Γιάννης Βαρβιτσιώτης: Η συνέπεια, η αξία και η παρακαταθήκη
"Συνείδηση χρέους"
Ο Γιάννης Βαρβιτσιώτης έγραψε τη δική του ιστορία στη "γαλάζια" παράταξη, τόσο ως πετυχημένος υπουργός σε όποιο χαρτοφυλάκιο ανέλαβε, όσο και ως στέλεχος με μεγάλη βαρύτητα στις εσωκομματικές διεργασίες
Το πρώτο τηλεφώνηµα της ηµέρας ο Καραµανλής της Μεταπολίτευσης συνήθιζε να το κάνει νύχτα, 1 µε 2 µετά τα µεσάνυχτα. Και µάλιστα δύο φορές προς το ίδιο πρόσωπο, τον Γιάννη Βαρβιτσιώτη. «Γιάννη, γιατί θα ανέβουν το πρωί τα κηπευτικά στη λαϊκή;». «Εχει καθυστερήσει η επαρχία, πρόεδρε. Κατεβαίνω να µάθω τι συµβαίνει», απαντούσε ο υπουργός Εµπορίου, φτάνοντας λίγο αργότερα µε το αµάξι του στη Λαχαναγορά του Ρέντη, «το καµάρι του προέδρου», όπως το έλεγαν, αφού ήταν το πρώτο έργο που εγκαινίασε ως µεταβατικός πρωθυπουργός το 1955, έχοντάς το προετοιµάσει ως υπουργός Υποδοµών της κυβέρνησης Παπάγου. Το δεύτερο τηλεφώνηµα γινόταν κοντά στο χάραµα, όταν ο Βαρβιτσιώτης ήταν είτε στο γραφείο του προέδρου της Λαχαναγοράς είτε στη Βαρβάκειο στην Αθήνα, όπου µετέβαινε ακολούθως, για να ελέγξει και την τροφοδοσία στο κρέας.
Ο προσφάτως εκλιπών πολιτικός τη διετία 1975-1977 χειρίστηκε ένα εκ των σηµαντικότερων χαρτοφυλακίων, καθώς οι πραξικοπηµατίες είχαν «κληροδοτήσει» το 1974 καλπάζοντα πληθωρισµό 26,9%, ο οποίος χάρη στην καθηµερινή παρουσία του στην αγορά µειώθηκε στο ήµισυ (13,4%) το 1975 και συγκρατήθηκε έως τη δεκαετία του ’80 στο 12%-13%.
Η πετρελαϊκή κρίση, τα σοβαρά εθνικά ζητήµατα, οι τρικλοποδιές από τα «σταγονίδια της χούντας», οι µεγαλοστοµίες της αντιπολίτευσης και η λαϊκή απαίτηση ενίσχυσης των εισοδηµάτων των µισθοσυντήρητων απέναντι στο «τέρας του πληθωρισµού» (φράση που τότε είχε πρωτοαναδειχθεί στα πρωτοσέλιδα) ερέθιζαν τη διογκούµενη κοινωνική ένταση.
Ανάλογα παραγωγικός ήταν ο Γ. Βαρβιτσιώτης και στο υπουργείο Παιδείας, όπου διαδέχθηκε τον Γ. Ράλλη και παρέµεινε επί τρία έτη, εφαρµόζοντας τη µία και µοναδική εκπαιδευτική µεταρρύθµιση που συνέβη πραγµατικά, δηλαδή την κατάργηση της καθαρεύουσας από τα σχολικά βιβλία, την επίλυση του αιώνιου γλωσσικού προβλήµατος (Ν. 309/1976), την καθιέρωση της 9ετούς υποχρεωτικής εκπαίδευσης, τον τριπλασιασµό των σχολικών αιθουσών, τη δηµιουργία εκατοντάδων σχολείων και σχολών τεχνικής εκπαίδευσης και την αύξηση των πολυτεχνικών σχολών.
