Τουρκική εισβολή στην Κύπρο: 52 χρόνια από την εθνική τραγωδία - Όλα όσα οδήγησαν στον "Αττίλα" (Εικόνες και Βίντεο)
Το Κυπριακό, μια πληγή που παραμένει ανοιχτή
Ποια ήταν τα γεγονότα που προηγήθηκαν της εισβολής του 1974 στην Κύπρο, οι πολιτικές συγκρούσεις στο εσωτερικό του νησιού, ο ρόλος της ελληνικής στρατιωτικής χούντας, οι επιδιώξεις της Τουρκίας, αλλά και η στάση των μεγάλων δυνάμεων
Η συμπλήρωση 52 χρόνων από την τουρκική εισβολή στην Κύπροαποτελεί μία από τις σημαντικότερες μαύρες σελίδες στην ιστορία του σύγχρονου ελληνισμού, αφού τα γεγονότα του καλοκαιριού του 1974 δεν άλλαξαν μόνο την ιστορία της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά διαμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και το γεωπολιτικό σκηνικό στην Ανατολική Μεσόγειο μέχρι σήμερα.
Η τουρκική στρατιωτική επιχείρηση της 20ής Ιουλίου 1974, γνωστή ως «Αττίλας», είχε ως αποτέλεσμα την κατοχή περίπου του 37% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας, τον εκτοπισμό σχεδόν 170.000 Ελληνοκυπρίων, χιλιάδες νεκρούς και αγνοούμενους, καθώς και τη δημιουργία του Κυπριακούπροβλήματος που παραμένει άλυτο περισσότερο από μισό αιώνα αργότερα. Για να γίνει όμως κατανοητό πώς οδηγήθηκε η Κύπρος σε αυτή την εθνική καταστροφή, απαιτείται να εξεταστούν τα γεγονότα που προηγήθηκαν της εισβολής, οι πολιτικές συγκρούσεις στο εσωτερικό του νησιού, ο ρόλος της ελληνικής στρατιωτικής χούντας, οι επιδιώξεις της Τουρκίας, αλλά και η στάση των μεγάλων δυνάμεων.
Η Κύπρος μετά την ανεξαρτησία
Η Κυπριακή Δημοκρατία ιδρύθηκε το 1960, ύστερα από τις Συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου, τερματίζοντας την αποικιακή κυριαρχία της Βρετανίας. Πρώτος Πρόεδρος εξελέγη ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ', ενώ Αντιπρόεδρος έγινε ο Τουρκοκύπριος Φαζίλ Κιουτσούκ. Το νέο κράτος στηρίχθηκε σε ένα ιδιαίτερα σύνθετο συνταγματικό σύστημα, το οποίο προέβλεπε τη συμμετοχή και των δύο κοινοτήτων στη διακυβέρνηση. Ωστόσο, οι προβλέψεις αυτές αποδείχθηκαν δυσλειτουργικές. Οι διαφωνίες μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων οδήγησαν σε έντονες εντάσεις ήδη από το 1963, όταν ξέσπασαν διακοινοτικές συγκρούσεις. Από εκείνη τη στιγμή, το Κυπριακό απέκτησε διεθνείς διαστάσεις, με τον ΟΗΕ να αναπτύσσει ειρηνευτική δύναμη στο νησί το 1964, ενώ η Τουρκία άρχισε να απειλεί επανειλημμένα με στρατιωτική επέμβαση.
Ο ρόλος του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ'
Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος υπήρξε η κυρίαρχη πολιτική προσωπικότητα της μεταπολεμικής Κύπρου. Αρχικά υπέρμαχος της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα, μετά την ανεξαρτησία υιοθέτησε τη θέση ότι προτεραιότητα αποτελούσε η διατήρηση και η ενίσχυση της Κυπριακής Δημοκρατίας ως ανεξάρτητου κράτους. Η μεταστροφή αυτή προκάλεσε αντιδράσεις τόσο στην Αθήνα όσο και σε κύκλους που συνέχιζαν να θεωρούν την Ένωση ως μοναδικό εθνικό στόχο.
Ο Μακάριος επιδίωξε μία περισσότερο ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική, διατηρώντας σχέσεις με το Κίνημα των Αδεσμεύτων και αποφεύγοντας να εντάξει την Κύπρο αποκλειστικά στη σφαίρα επιρροής της Δύσης. Η στάση αυτή προκάλεσε δυσφορία στη χούντα των Αθηνών, η οποία θεωρούσε ότι ο Κύπριος Πρόεδρος αποτελούσε εμπόδιο στα σχέδιά της.
