Στις δεκαετίες του 1960 οι ιταλικές αρχές απηύθυναν διεθνή έκκληση για την υποβολή προτάσεων που θα μπορούσαν να αποτρέψουν την κατάρρευση του περίφημου Πύργου της Πίζας. Εκείνη την περίοδο, η κορυφή του μνημείου ύψους 54 μέτρων βρισκόταν περίπου πέντε μέτρα νοτιότερα από τη βάση του, ενώ οι μελέτες έδειχναν ότι η κλίση του αυξανόταν, έστω και ανεπαίσθητα, κάθε χρόνο. Οι επιστήμονες προειδοποιούσαν ότι το μεσαιωνικό οικοδόμημα, ένα από τα σημαντικότερα τουριστικά αξιοθέατα της Ιταλίας, αντιμετώπιζε σοβαρό κίνδυνο κατάρρευσης σε περίπτωση σεισμού ή ισχυρής καταιγίδας. Προτάσεις για τη διάσωσή του έφταναν στην Πίζα από κάθε γωνιά του κόσμου, ωστόσο χρειάστηκε να φτάσει το 1999 για να ξεκινήσουν οι πρώτες επιτυχημένες εργασίες αποκατάστασης.

Η ανέγερση του πύργου άρχισε στις 9 Αυγούστου 1173, με σκοπό να στεγάσει τις καμπάνες του μεγάλου καθεδρικού ναού της Piazza dei Miracoli (Πλατείας των Θαυμάτων). Εκείνη την εποχή, η Πίζα ήταν μία από τις μεγαλύτερες εμπορικές δυνάμεις και συγκαταλεγόταν στις πλουσιότερες πόλεις του κόσμου. Ο πύργος σχεδιαζόταν να εξελιχθεί σε ένα από τα πιο εντυπωσιακά καμπαναριά που είχε γνωρίσει ποτέ η Ευρώπη, σύμφωνα με το History.com. Ωστόσο, όταν η κατασκευή έφτασε στον τρίτο όροφο, οι εργασίες διακόπηκαν για άγνωστο μέχρι σήμερα λόγο. Πιθανότατα υπήρξαν οικονομικές ή πολιτικές δυσκολίες ή οι μηχανικοί διαπίστωσαν ήδη από τότε ότι ο πύργος είχε αρχίσει να βυθίζεται από τη μία πλευρά.

Γιατί γέρνει ο πύργος της Πίζας;

Όπως αποδείχθηκε πολλά χρόνια αργότερα, η χαρακτηριστική κλίση του πύργου οφείλεται στα κατάλοιπα της εκβολής ενός αρχαίου ποταμού που βρίσκεται κάτω από τα θεμέλιά του. Το υπέδαφος αποτελείται σε μεγάλο βαθμό από νερό και λασπώδη άμμο, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα το βαρύ μαρμάρινο οικοδόμημα να αρχίσει να βυθίζεται σταδιακά από τη στιγμή που τοποθετήθηκαν τα θεμέλια.

Η διακοπή των εργασιών για 95 χρόνια έδωσε στο κτίριο τη δυνατότητα να ισορροπήσει σε κάποιο βαθμό. Όταν οι εργασίες συνεχίστηκαν, ο αρχιμηχανικός επιχείρησε να αντισταθμίσει την κλίση κατασκευάζοντας τους νέους ορόφους ελαφρώς ψηλότερους από τη μία πλευρά. Το 1278 οι εργασίες έφτασαν στον έβδομο και τελευταίο όροφο, πριν διακοπούν ξανά. Μέχρι τότε, η κλίση του πύργου είχε φτάσει σχεδόν το ένα μέτρο. Το 1360 ξεκίνησε η κατασκευή του καμπαναριού, με νέα προσπάθεια αντιστάθμισης της κλίσης μέσω ενός λοξού ταβανιού.