Τα αποτελέσµατα της πολιτικής και διοικητικής δουλειάς του εκτιµήθηκαν από τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη. Παρότι δεν συµβάδιζε µε τον αείµνηστο πρωθυπουργό, διαφωνώντας και για την παραποµπή του Ανδρέα Παπανδρέου στο Ειδικό ∆ικαστήριο, αλλά και για το «φιλελεύθερο οικονοµικό µείγµα», εντούτοις αφοσιώθηκε, όπως πάντα, στα καθήκοντα που του ανέθεσε κι ήταν αυτά του υπουργού Αµυνας έως το τέλος της κυβέρνησης Μητσοτάκη, τον Οκτώβριο του 1993. Τότε έθεσε υποψηφιότητα για την αρχηγία απέναντι στον Μιλτιάδη Έβερτ, ο οποίος επικράτησε και τον όρισε αντιπρόεδρο του κόµµατος.
Η συνάντηση της Φιλοθέης
Εκείνα τα ζωηρά χρόνια, της επιστροφής του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, των συνεχών εσωκοµµατικών αντιπαραθέσεων, των αποχωρήσεων και των εκλογικών ηττών, ο Βαρβιτσιώτης, εργαζόµενος αδιάλειπτα, συνέβαλε στη διατήρηση της παραταξιακής ενότητας. Τον Οκτώβριο του 1996, όταν ο Εβερτ είχε χάσει και από τον Σηµίτη, ξεκίνησε διά των «λοχαγών», νεαρότερων βουλευτών, να καλλιεργεί τη «λύση Καραµανλή». Τις ζυµώσεις µεταξύ των στελεχών της Ν.∆. ανέλαβαν οι Μανώλης Κεφαλογιάννης, Νίκος Νικολόπουλος, Θανάσης Νάκος, Γιώργος Αλογοσκούφης, Ευγένιος Χαϊτίδης, Σάββας Τσιτουρίδης, Βασίλης Κορκολόπουλος, Θανάσης ∆αβάκης, Γιώργος Καλός και Τάσος Καραµάριος. Το κρύο βράδυ της 19ης Φεβρουαρίου 1997 οι βουλευτές αυτοί µε 15 ακόµα συναδέλφους τους, όσους πρόλαβαν να καταγράψουν οι κρυπτόµενοι στα γύρω δέντρα δηµοσιογράφοι, µετέβησαν στο σπίτι του στη Φιλοθέη και στις 2.30 µετά τα µεσάνυχτα ανακοίνωσε πως «ήρθε η ώρα της εκλογικής ηγεσίας του κόµµατος από τη νέα γενιά της παρατάξεώς µας».
Αναµφίβολα, ο Κωνσταντίνος Καραµανλής δεν θα ήθελε να κλείσει τα µάτια του µε κατεστραµµένο το δηµιούργηµά του. Και ο Γ. Βαρβιτσιώτης, ο Αχ. Καραµανλής και ο Γ. Ράλλης, πρόεδρος του Συνεδρίου του 1997, όπου ο Κώστας Καραμανλής έλαβε το 70% των ψήφων, υλοποίησαν την επιθυμία του, αιφνιδιάζοντας παλαιούς και νέους συνέδρους, παλαιά και νεότερα «τζάκια». Έως το 2000, όταν ο Κ. Καραμανλής τον τοποθέτησε στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας, προκειμένου να εισέλθει στον εκλογικό στίβο ο γιος του, Μιλτιάδης, εκλεγόταν επί πέντε δεκαετίες βουλευτής στην Αθήνα. Διατηρούσε δε το ίδιο πολιτικό γραφείο στην οδό Γενναδίου, τον μικρό δρόμο πίσω από την εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής, που αποτελούσε πατρική κατοικία του περασμένου αιώνα. Εκεί ήταν και το «σύνορο» της Αθήνας στα χρόνια του εμφύλιου σπαραγμού. Από τη Γενναδίου (προέκταση της Ζ. Πηγής, που έρχεται από τη Λ. Αλεξάνδρας έως τη Ζωναρά και καταλήγει στη Φειδίου) και πάνω έδρευαν η κυβέρνηση, οι δημόσιες υπηρεσίες και οι Ένοπλες Δυνάμεις. Κάτω, προς την Κάνιγγος, τη Βάθη και τον Κολωνό είχαν τα στρατηγεία και τα ορύγματά τους οι αντάρτες (η «κόκκινη Αθήνα»). Ο επίσης δικηγόρος πατέρας του Γ. Βαρβιτσιώτη, που είχε εκλεγεί βουλευτής με το Λαϊκό Κόμμα μετά τον πόλεμο, θεωρούνταν «έντιμος συνομιλητής τους», γι’ αυτό δεν διέτρεξε κανέναν κίνδυνο, ούτε τέθηκε στο στόχαστρο σοβαρής κριτικής από τους κομμουνιστικούς κύκλους.