Η δράση της ΕΟΚΑ Β΄
Το 1971 ο στρατηγός Γεώργιος Γρίβας επέστρεψε μυστικά στην Κύπρο και ίδρυσε την ΕΟΚΑ Β΄. Η οργάνωση υποστήριζε την άμεση Ένωση με την Ελλάδα και θεωρούσε τον Μακάριο υπεύθυνο για την εγκατάλειψη αυτού του στόχου. Τα επόμενα χρόνια σημειώθηκαν βομβιστικές επιθέσεις, δολοφονίες, ένοπλες συγκρούσεις και έντονη πολιτική πόλωση μεταξύ υποστηρικτών και αντιπάλων του Προέδρου. Μετά τον θάνατο του Γρίβα, τον Ιανουάριο του 1974, η ΕΟΚΑ Β΄ συνέχισε τη δράση της με την υποστήριξη στελεχών της ελληνικής χούντας.
Η ελληνική χούντα και το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου
Η Ελλάδα βρισκόταν από το 1967 υπό το στρατιωτικό καθεστώς των συνταγματαρχών. Το 1973 την εξουσία ανέλαβε ο ταξίαρχος Δημήτριος Ιωαννίδης, ο οποίος θεωρούσε τον Μακάριο επικίνδυνο για τα ελληνικά συμφέροντα. Στις 15 Ιουλίου 1974 μονάδες της Εθνικής Φρουράς, καθοδηγούμενες από αξιωματικούς που είχαν σταλεί από την Αθήνα, εκτέλεσαν πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου. Το Προεδρικό Μέγαρο δέχθηκε σφοδρή επίθεση. Αρχικά κυκλοφόρησαν πληροφορίες ότι ο Μακάριος είχε σκοτωθεί, ωστόσο, κατάφερε να διαφύγει μέσω μιας πίσω εξόδου, να μεταβεί στην Πάφο και στη συνέχεια, με τη βοήθεια των Βρετανών, να εγκαταλείψει την Κύπρο.
Το διάγγελμα του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου προς τον κυπριακό λαό από την Πάφο, διαβεβαιώνοντάς τους ότι είναι ζωντανός:
Στη θέση του εγκαταστάθηκε ως Πρόεδρος ο δημοσιογράφος και πρώην στέλεχος της ΕΟΚΑ Νίκος Σαμψών. Το πραξικόπημα όχι μόνο ανέτρεψε τη συνταγματική τάξη, αλλά προσέφερε στην Τουρκία το επιχείρημα ότι είχε καταλυθεί το καθεστώς που προέβλεπαν οι Συμφωνίες Εγγυήσεως του 1960.
Η Άγκυρα παρακολουθούσε στενά τις εξελίξεις. Η τουρκική κυβέρνηση του Μπουλέντ Ετζεβίτ υποστήριξε ότι, ως εγγυήτρια δύναμη, είχε δικαίωμα να επέμβει στρατιωτικά για την αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης και την προστασία των Τουρκοκυπρίων. Η Τουρκία επιχείρησε αρχικά να εξασφαλίσει κοινή στρατιωτική δράση με τη Βρετανία, η οποία επίσης ήταν εγγυήτρια δύναμη. Η βρετανική κυβέρνηση δεν αποδέχθηκε αυτή την πρόταση, επιλέγοντας να μην εμπλακεί στρατιωτικά.
Η έναρξη της τουρκικής εισβολής και η καθυστερημένη ελληνική αντίδραση
Ήταν 05:30 τα ξημερώματα και το ημερολόγιο έδειχνε Σάββατο 20 Ιουλίου 1974. Εκείνη την ώρα ο «Αττίλας» τέθηκε σε εφαρμογή μέσω της απόβασης στις ακτές της Κερύνειας. Τα τουρκικά στρατεύματα επιτέθηκαν από θάλασσα και από αέρα με τις ελληνικές δυνάμεις να προσπαθούν να αμυνθούν με όποιον τρόπο ήταν εφικτός. Στην εισβολή στο κυπριακό έδαφος συμμετείχαν περίπου 40.000 Τούρκοι στρατιώτες υπό την ηγεσία του αντιστρατήγου Νουρετίν Ερσίν συμμετείχαν στην εισβολή. Η Άγκυρα χαρακτήρισε την ενέργειά της ως «ειρηνική επέμβαση» για την αποκατάσταση της συνταγματικής νομιμότητας μετά το πραξικόπημα κατά του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου στις 15 Ιουλίου.
