Κύπρος: 52 χρόνια από το προδοτικό πραξικόπημα που άνοιξε τον δρόμο για τον "Αττίλα" - Οι δραματικές ώρες της ανατροπής του Μακαρίου
Η ανοικτή πληγή του Ελληνισμού
Ο Μακάριος Γ' κατάφερε να διαφύγει στην Πάφο και στη συνέχεια μέσω Μάλτας στο Λονδίνο. Πέντε μέρες αργότερα πραγματοποιήθηκε η τουρκική εισβολή στην Κύπρο που οδήγησε στη διχοτόμηση
Εκείνο το ηλιόλουστο πρωινό της Δευτέρας 15 Ιουλίου 1974 κανείς στη Λευκωσία δεν φανταζόταν όσα θα επακολουθούσαν τις επόμενες ώρες και θα είχαν ως αποτέλεσμα να αλλάξει για πάντα η κυπριακή ιστορία. Οι δρόμοι ήταν ήρεμοι, ωστόσο πίσω από τις κλειστές πόρτες των στρατοπέδων τα τανκς ζέσταιναν τις μηχανές τους, καθώς το πραξικόπημα που προετοίμαζε για μεγάλο χρονικό διάστημα η χούντα των Αθηνών έπαιρνε σιγά-σιγά σάρκα και οστά. Σε αυτό είχε συντελέσει το γεγονός ότι οι σχέσεις Αθήνας - Λευκωσίας βάδιζαν σε ένα τεντωμένο σκοινί, ενώ ο «αόρατος» δικτάτορας Δημήτρης Ιωαννίδης εκτιμούσε ότι ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος είχε εγκαταλείψει οριστικά τον στόχο της ένωσης Ελλάδας - Κύπρου. Μάλιστα, θεωρούσε ότι ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας ακολουθούσε φιλοκομμουνιστική πολιτική και επιχειρούσε να καταστήσει την Κυπριακή Δημοκρατία πλήρως ανεξάρτητη από την Αθήνα.
Θρυλείται, μάλιστα, ότι από τις αρχές του 1974 είχε αποφασίσει ότι ο Μακάριος έπρεπε να ανατραπεί. Σύμφωνα με μαρτυρίες, είχε πει σε συγκέντρωση αξιωματικών: «Πρέπει να τελειώνουμε με τον Μούσκο», χρησιμοποιώντας το κοσμικό όνομα του Αρχιεπισκόπου. Ο Μακάριος Γ' δεν αγνοούσε τους κινδύνους που εγκυμονούσαν. Άλλωστε, τόσο ο Ευάγγελος Αβέρωφ όσο και άλλοι Έλληνες πολιτικοί τον ειχαν προειδοποιήσει ότι ετοιμαζόταν πραξικόπημα με στόχο την ανατροπή του. Παράλληλα, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, αλλά και ο Ανδρέας Παπανδρέου από το εξωτερικό όπου βρίσκονταν είχαν εκφράσει ανάλογες ανησυχίες. Παρ’ όλα αυτά στην Κύπρο δεν υπήρχε κινητοποίηση, ενώ τα μέτρα ασφαλείας είχαν περιοριστεί στην προστασία ορισμένων προσώπων.
Η αντίστροφη μέτρηση ξεκίνησε την 1η Ιουλίου 1974, όταν η κυβέρνηση αποφάσισε να μειώσει τη στρατιωτική θητεία στους δεκατέσσερις μήνες και να περιορίσει την παρουσία των Ελλαδιτών αξιωματικών στην Εθνική Φρουρά. Μία ημέρα αργότερα, ο Μακάριος απέστειλε επιστολή στον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας, στρατηγό Φαίδωνα Γκιζίκη, κατηγορώντας ευθέως την ελληνική κυβέρνηση ότι υποκινούσε συνωμοσίες εναντίον του και ζητούσε την ανάκληση 650 Ελλαδιτών αξιωματικών από την Κύπρο.
Την ίδια κιόλας ημέρα, στην Αθήνα, πραγματοποιήθηκε σύσκεψη υπό τον αρχηγό των Ενόπλων Δυνάμεων, στρατηγό Γρηγόριο Μπονάνο, με τη συμμετοχή του Ιωαννίδη. Η απόφαση ήταν οριστική. Το πραξικόπημα θα εκδηλωνόταν τη Δευτέρα 15 Ιουλίου. Την ευθύνη της επιχείρησης ανέλαβαν ο ταξίαρχος Μιχαήλ Γεωργίτσης και ο συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Κομπόκης, που υπηρετούσαν ήδη στην Εθνική Φρουρά.
