαίνει, εξηγώντας πως αυτό το επιχείρηµα θεµελιώνει την ιδέα ενός δικαιώµατος επιλογής του τρόπου και του χρόνου του θανάτου. Ωστόσο, η αντίθετη θέση είναι εξίσου ισχυρή.
Στον δυτικό πολιτισµό, η ανθρώπινη ζωή θεωρείται ότι έχει απόλυτη αξία, ανεξάρτητα από τις συνθήκες. «Απόλυτη αξία σηµαίνει ότι η ζωή αξίζει το ίδιο, όποιες κι αν είναι οι συνθήκες, όσο επώδυνη ή δύσκολη κι αν είναι», τονίζει. Κατά συνέπεια, «όταν αποδεχόµαστε ένα αίτηµα ευθανασίας, είναι σαν να συνοµολογούµε ότι η ζωή του συγκεκριµένου ανθρώπου δεν έχει αυτή την απόλυτη αξία», αναφέρει ο κ. Πρωτοπαπαδάκης. Αυτό ακριβώς, σύµφωνα µε τον ίδιο, γεννά τον µεγαλύτερο φόβο: τον κίνδυνο της «ολισθηρής πλαγιάς». ∆ηλαδή, την πιθανότητα µια αρχικά εύλογη εξαίρεση να οδηγήσει σταδιακά σε ευρύτερη αµφισβήτηση της αξίας της ανθρώπινης ζωής. Υπενθυµίζει, µάλιστα, ότι ιστορικά τέτοιες αντιλήψεις οδήγησαν σε τραγικές εκτροπές, όταν, παραδείγµατος χάρη, στη ναζιστική Γερµανία υιοθετήθηκε η ιδέα ότι ορισµένες ζωές αξίζουν λιγότερο από άλλες.
Παράλληλα, όµως, αναγνωρίζει ότι οι σύγχρονες κοινωνίες αντιµετωπίζουν νέα δεδοµένα, γι’ αυτό και υπάρχει µια αυξανόµενη τάση προς τη νοµιµοποίηση της ευθανασίας. Συγκεκριµένα, δεδοµένου ότι οι άνθρωποι ζουν πλέον περισσότερο, είναι πιο εκτεθειµένοι σε χρόνιες και ανίατες ασθένειες. «Τα νοσήµατα φθοράς, όπως ο καρκίνος, συνοδεύονται συχνά από έντονο πόνο και δεν αφήνουν περιθώρια θεραπείας», υπογραµµίζει, συµπληρώνοντας πως σε αυτές τις περιπτώσεις «είναι εύλογο ο άνθρωπος να ζητήσει να επισπευσθεί το τέλος του».
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η διάκριση µεταξύ παθητικής και ενεργητικής ευθανασίας. Αν και η πρώτη θεωρείται ευρύτερα αποδεκτή, ο κ. Πρωτοπαπαδάκης εκτιµά ότι η ηθική διαφορά µεταξύ τους δεν είναι πάντα ουσιαστική. «Και στις δύο περιπτώσεις ο σκοπός είναι ο ίδιος», επισηµαίνει, υπογραµµίζοντας ότι η παθητική ευθανασία µπορεί στην πραγµατικότητα να οδηγήσει σε πιο επώδυνο θάνατο σε σχέση µε µια άµεση και ελεγχόµενη παρέµβαση.
Ο ίδιος, τελικά, τοποθετείται υπέρ της ευθανασίας ως επιλογής. «Πρέπει να προσφέρεται ως επιλογή σε όποιον την επιθυµεί», αναφέρει χαρακτηριστικά, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι πρόκειται για προσωπική του άποψη. Η βιοηθική, άλλωστε, δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις. Όπως τονίζει, πρόκειται για έναν χώρο όπου συνυπάρχουν αντικρουόµενα, αλλά συγκροτηµένα επιχειρήµατα. «Η ηθική είναι πάντοτε διχασµένη», όπως λέει. Εποµένως, η συζήτηση γύρω από την πράξη της ευθανασίας δεν µπορεί να κλείσει εύκολα. Αντίθετα, παραµένει ένα πεδίο όπου σε πολλές περιπτώσεις συγκρούονται ο νόµος, η ηθική και η προσωπική επιλογή. Και όσο η κοινωνία µεταβάλλεται, τόσο θα µεγαλώνει η πίεση να δοθούν σαφείς απαντήσεις.