Τα τουρκικά αποβατικά σκάφη έφτασαν στην περιοχή Πέντε Μίλι, οκτώ χιλιόμετρα δυτικά της Κερύνειας, λίγο μετά τις 5:00 το πρωί. Παράλληλα, σμήνη μαχητικών αεροσκαφών εξαπέλυσαν συντονισμένες επιθέσεις στην ευρύτερη περιοχή της Κερύνειας και της Λευκωσίας, ενώ ελικόπτερα και μεταγωγικά αεροπλάνα έριχναν αλεξιπτωτιστές σε στρατηγικά σημεία. Παρά το γεγονός ότι το ελληνικό επιτελείο είχε πληροφορίες για τις τουρκικές κινήσεις, θεώρησε ότι επρόκειτο για ψυχολογικό πόλεμο. Η επίσημη εντολή εφαρμογής των πολεμικών σχεδίων δόθηκε από την Αθήνα στις 8:40 το πρωί, ενώ το ΕΡΤ μετέδωσε την είδηση της εισβολής γύρω στις 11:00. Αυτή η κρίσιμη καθυστέρηση επέτρεψε στις τουρκικές δυνάμεις να εδραιώσουν τις θέσεις τους και να δημιουργήσουν προγεφύρωμα από το Πέντε Μίλι προς τον Άγιο Ιλαρίωνα, με στόχο τη σύνδεση με τον τουρκοκυπριακό θύλακο της Λευκωσίας.
Ο ηρωικός αγώνας των ελληνικών δυνάμεων
Οι μονάδες της Εθνικής Φρουράς και της ΕΛΔΥΚ, υπό τη διοίκηση του ταξιάρχου Μιχαήλ Γεωργίτση, αριθμούσαν περίπου 12.000 άνδρες. Παρά την αριθμητική υπεροχή των εισβολέων και την έλλειψη αεροπορικής κάλυψης και σύγχρονου οπλισμού, πολέμησαν με αυτοθυσία. Ταυτόχρονα, ο ελληνοκυπριακός πληθυσμός κινητοποιήθηκε αυθόρμητα, συμμετέχοντας στον άνισο αγώνα με ό,τι μέσα διέθετε, ανοίγοντας πυρ από τις στέγες των σπιτιών κατά των αλεξιπτωτιστών.
Η κατάρρευση της ελληνικής κυβέρνησης
Στην Αθήνα, η στρατιωτική κυβέρνηση παρουσίαζε εικόνα πλήρους αποδιοργάνωσης. Η γενική επιστράτευση που κηρύχθηκε εξελίχθηκε σε φιάσκο, αποκαλύπτοντας την τραγική κατάσταση των Ενόπλων Δυνάμεων. Ο Αμερικανός υφυπουργός Εξωτερικών Τζόζεφ Σίσκο συναντήθηκε με τον στρατηγό Γρηγόριο Μπονάνο στο ελληνικό Πεντάγωνο, ενώ την ίδια ώρα ο «αόρατος» δικτάτορας Δημήτριος Ιωαννίδης, σε οργισμένο ύφος, απευθύνθηκε στον Σίσκο λέγοντάς του: «Μας εξαπατήσατε... Ημείς θα κηρύξωμεν πόλεμον!» και εγκατέλειψε τη σύσκεψη. Από εκείνη τη στιγμή, τα ίχνη του αγνοούνταν.
Η διεθνής αντίδραση και η συνέχεια των μαχών
Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ εξέδωσε το ψήφισμα 353, καλώντας σε κατάπαυση του πυρός και αποχώρηση του «ξένου στρατιωτικού δυναμικού» από την Κύπρο. Παρά την ομόφωνη έγκριση, η Τουρκία το αγνόησε, έχοντας την πρωτοβουλία των κινήσεων. Στις 21 Ιουλίου, οι μάχες συνεχίστηκαν με μεγαλύτερη σφοδρότητα. Οι ελληνικές δυνάμεις στόχευαν να αποκόψουν τον τουρκοκυπριακό θύλακο της Λευκωσίας από το προγεφύρωμα της Κερύνειας. Ωστόσο, οι Έλληνες στρατηγοί απέρριψαν προτάσεις για άμεση επέμβαση, προβλέποντας ότι η επιχείρηση θα αποτύγχανε. Οι τουρκικές δυνάμεις αντιμετώπισαν επίσης προβλήματα, συμπεριλαμβανομένου ενός τραγικού περιστατικού όταν η τουρκική αεροπορία εξαπολύοντας φίλια πυρά βύθισε το δικό της αντιτορπιλικό Κοτσατεπέ.