Λίγα 24ωρα μετά έλαβε χώρα στην Αθήνα μία ακόμα σύσκεψη στην Αθήνα με τη συμμετοχή του Γκιζίκη, του πρωθυπουργού Αδαμάντιου Ανδρουτσόπουλου, του Γρηγόρη Μπονάνου και του διοικητή της Εθνικής Φρουράς, αντιστράτηγου Γεωργίου Ντενίση. Εκ των υστέρων αποδείχθηκε ότι η συνάντηση είχε περισσότερο χαρακτήρα παραπλάνησης, καθώς ο Ντενίσης ήταν αντίθετος σε ένα πραξικόπημα και οι πραγματικές αποφάσεις είχαν ήδη ληφθεί.
Τη στιγμή της επίθεσης ο Μακάριος δεχόταν στο Προεδρικό μια ομάδα ελληνοπαίδων από την Αίγυπτο. Όταν ακούστηκαν οι πρώτοι πυροβολισμοί, προσπάθησε να τα καθησυχάσει, πιστεύοντας αρχικά ότι επρόκειτο για μεμονωμένο επεισόδιο. Όμως, όταν τα άρματα μάχης άρχισαν να χτυπούν το κτίριο και οι εκρήξεις διαδέχονταν η μία την άλλη, αντιλήφθηκε ότι βρισκόταν στο επίκεντρο μιας οργανωμένης επιχείρησης ανατροπής. Πρώτη του μέριμνα ήταν να απομακρυνθούν με ασφάλεια τα παιδιά και οι συνοδοί τους. Έπειτα, μαζί με τρεις πιστούς σωματοφύλακες, αναζήτησε τρόπο διαφυγής.
Στη δυτική πλευρά του Προεδρικού Μεγάρου υπήρχε μία δίοδος που δεν είχε αποκλειστεί από τους πραξικοπηματίες. Εκμεταλλευόμενος το κενό, ο Μακάριος εγκατέλειψε το κτίριο φορώντας πολιτικά ρούχα. Ακολουθώντας την κοίτη ενός χειμάρρου, κατάφερε να απομακρυνθεί χωρίς να γίνει αντιληπτός και, ύστερα από μια περιπετειώδη διαδρομή, έφθασε στη Μονή Κύκκου. Από εκεί συνέχισε προς την Πάφο. Το γεγονός ότι η δίοδος είχε μείνει αφύλακτη αποτέλεσε αντικείμενο έντονης συζήτησης για δεκαετίες. Ο συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Κομπόκης υποστήριξε αργότερα ότι είχε λάβει εντολή να αφήσει ανοιχτή μία οδό διαφυγής, ενώ ο ταξίαρχος Μιχαήλ Γεωργίτσης απέδωσε το γεγονός στην έλλειψη επαρκών δυνάμεων για τον πλήρη αποκλεισμό του χώρου.
Μέχρι το μεσημέρι οι πραξικοπηματίες είχαν θέσει υπό τον έλεγχό τους σχεδόν ολόκληρη τη Λευκωσία. Σποραδικές εστίες αντίστασης εμφανίστηκαν από πολιτοφύλακες της ΕΔΕΚ του Βάσου Λυσαρίδη και από το Εφεδρικό Σώμα, όμως δεν κατάφεραν να ανατρέψουν την κατάσταση. Οι συγκρούσεις ήταν σφοδρές και αιματηρές, αφήνοντας πίσω τους δεκάδες νεκρούς και τραυματίες ήδη από τις πρώτες ώρες.
Αμέσως μετά την επικράτησή τους, οι πρωτεργάτες του πραξικοπήματος αναζήτησαν πρόσωπο που θα αναλάμβανε την Προεδρία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αρχικά απευθύνθηκαν σε ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς, αλλά και στον πρόεδρο της Βουλής, Γλαύκο Κληρίδη. Όλοι αρνήθηκαν να νομιμοποιήσουν το πραξικόπημα. Τελικά, η επιλογή κατέληξε στον δημοσιογράφο και πρώην αγωνιστή της ΕΟΚΑ Νίκο Σαμψών, μία από τις πλέον αμφιλεγόμενες προσωπικότητες της σύγχρονης κυπριακής ιστορίας. Όταν η επιλογή αυτή έγινε γνωστή στον Δημήτριο Ιωαννίδη, φέρεται να αντέδρασε με εμφανή δυσαρέσκεια, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Πεντακόσιες χιλιάδες Έλληνες υπάρχουν στην Κύπρο, αυτόν βρήκατε να κάνετε πρόεδρο».