Δημοσιεύτηκε στα Παραπολιτικά
Διαβάστε: Ισπανία: Πέθανε με ευθανασία η 25χρονη Ισπανίδα που βίασαν και έμεινε παραπληγική όταν επιχείρησε να αυτοκτονήσει - Η δραματική ιστορία της και η διαμάχη με την οικογένειά της (Βίντεο)
Τι ισχύει στη χώρα μας για την ευθανασία
Στο πλαίσιο αυτό, η ελληνική έννομη τάξη δεν αναγνωρίζει κανένα δικαίωμα στον θάνατο ως αντίστροφη όψη του δικαιώματος στη ζωή. Αντιστοίχως αυστηρός είναι και ο Ποινικός Κώδικας, ο οποίος τιµωρεί την ανθρωποκτονία µε πρόθεση (Άρθρο 299), την ανθρωποκτονία µε συναίνεση (Αρθρο 300) και τη συµµετοχή σε αυτοκτονία (Άρθρο 301). Έτσι, δεν αφήνεται κανένα περιθώριο για ενεργητική ευθανασία, ακόµα και αν αυτή πραγµατοποιείται µε τη ρητή επιθυµία του ασθενούς. Ωστόσο, το ίδιο νοµικό σύστηµα αναγνωρίζει κάτι που µοιάζει, εκ πρώτης όψεως, αντιφατικό: το δικαίωµα του ασθενούς να αρνηθεί θεραπεία. Έτσι, η παθητική ευθανασία -δηλαδή η απόφαση να µην παραταθεί τεχνητά η ζωή γίνεται αποδεκτή. Η βούληση του ασθενούς να αρνηθεί και να διακόψει σε κάθε στιγµή τη θεραπεία του αναγνωρίζεται πλήρως και είναι αυτή που οριοθετεί τελικά και το καθήκον του γιατρού. Η παράλειψη του γιατρού να χορηγήσει θεραπεία, από τη στιγµή που αυτή δεν επιφέρει άµεσα τον θάνατο, ο οποίος έρχεται φυσικά, είναι ποινικά αδιάφορη.
Τι σηµαίνει πρακτικά αυτό; Το ∆ίκαιο κατοχυρώνει -ή τουλάχιστον ανέχεται την παθητική ευθανασία, η οποία προϋποθέτει αφενός τη συναίνεση του ασθενούς, αφετέρου τη φυσική επέλευση του θανάτου ως βεβαιότητας. Φαίνεται, λοιπόν, πως το νοµικό µας πλαίσιο δεν αρνείται την πραγµατικότητα του θανάτου, αλλά επιχειρεί να ελέγξει τον τρόπο µε τον οποίο φτάνουµε σε αυτόν. Και ενώ ισχύουν όλα τα παραπάνω στη χώρα µας, η διεθνής πραγµατικότητα σταδιακά αλλάζει.
Η σπαρακτική υπόθεση της 25χρονης Νοέλια Καστίγιο στην Ισπανία και η "μετακίνηση" της ελληνικής κοινωνίας
Η σπαρακτική υπόθεση της 25χρονης Νοέλια Καστίγιο, η οποία προχώρησε σε υποβοηθούµενη αυτοκτονία στην Ισπανία, παρά τη δικαστική διαµάχη µε τον πατέρα της, που προσπάθησε να την αποτρέψει, ανέδειξε µε δραµατικό τρόπο το δίληµµα ανάµεσα στην ατοµική αυτονοµία και την προστασία της ζωής. Στην Ελλάδα, πάντως, η κοινωνία φαίνεται να µετακινείται ταχύτερα από τη νοµοθεσία. Σύµφωνα µε έρευνα της Εθνικής Επιτροπής Βιοηθικής και Τεχνοηθικής, που δηµοσιεύτηκε τον Ιούνιο του 2025, 6 στους 10 ερωτηθέντες τάσσονται υπέρ της παθητικής ευθανασίας, ενώ 7 στους 10 υπέρ της ενεργητικής.