Η ανακωχή και οι συνέπειες
Στις 21 Ιουλίου οι Ένοπλες Δυνάμεις σχεδίασαν την επιχείρηση «Νίκη» που στόχευε στην ενίσχυση των ελληνικών δυνάμεων στη Μεγαλόνησο. Όμως όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων ήταν καθαρή «αυτοκτονία» καθώς εξελίχθηκε στον απόλυτο εφιάλτη. Οι ιθύνοντες του Γενικού Επιτελείου εκτίμησαν λανθασμένα ότι οι τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις θα πιανόντουσαν στον ύπνο εάν πραγματοποιούνταν νυχτερινή επιχείρηση. Η «Νίκη» προέβλεπε την αερομεταφορά της Α' Μοίρας Καταδρομών στην Κύπρο κατά τη διάρκεια της νύχτας, με πτήση σε χαμηλό ύψος και χωρίς συνοδεία μαχητικών αεροσκαφών. Η προετοιμασία έγινε στην αεροπορική βάση της Σούδας στην Κρήτη. Η αποστολή περιλάμβανε 20 αεροσκάφη Nord 250 1D Noratlas της 354ης Μοίρας Μεταφορών «Πήγασος» και 10 αεροσκάφη C-47 Dakota της 355ης Μοίρας Μεταφορών. Ο ξένος Τύπος χαρακτήρισε το συγκεκριμένο σχέδιο ως «αποστολή αυτοκτονίας».
Η εκτέλεση της επιχείρησης "Νίκη" στις 21 Ιουλίου
Το ίδιο βράδυ τέθηκε σε εφαρμογή η επιχείρηση με χρονικό περιορισμό μέχρι τα μεσάνυχτα. Από τα προγραμματισμένα 20 αεροσκάφη, μόνο 15 κατάφεραν να απογειωθούν εγκαίρως από τη Σούδα. Αμέσως μετά την απογείωση, το Κέντρο Επιχειρήσεων έστειλε κωδικό μήνυμα στο ΓΕΕΦ Λευκωσίας: «έρχονται τα 15 πορτοκάλια». Το «Νίκη 13» με πλήρωμα τους Β. Νικολάου, Γ. Χατζηδάκη, Α. Κλεφτογιάννη και Β. Γκορέζη δεν έφτασε ποτέ στην Κύπρο, καθώς αναγκάστηκε να προσγειωθεί στη Ρόδο λόγω προβλημάτων πτήσης. Οι προσγειώσεις στο αεροδρόμιο της Λευκωσίας άρχισαν στη 01.52 της 22ας Ιουλίου. Πρώτο προσγειώθηκε το «Νίκη 2», ακολουθούμενο από το «Νίκη 1». Ωστόσο, η καθυστερημένη ενημέρωση του ΓΕΕΦ Λευκωσίας από το Αρχηγείο Ενόπλων Δυνάμεων προκάλεσε μία τραγωδία.
Οι χειριστές των αντιαεροπορικών συστημάτων δεν γνώριζαν για την επιχείρηση «Νίκη» και εκτίμησαν ότι τα ελληνικά αεροσκάφη ήταν εχθρικά και άνοιξαν πυρ εναντίον τους. Το «Νίκη 4» τυλίχθηκε στις φλόγες και συνετρίβη 3 χιλιόμετρα μακριά από τον διάδρομο προσγείωσης, στον λόφο της Μακεδονίτισσας. Παρά τις δραματικές συνθήκες, τα άλλα αεροσκάφη κατάφεραν να προσγειωθούν: το «Νίκη 6» δέχθηκε πυρά και προσγειώθηκε σχεδόν χωρίς μηχανές, ενώ το «Νίκη 12» επίσης βλήθηκε αλλά προσγειώθηκε χωρίς ανθρώπινες απώλειες χάρη στην επιδεξιότητα των πιλότων.