Μέχρι το επόμενο πρωί το πραξικόπημα είχε ουσιαστικά επικρατήσει σε ολόκληρο το νησί. Το τίμημα, όμως, ήταν βαρύ. Περίπου 450 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στις συγκρούσεις μεταξύ Ελληνοκυπρίων, σε μια τραγική αδελφοκτόνα σύγκρουση που τραυμάτισε βαθιά την κυπριακή κοινωνία. Την ίδια ώρα, ο Μακάριος είχε βρει προσωρινό καταφύγιο στο στρατόπεδο της ειρηνευτικής δύναμης των Ηνωμένων Εθνών στην Πάφο. Και ενώ οι πραξικοπηματίες αλλά και η χούντα τον θεωρούσαν νεκρό, εκείνος απηύθυνε μήνυμα προς τον κυπριακό λαό.
«Ελληνικέ Κυπριακέ Λαέ! Γνώριμη είναι η φωνή που ακούεις. Γνωρίζεις, ποιος σου ομιλεί. Είμαι ο Μακάριος. Είμαι εκείνος, τον οποίο συ εξέλεξες δια να είναι ο ηγέτης σου. Δεν είμαι νεκρός. Είμαι ζωντανός. Και είμαι μαζί σου, συναγωνιστής και σημαιοφόρος εις τον κοινόν αγώνα. Το πραξικόπημα της χούντας απέτυχε. Εγώ ήμουν ο στόχος της και εγώ, εφόσον ζω, η Χούντα εις την Κύπρον δεν θα περάση. Η Χούντα απεφάσισε να καταστρέψη την Κύπρο. Να την διχοτομήση. Αλλά δεν θα το κατορθώση. Πρόβαλε παντοιοτρόπως αντίστασιν εις την Χούντα. Μη φοβηθής. Ενταχθήτε όλοι εις τα νομίμους δυνάμεις του κράτους. Η Χούντα δεν πρέπει να περάση και δεν θα περάση. Νυν υπέρ πάντων ο αγών!».
Στη συνέχεια από την Πάφο μεταφέρθηκε με βρετανικό στρατιωτικό αεροσκάφος, μέσω Μάλτας, στο Λονδίνο, όπου στις 17 Ιουλίου συναντήθηκε με τον Βρετανό πρωθυπουργό, Χάρολντ Ουίλσον, και τον υπουργό Εξωτερικών, Τζέιμς Κάλαχαν, επιδιώκοντας διεθνή στήριξη για την αποκατάσταση της συνταγματικής νομιμότητας.
Οι διεθνείς αντιδράσεις υπήρξαν συγκρατημένες. Η Μεγάλη Βρετανία περιορίστηκε σε έκκληση για αυτοσυγκράτηση, αποφεύγοντας να αναλάβει άμεση πρωτοβουλία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δήλωσαν ότι στηρίζουν την ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας, χωρίς όμως να ταχθούν υπέρ της επαναφοράς του Μακαρίου στην εξουσία. Ο υπουργός Εξωτερικών Χένρι Κίσινγκερ απέρριψε σχετική πρόταση, ενώ η κυβέρνηση της Αθήνας προσπάθησε να παρουσιάσει τις εξελίξεις ως εσωτερική υπόθεση ενός ανεξάρτητου κράτους.
Στην τουρκοκυπριακή κοινότητα επικράτησε αρχικά στάση αναμονής. Στην Άγκυρα, όμως, το πραξικόπημα θεωρήθηκε ότι ανέτρεπε τη συνταγματική τάξη που προέβλεπαν οι συμφωνίες του 1960. Την ίδια κιόλας ημέρα συγκλήθηκε το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας της Τουρκίας και οι στρατιωτικοί ενημέρωσαν τον πρωθυπουργό, Μπουλέντ Ετσεβίτ, ότι οι ένοπλες δυνάμεις θα ήταν έτοιμες να επέμβουν μέσα σε πέντε ημέρες. Η εκτίμηση αυτή αποδείχθηκε προφητική.