Ο πύργος ολοκληρώθηκε περίπου το 1370 και, παρά τη χαρακτηριστική του κλίση, θεωρήθηκε αρχιτεκτονικό θαύμα. Επισκέπτες από κάθε γωνιά έφταναν για να θαυμάσουν τις 200 κολώνες και τις έξι εσωτερικές στοές του. Καθώς η κλίση συνέχιζε να αυξάνεται ελαφρώς χρόνο με τον χρόνο, αυξανόταν παράλληλα και το ενδιαφέρον του κόσμου για το μνημείο. Μετρήσεις που έγιναν το 1550 έδειξαν ότι η κορυφή του είχε μετατοπιστεί κατά 3,5 μέτρα νοτιότερα από τη βάση. Το 1838 ένας αρχιτέκτονας έλαβε άδεια να σκάψει στη βάση του πύργου. Όταν όμως ξεκίνησαν οι εργασίες, άρχισε να αναβλύζει νερό από το έδαφος, με αποτέλεσμα η κλίση να αυξηθεί ακόμη περισσότερο. Το 1934 ο Ιταλός δικτάτορας Μουσολίνι έκρινε ότι ένας πύργος που γέρνει δεν ταίριαζε στην εικόνα της χώρας. Στο πλαίσιο μιας προσπάθειας να διορθωθεί η κλίση, μηχανικοί άνοιξαν τρύπες στα θεμέλια και διοχέτευσαν σε αυτές 200 τόνους τσιμέντου. Αντί όμως να βελτιωθεί η κατάσταση, ο πύργος πήρε ακόμη μεγαλύτερη κλίση.

Έκκληση για τη διάσωση του μνημείου

Το 1964, ανήσυχη για τον κίνδυνο κατάρρευσης, η ιταλική κυβέρνηση ζήτησε προτάσεις για τη διάσωση του μνημείου. Δύο χρόνια αργότερα, μία ακόμη προσπάθεια αποκατάστασης εγκαταλείφθηκε, καθώς επιδείνωσε περαιτέρω την κλίση. Ακολούθησαν νέες παρεμβάσεις το 1985, μέχρι που το 1990 η ιταλική κυβέρνηση αποφάσισε να κλείσει τον πύργο για το κοινό, εξαιτίας των σοβαρών ανησυχιών για την ασφάλειά του. Το 1992, στο πλαίσιο προσωρινής σταθεροποίησης του κτιρίου, τοποθετήθηκαν γύρω του ατσάλινοι τένοντες καλυμμένοι με πλαστικό, οι οποίοι έφταναν έως τον δεύτερο όροφο. Έναν χρόνο αργότερα κατασκευάστηκαν τσιμεντένια θεμέλια περιμετρικά του πύργου και τοποθετήθηκαν αντίβαρα στη βόρεια πλευρά, μειώνοντας την κλίση κατά 2,5 εκατοστά. Το 1995 η επιτροπή αποκατάστασης επιχείρησε να αντικαταστήσει τα αντίβαρα με υπόγεια καλώδια. Για τον σκοπό αυτό οι μηχανικοί πάγωσαν το έδαφος με υγρό άζωτο, όμως η διαδικασία προκάλεσε απότομη αύξηση της κλίσης και το σχέδιο εγκαταλείφθηκε.

Τελικά, το 1999 ξεκίνησε μια εξαιρετικά αργή και σταδιακή διαδικασία αφαίρεσης χώματος κάτω από τη νότια πλευρά του πύργου. Μέσα σε λίγους μήνες τα πρώτα αποτελέσματα ήταν ενθαρρυντικά. Οι εργασίες συνεχίστηκαν με τη βοήθεια τεράστιων καλωδίων που συγκρατούσαν το μνημείο σε περίπτωση αιφνίδιας αποσταθεροποίησης. Μέσα σε έξι μήνες η κλίση είχε μειωθεί κατά περισσότερα από 2,5 εκατοστά, ενώ μέχρι το τέλος του 2000 είχε περιοριστεί συνολικά κατά 30 εκατοστά. Ο Πύργος της Πίζας άνοιξε ξανά τις πύλες του στο κοινό τον Δεκέμβριο του 2001, όταν η κλίση του είχε μειωθεί κατά 45 εκατοστά. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, οι παρεμβάσεις αυτές χάρισαν στο εμβληματικό μνημείο ακόμη 300 χρόνια ζωής.