Οι απώλειες και η επιστροφή
Η τραγωδία της επιχείρησης «Νίκη» είχε βαρύ τίμημα σε ανθρώπινες ζωές:
Από το «Νίκη 4» επέζησε μόνο ένας καταδρομέας, ενώ 30 επιβαίνοντες καταδρομείς έχασαν τη ζωή τους
Από το «Νίκη 6» σκοτώθηκαν δύο καταδρομείς και τραυματίστηκαν εννέα ακόμα
Συνολικά 32 Έλληνες καταδρομείς έχασαν τη ζωή τους στην επιχείρηση
Από τη συνολική δύναμη των 318 ανδρών της Α' Μοίρας Καταδρομών, 278 παρέμειναν στην Κύπρο και συμμετείχαν στις μάχες κατά της τουρκικής εισβολής. Τα αεροσκάφη που μπορούσαν να πετάξουν απογειώθηκαν για επιστροφή στην Ελλάδα, παίρνοντας μαζί τα πληρώματα των κατεστραμμένων αεροσκαφών.
H μνήμη των πεσόντων
Ο επισμηναγός Δημήτριος Χατζηπαναγιώτης και ο ανθυπασπιστής Ιωάννης Κομνιανός έλαβαν διαταγή να καταστρέψουν τα τρία αεροσκάφη που είχαν μείνει στο αεροδρόμιο της Λευκωσίας. Το πλήρωμα του «Νίκη 12» επέστρεψε στην Ελλάδα δέκα ημέρες αργότερα με το πλοίο «Σαπφώ». Στις 22 Ιουλίου, μετά από διαπραγματεύσεις του Σίσκο, συμφωνήθηκε ανακωχή που θα ίσχυε από τις 4:00 το απόγευμα. Την ευθύνη για τη συμφωνία ανέλαβε ο ναύαρχος Πέτρος Αραπάκης, καθώς όλοι οι άλλοι αρμόδιοι επιτελείς των Ενόπλων Δυνάμεων είχαν εξαφανιστεί. Όταν η ανακωχή τέθηκε σε ισχύ, οι Τούρκοι που είχαν ενισχύσει τις δυνάμεις τους είχαν υπό τον έλεγχό τους το 3% του κυπριακού εδάφους, έχοντας δημιουργήσει το κρίσιμο προγεφύρωμα που συνέδεε την Κερύνεια με τον τουρκοκυπριακό θύλακο της Λευκωσίας.
Οι συνομιλίες μεταξύ Ελλάδας, Τουρκίας και Βρετανίας δεν απέφεραν αποτέλεσμα και στις 14 Αυγούστου 1974 η Τουρκία εξαπέλυσε τη δεύτερη φάση της εισβολής, γνωστή ως «Αττίλας 2». Μέσα σε λίγες ημέρες κατέλαβε την Αμμόχωστο, τη Μόρφου, τη Μεσαορία και πολλές ακόμη περιοχές, φτάνοντας να ελέγχει περίπου το 37% της Κύπρου. Η γραμμή κατάπαυσης του πυρός που διαμορφώθηκε τότε παραμένει ουσιαστικά η ίδια μέχρι σήμερα.
Η στάση των ξένων δυνάμεων
Η διεθνής κοινότητα αντέδρασε με σειρά ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, τα οποία ζητούσαν τον σεβασμό της κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, την κατάπαυση των εχθροπραξιών και την αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων. Ωστόσο, τα ψηφίσματα αυτά δεν συνοδεύτηκαν από αποτελεσματικούς μηχανισμούς επιβολής. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δέχθηκαν έντονη κριτική για τη στάση τους, καθώς προτεραιότητά τους κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου ήταν η αποφυγή σύγκρουσης μεταξύ δύο κρατών-μελών του ΝΑΤΟ, της Ελλάδας και της Τουρκίας. Η Βρετανία, παρά τον ρόλο της ως εγγυήτρια δύναμη και τη διατήρηση κυρίαρχων στρατιωτικών βάσεων στο νησί, περιορίστηκε κυρίως σε διπλωματικές πρωτοβουλίες, χωρίς στρατιωτική παρέμβαση.
Η μονομερής ανακήρυξη του ψευδοκράτους
Το 1983, η τουρκοκυπριακή ηγεσία προχώρησε στη μονομερή ανακήρυξη της λεγόμενης «Τουρκικής Δημοκρατίας Βόρειας Κύπρου» (ΤΚΒΔ). Η ανακήρυξη αυτή καταδικάστηκε από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, το οποίο τη χαρακτήρισε νομικά άκυρη και κάλεσε όλα τα κράτη να μην την αναγνωρίσουν. Μέχρι σήμερα, το μόρφωμα αυτό αναγνωρίζεται μόνο από την Τουρκία.