Το ηθικό δίλημμα της ευθανασίας
Μέσα σε αυτό το σύνθετο πλαίσιο, ο καθηγητής Εφαρµοσµένης Ηθικής και Βιοηθικής στο ΕΚΠΑ, Ευάγγελος Πρωτοπαπαδάκης, µιλώντας στα «ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ», περιγράφει την ουσία του διλήµµατος: Από τη µία πλευρά βρίσκεται η αυτονοµία του ατόµου και από την άλλη η απόλυτη αξία της ανθρώπινης ζωής. «Ο κάθε άνθρωπος θα πρέπει να µπορεί να λαµβάνει αποφάσεις για τη ζωή του, άρα και για το τέλος της», επισηµαίνει, εξηγώντας πως αυτό το επιχείρηµα θεµελιώνει την ιδέα ενός δικαιώµατος επιλογής του τρόπου και του χρόνου του θανάτου. Ωστόσο, η αντίθετη θέση είναι εξίσου ισχυρή.Στον δυτικό πολιτισµό, η ανθρώπινη ζωή θεωρείται ότι έχει απόλυτη αξία, ανεξάρτητα από τις συνθήκες. «Απόλυτη αξία σηµαίνει ότι η ζωή αξίζει το ίδιο, όποιες κι αν είναι οι συνθήκες, όσο επώδυνη ή δύσκολη κι αν είναι», τονίζει. Κατά συνέπεια, «όταν αποδεχόµαστε ένα αίτηµα ευθανασίας, είναι σαν να συνοµολογούµε ότι η ζωή του συγκεκριµένου ανθρώπου δεν έχει αυτή την απόλυτη αξία», αναφέρει ο κ. Πρωτοπαπαδάκης. Αυτό ακριβώς, σύµφωνα µε τον ίδιο, γεννά τον µεγαλύτερο φόβο: τον κίνδυνο της «ολισθηρής πλαγιάς». ∆ηλαδή, την πιθανότητα µια αρχικά εύλογη εξαίρεση να οδηγήσει σταδιακά σε ευρύτερη αµφισβήτηση της αξίας της ανθρώπινης ζωής. Υπενθυµίζει, µάλιστα, ότι ιστορικά τέτοιες αντιλήψεις οδήγησαν σε τραγικές εκτροπές, όταν, παραδείγµατος χάρη, στη ναζιστική Γερµανία υιοθετήθηκε η ιδέα ότι ορισµένες ζωές αξίζουν λιγότερο από άλλες.
Παράλληλα, όµως, αναγνωρίζει ότι οι σύγχρονες κοινωνίες αντιµετωπίζουν νέα δεδοµένα, γι’ αυτό και υπάρχει µια αυξανόµενη τάση προς τη νοµιµοποίηση της ευθανασίας. Συγκεκριµένα, δεδοµένου ότι οι άνθρωποι ζουν πλέον περισσότερο, είναι πιο εκτεθειµένοι σε χρόνιες και ανίατες ασθένειες. «Τα νοσήµατα φθοράς, όπως ο καρκίνος, συνοδεύονται συχνά από έντονο πόνο και δεν αφήνουν περιθώρια θεραπείας», υπογραµµίζει, συµπληρώνοντας πως σε αυτές τις περιπτώσεις «είναι εύλογο ο άνθρωπος να ζητήσει να επισπευσθεί το τέλος του».
«Τα νοσήµατα φθοράς, όπως ο καρκίνος, συνοδεύονται συχνά από έντονο πόνο και δεν αφήνουν περιθώρια θεραπείας. Είναι εύλογο ο άνθρωπος να ζητήσει να επισπευσθεί το τέλος του» ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΠΡΩΤΟΠΑΠΑ∆ΑΚΗΣ, ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΕΦΑΡΜΟΣΜΕΝΗΣ ΗΘΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΙΟΗΘΙΚΗΣ ΣΤΟ ΕΚΠΑ
Η διάκριση µεταξύ παθητικής και ενεργητικής ευθανασίας
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η διάκριση µεταξύ παθητικής και ενεργητικής ευθανασίας. Αν και η πρώτη θεωρείται ευρύτερα αποδεκτή, ο κ. Πρωτοπαπαδάκης εκτιµά ότι η ηθική διαφορά µεταξύ τους δεν είναι πάντα ουσιαστική. «Και στις δύο περιπτώσεις ο σκοπός είναι ο ίδιος», επισηµαίνει, υπογραµµίζοντας ότι η παθητική ευθανασία µπορεί στην πραγµατικότητα να οδηγήσει σε πιο επώδυνο θάνατο σε σχέση µε µια άµεση και ελεγχόµενη παρέµβαση.
Ευάγγελος Πρωτοπαπαδάκης: Η ευθανασία πρέπει να προσφέρεται ως επιλογή σε όποιον την επιθυµεί
Ο ίδιος, τελικά, τοποθετείται υπέρ της ευθανασίας ως επιλογής. «Πρέπει να προσφέρεται ως επιλογή σε όποιον την επιθυµεί», αναφέρει χαρακτηριστικά, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι πρόκειται για προσωπική του άποψη. Η βιοηθική, άλλωστε, δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις. Όπως τονίζει, πρόκειται για έναν χώρο όπου συνυπάρχουν αντικρουόµενα, αλλά συγκροτηµένα επιχειρήµατα. «Η ηθική είναι πάντοτε διχασµένη», όπως λέει. Εποµένως, η συζήτηση γύρω από την πράξη της ευθανασίας δεν µπορεί να κλείσει εύκολα. Αντίθετα, παραµένει ένα πεδίο όπου σε πολλές περιπτώσεις συγκρούονται ο νόµος, η ηθική και η προσωπική επιλογή. Και όσο η κοινωνία µεταβάλλεται, τόσο θα µεγαλώνει η πίεση να δοθούν σαφείς απαντήσεις.Δημοσιεύτηκε στα Παραπολιτικά
En