Στις 20 Ιουλίου 1974, με την επίκληση των δικαιωμάτων της ως εγγυήτριας δύναμης, η Τουρκία εξαπέλυσε την επιχείρηση «Αττίλας», πραγματοποιώντας απόβαση στις ακτές της Κερύνειας. Η τουρκική εισβολή οδήγησε στην κατοχή μεγάλου τμήματος της Κύπρου, στον εκτοπισμό εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, σε χιλιάδες νεκρούς και αγνοουμένους και στη διχοτόμηση του νησιού, μια πραγματικότητα που, μισό αιώνα αργότερα, εξακολουθεί να καθορίζει την πορεία της Κυπριακής Δημοκρατίας και να αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες ανοιχτές πληγές του Ελληνισμού.
Θρυλείται, μάλιστα, ότι από τις αρχές του 1974 είχε αποφασίσει ότι ο Μακάριος έπρεπε να ανατραπεί. Σύμφωνα με μαρτυρίες, είχε πει σε συγκέντρωση αξιωματικών: «Πρέπει να τελειώνουμε με τον Μούσκο», χρησιμοποιώντας το κοσμικό όνομα του Αρχιεπισκόπου. Ο Μακάριος Γ' δεν αγνοούσε τους κινδύνους που εγκυμονούσαν. Άλλωστε, τόσο ο Ευάγγελος Αβέρωφ όσο και άλλοι Έλληνες πολιτικοί τον ειχαν προειδοποιήσει ότι ετοιμαζόταν πραξικόπημα με στόχο την ανατροπή του. Παράλληλα, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, αλλά και ο Ανδρέας Παπανδρέου από το εξωτερικό όπου βρίσκονταν είχαν εκφράσει ανάλογες ανησυχίες. Παρ’ όλα αυτά στην Κύπρο δεν υπήρχε κινητοποίηση, ενώ τα μέτρα ασφαλείας είχαν περιοριστεί στην προστασία ορισμένων προσώπων.
Η αντίστροφη μέτρηση ξεκίνησε την 1η Ιουλίου 1974, όταν η κυβέρνηση αποφάσισε να μειώσει τη στρατιωτική θητεία στους δεκατέσσερις μήνες και να περιορίσει την παρουσία των Ελλαδιτών αξιωματικών στην Εθνική Φρουρά. Μία ημέρα αργότερα, ο Μακάριος απέστειλε επιστολή στον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας, στρατηγό Φαίδωνα Γκιζίκη, κατηγορώντας ευθέως την ελληνική κυβέρνηση ότι υποκινούσε συνωμοσίες εναντίον του και ζητούσε την ανάκληση 650 Ελλαδιτών αξιωματικών από την Κύπρο.
Την ίδια κιόλας ημέρα, στην Αθήνα, πραγματοποιήθηκε σύσκεψη υπό τον αρχηγό των Ενόπλων Δυνάμεων, στρατηγό Γρηγόριο Μπονάνο, με τη συμμετοχή του Ιωαννίδη. Η απόφαση ήταν οριστική. Το πραξικόπημα θα εκδηλωνόταν τη Δευτέρα 15 Ιουλίου. Την ευθύνη της επιχείρησης ανέλαβαν ο ταξίαρχος Μιχαήλ Γεωργίτσης και ο συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Κομπόκης, που υπηρετούσαν ήδη στην Εθνική Φρουρά.
Λίγα 24ωρα μετά έλαβε χώρα στην Αθήνα μία ακόμα σύσκεψη στην Αθήνα με τη συμμετοχή του Γκιζίκη, του πρωθυπουργού Αδαμάντιου Ανδρουτσόπουλου, του Γρηγόρη Μπονάνου και του διοικητή της Εθνικής Φρουράς, αντιστράτηγου Γεωργίου Ντενίση. Εκ των υστέρων αποδείχθηκε ότι η συνάντηση είχε περισσότερο χαρακτήρα παραπλάνησης, καθώς ο Ντενίσης ήταν αντίθετος σε ένα πραξικόπημα και οι πραγματικές αποφάσεις είχαν ήδη ληφθεί.