Οι προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού
Από το 1974 μέχρι σήμερα έχουν πραγματοποιηθεί δεκάδες γύροι συνομιλιών υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών. Σημαντικότερη προσπάθεια αποτέλεσε το Σχέδιο Ανάν το 2004. Στο δημοψήφισμα που ακολούθησε, η πλειοψηφία των Τουρκοκυπρίων το αποδέχθηκε, ενώ περίπου το 76% των Ελληνοκυπρίων το απέρριψε. Λίγες ημέρες αργότερα, η Κυπριακή Δημοκρατία εντάχθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με το ευρωπαϊκό κεκτημένο να παραμένει σε αναστολή στις κατεχόμενες περιοχές. Ακολούθησαν νέες διαπραγματεύσεις, με πιο προχωρημένη εκείνη του Κραν Μοντανά το 2017, οι οποίες επίσης δεν κατέληξαν σε συμφωνία.
Το Κυπριακό σήμερα
Πενήντα δύο χρόνια μετά την τουρκική εισβολή, η Κύπρος εξακολουθεί να είναι διαιρεμένη. Η λεγόμενη «Πράσινη Γραμμή», που επιτηρείται από την Ειρηνευτική Δύναμη του ΟΗΕ, χωρίζει ακόμη το νησί, ενώ δεκάδες χιλιάδες Τούρκοι στρατιώτες παραμένουν στα κατεχόμενα, σύμφωνα με εκτιμήσεις διεθνών οργανισμών και αναλυτών.
Η Κυπριακή Δημοκρατία αποτελεί πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το 2004 και αναγνωρίζεται διεθνώς ως το μοναδικό νόμιμο κράτος στο νησί. Παρά τις κατά καιρούς προσπάθειες επανέναρξης των συνομιλιών, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές διαφωνίες ως προς τη μορφή της τελικής λύσης, τις εγγυήσεις ασφαλείας, την παρουσία ξένων στρατευμάτων, τις περιουσίες των εκτοπισμένων και την πολιτική ισότητα των δύο κοινοτήτων.
Τα τελευταία χρόνια, η τουρκική πλευρά προβάλλει όλο και περισσότερο τη θέση περί δύο χωριστών κρατών, ενώ η ελληνοκυπριακή πλευρά και ο ΟΗΕ εξακολουθούν να υποστηρίζουν ως βάση διαπραγμάτευσης τη λύση μιας δικοινοτικής, διζωνικής ομοσπονδίας, όπως προβλέπουν τα σχετικά ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών.
Μια πληγή που παραμένει ανοιχτή
Η τουρκική εισβολή του 1974 αποτελεί ένα από τα πλέον καθοριστικά γεγονότα της σύγχρονης ιστορίας του ελληνισμού. Το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου, η στρατιωτική επέμβαση της Τουρκίας, η κατοχή μεγάλου μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας και οι ανθρώπινες τραγωδίες που ακολούθησαν άφησαν βαθιά σημάδια που παραμένουν ορατά μέχρι σήμερα.
Για τους πρόσφυγες που δεν επέστρεψαν ποτέ στα σπίτια τους, για τις οικογένειες των αγνοουμένων που αναζητούν ακόμη απαντήσεις και για μια ολόκληρη γενιά Κυπρίων που μεγάλωσε σε ένα διαιρεμένο νησί, η επέτειος της 20ής Ιουλίου δεν αποτελεί μόνο ιστορική αναδρομή. Είναι ημέρα μνήμης, περισυλλογής και υπενθύμισης ότι το Κυπριακό παραμένει ένα από τα μακροβιότερα άλυτα διεθνή ζητήματα.
Πενήντα δύο χρόνια μετά, η διατήρηση της ιστορικής μνήμης δεν αποσκοπεί μόνο στην απόδοση τιμής στα θύματα και στους υπερασπιστές της Κύπρου, αλλά και στην υπενθύμιση της ανάγκης για μια δίκαιη, βιώσιμη και ειρηνική λύση, στη βάση του διεθνούς δικαίου, των αποφάσεων των Ηνωμένων Εθνών και του σεβασμού της κυριαρχίας και της ανεξαρτησίας της Κυπριακής Δημοκρατίας.