Το πραξικόπημα
Το πρωινό της 15ης Ιουλίου ο Μακάριος επέστρεφε από το όρος Τρόοδος στο Προεδρικό Μέγαρο. Η αυτοκινητοπομπή του πέρασε μπροστά από στρατόπεδο της Εθνικής Φρουράς στην Κοκκινοτριμιθιά. Τα άρματα μάχης βρίσκονταν ήδη σε πλήρη ετοιμότητα, όμως κανείς από τη συνοδεία του δεν υποψιάστηκε ότι σε λίγα λεπτά θα εκδηλωνόταν το πραξικόπημα. Το έναυσμα δόθηκε στις 08.15 το πρωί. «Ο Αλέξανδρος εισήλθε εις το νοσοκομείο». Αμέσως μετά τα πρώτα τεθωρακισμένα ξεκίνησαν προς το Προεδρικό Μέγαρο, ενώ μονάδες καταδρομών καταλάμβαναν τα σημαντικότερα δημόσια κτίρια της Λευκωσίας. Το πραξικόπημα είχε πλέον εκδηλωθεί.Τη στιγμή της επίθεσης ο Μακάριος δεχόταν στο Προεδρικό μια ομάδα ελληνοπαίδων από την Αίγυπτο. Όταν ακούστηκαν οι πρώτοι πυροβολισμοί, προσπάθησε να τα καθησυχάσει, πιστεύοντας αρχικά ότι επρόκειτο για μεμονωμένο επεισόδιο. Όμως, όταν τα άρματα μάχης άρχισαν να χτυπούν το κτίριο και οι εκρήξεις διαδέχονταν η μία την άλλη, αντιλήφθηκε ότι βρισκόταν στο επίκεντρο μιας οργανωμένης επιχείρησης ανατροπής. Πρώτη του μέριμνα ήταν να απομακρυνθούν με ασφάλεια τα παιδιά και οι συνοδοί τους. Έπειτα, μαζί με τρεις πιστούς σωματοφύλακες, αναζήτησε τρόπο διαφυγής.
Στη δυτική πλευρά του Προεδρικού Μεγάρου υπήρχε μία δίοδος που δεν είχε αποκλειστεί από τους πραξικοπηματίες. Εκμεταλλευόμενος το κενό, ο Μακάριος εγκατέλειψε το κτίριο φορώντας πολιτικά ρούχα. Ακολουθώντας την κοίτη ενός χειμάρρου, κατάφερε να απομακρυνθεί χωρίς να γίνει αντιληπτός και, ύστερα από μια περιπετειώδη διαδρομή, έφθασε στη Μονή Κύκκου. Από εκεί συνέχισε προς την Πάφο. Το γεγονός ότι η δίοδος είχε μείνει αφύλακτη αποτέλεσε αντικείμενο έντονης συζήτησης για δεκαετίες. Ο συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Κομπόκης υποστήριξε αργότερα ότι είχε λάβει εντολή να αφήσει ανοιχτή μία οδό διαφυγής, ενώ ο ταξίαρχος Μιχαήλ Γεωργίτσης απέδωσε το γεγονός στην έλλειψη επαρκών δυνάμεων για τον πλήρη αποκλεισμό του χώρου.
Μέχρι το μεσημέρι οι πραξικοπηματίες είχαν θέσει υπό τον έλεγχό τους σχεδόν ολόκληρη τη Λευκωσία. Σποραδικές εστίες αντίστασης εμφανίστηκαν από πολιτοφύλακες της ΕΔΕΚ του Βάσου Λυσαρίδη και από το Εφεδρικό Σώμα, όμως δεν κατάφεραν να ανατρέψουν την κατάσταση. Οι συγκρούσεις ήταν σφοδρές και αιματηρές, αφήνοντας πίσω τους δεκάδες νεκρούς και τραυματίες ήδη από τις πρώτες ώρες.
Αμέσως μετά την επικράτησή τους, οι πρωτεργάτες του πραξικοπήματος αναζήτησαν πρόσωπο που θα αναλάμβανε την Προεδρία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αρχικά απευθύνθηκαν σε ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς, αλλά και στον πρόεδρο της Βουλής, Γλαύκο Κληρίδη. Όλοι αρνήθηκαν να νομιμοποιήσουν το πραξικόπημα. Τελικά, η επιλογή κατέληξε στον δημοσιογράφο και πρώην αγωνιστή της ΕΟΚΑ Νίκο Σαμψών, μία από τις πλέον αμφιλεγόμενες προσωπικότητες της σύγχρονης κυπριακής ιστορίας. Όταν η επιλογή αυτή έγινε γνωστή στον Δημήτριο Ιωαννίδη, φέρεται να αντέδρασε με εμφανή δυσαρέσκεια, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Πεντακόσιες χιλιάδες Έλληνες υπάρχουν στην Κύπρο, αυτόν βρήκατε να κάνετε πρόεδρο».
Μέχρι το επόμενο πρωί το πραξικόπημα είχε ουσιαστικά επικρατήσει σε ολόκληρο το νησί. Το τίμημα, όμως, ήταν βαρύ. Περίπου 450 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στις συγκρούσεις μεταξύ Ελληνοκυπρίων, σε μια τραγική αδελφοκτόνα σύγκρουση που τραυμάτισε βαθιά την κυπριακή κοινωνία. Την ίδια ώρα, ο Μακάριος είχε βρει προσωρινό καταφύγιο στο στρατόπεδο της ειρηνευτικής δύναμης των Ηνωμένων Εθνών στην Πάφο. Και ενώ οι πραξικοπηματίες αλλά και η χούντα τον θεωρούσαν νεκρό, εκείνος απηύθυνε μήνυμα προς τον κυπριακό λαό.
«Ελληνικέ Κυπριακέ Λαέ! Γνώριμη είναι η φωνή που ακούεις. Γνωρίζεις, ποιος σου ομιλεί. Είμαι ο Μακάριος. Είμαι εκείνος, τον οποίο συ εξέλεξες δια να είναι ο ηγέτης σου. Δεν είμαι νεκρός. Είμαι ζωντανός. Και είμαι μαζί σου, συναγωνιστής και σημαιοφόρος εις τον κοινόν αγώνα. Το πραξικόπημα της χούντας απέτυχε. Εγώ ήμουν ο στόχος της και εγώ, εφόσον ζω, η Χούντα εις την Κύπρον δεν θα περάση. Η Χούντα απεφάσισε να καταστρέψη την Κύπρο. Να την διχοτομήση. Αλλά δεν θα το κατορθώση. Πρόβαλε παντοιοτρόπως αντίστασιν εις την Χούντα. Μη φοβηθής. Ενταχθήτε όλοι εις τα νομίμους δυνάμεις του κράτους. Η Χούντα δεν πρέπει να περάση και δεν θα περάση. Νυν υπέρ πάντων ο αγών!».
Στη συνέχεια από την Πάφο μεταφέρθηκε με βρετανικό στρατιωτικό αεροσκάφος, μέσω Μάλτας, στο Λονδίνο, όπου στις 17 Ιουλίου συναντήθηκε με τον Βρετανό πρωθυπουργό, Χάρολντ Ουίλσον, και τον υπουργό Εξωτερικών, Τζέιμς Κάλαχαν, επιδιώκοντας διεθνή στήριξη για την αποκατάσταση της συνταγματικής νομιμότητας.
Οι διεθνείς αντιδράσεις υπήρξαν συγκρατημένες. Η Μεγάλη Βρετανία περιορίστηκε σε έκκληση για αυτοσυγκράτηση, αποφεύγοντας να αναλάβει άμεση πρωτοβουλία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δήλωσαν ότι στηρίζουν την ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας, χωρίς όμως να ταχθούν υπέρ της επαναφοράς του Μακαρίου στην εξουσία. Ο υπουργός Εξωτερικών Χένρι Κίσινγκερ απέρριψε σχετική πρόταση, ενώ η κυβέρνηση της Αθήνας προσπάθησε να παρουσιάσει τις εξελίξεις ως εσωτερική υπόθεση ενός ανεξάρτητου κράτους.
Στην τουρκοκυπριακή κοινότητα επικράτησε αρχικά στάση αναμονής. Στην Άγκυρα, όμως, το πραξικόπημα θεωρήθηκε ότι ανέτρεπε τη συνταγματική τάξη που προέβλεπαν οι συμφωνίες του 1960. Την ίδια κιόλας ημέρα συγκλήθηκε το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας της Τουρκίας και οι στρατιωτικοί ενημέρωσαν τον πρωθυπουργό, Μπουλέντ Ετσεβίτ, ότι οι ένοπλες δυνάμεις θα ήταν έτοιμες να επέμβουν μέσα σε πέντε ημέρες. Η εκτίμηση αυτή αποδείχθηκε προφητική.
Στις 20 Ιουλίου 1974, με την επίκληση των δικαιωμάτων της ως εγγυήτριας δύναμης, η Τουρκία εξαπέλυσε την επιχείρηση «Αττίλας», πραγματοποιώντας απόβαση στις ακτές της Κερύνειας. Η τουρκική εισβολή οδήγησε στην κατοχή μεγάλου τμήματος της Κύπρου, στον εκτοπισμό εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, σε χιλιάδες νεκρούς και αγνοουμένους και στη διχοτόμηση του νησιού, μια πραγματικότητα που, μισό αιώνα αργότερα, εξακολουθεί να καθορίζει την πορεία της Κυπριακής Δημοκρατίας και να αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες ανοιχτές πληγές του Ελληνισμού.
En