Το νέο Σύνταγμα
Αυτή την παρακαταθήκη κληρονόμησε ο Γιάννης Βαρβιτσιώτης, που μέχρι το τέλος της πολιτικής του διαδρομής, τον Ιούνιο του 2009, ως ευρωβουλευτής της Ν.Δ., υποδεχόταν τους πολίτες στο γραφείο του. Άλλωστε, δεν κατανοούσε τη συμμετοχή στα κοινά χωρίς ψήφο. Όταν πρωτοεκλέχτηκε το 1961 βουλευτής της ΕΡΕ, σε ηλικία 28 ετών, ήταν ήδη διδάκτωρ Νομικής. Είχε τη δυνατότητα να εισέλθει στην πολιτική ως ένας εκ των βασικών συντακτών της «βαθιάς τομής», του νέου Συντάγματος που ετοίμαζε ο Καραμανλής, επέλεξε όμως τον δρόμο της απευθείας εκλογής του από τον λαό. Έτσι υποστήριξε στη Βουλή ως νέος βουλευτής τις προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις, οι οποίες λόγω της πτώσης της κυβέρνησης τον Ιούνιο του 1963 δεν προχώρησαν και εισήχθησαν βεβαίως στο Σύνταγμα του 1975.
Ανυποχώρητος ως προς τη θωράκιση του δημοκρατικού πολιτεύματος και την πλέρια δυνατότητα της εκτελεστικής εξουσίας έναντι της «μοναρχικής ιδιοτροπίας» και των «στρατιωτικών καταλοίπων της πολιτικής», ο Βαρβιτσιώτης συνέχισε την πολιτική του δράση μέσα στη δικτατορία, με συνέπεια να συλληφθεί πολλές φορές και να του επιβληθούν περιορισμοί (κρατητήρια ΕΑΤ-ΕΣΑ, απαγορεύσεις εξόδου κ.τ.λ.). Ηταν προσηλωμένος στον Κωνσταντίνο Καραμανλή και στο έργο του, παράλληλα με τη δική του επιστημονική - πολιτική εργογραφία. Έως τα ύστερα του βίου του παρίστατο στις εκδηλώσεις της Ν.Δ. και του Ιδρύματος Καραμανλή. Είχε αποσυρθεί στη Λακωνία, από όπου καταγόταν ο πρόγονός του, ο θρυλικός Ζαχαριάς της προεπαναστατικής περιόδου. «Όρκο κάνω στο σπαθί μου και σταυρό στο χαϊμαλί μου, Τούρκο να βρω να σκοτώσω και Ρωμιό να ξεσκλαβώσω», έλεγε το αρματολίτικο τετράστιχο για τον φοβερό κλέφτη του 18ου αιώνα.
Αντίο στον συνετό και ευγενή «Μπάρμπι» (σ.σ.: το ως άνω περιεχόμενο προέρχεται από πρωτοπρόσωπες αναφορές του ιδίου και του γιου του, Μιλτιάδη).
"Συνείδηση χρέους": Ο γενναιόδωρος πολιτικός, όπως τον έζησα - Άρθρο του Αιμίλιου Βουγιουκλάκη, Νομικού, MSc, Υποψήφιου Διδάκτορος και Διοικητή του Γ.Ν. "Ασκληπιείου Βούλας"
«Το να γράφει ένας πολιτικός γι’ αυτά που έζησε, όπως τα έζησε, αποτελεί χρέος του προς τις επόµενες γενεές». Αν υπάρχει µία φράση που συµπυκνώνει το αποτύπωµα ζωής του Ιωάννη Βαρβιτσιώτη είναι ακριβώς αυτή. Επειδή εµπεριέχει όλες τις έννοιες που τον χαρακτήρισαν και που ο ίδιος επέλεξε να ταυτιστεί µαζί τους.
Εκείνος, άλλωστε, µου την επαναλάµβανε συχνά στις συζητήσεις µας. Και όχι από συνήθεια. Από αίσθηση καθήκοντος. Εκείνη της επονοµαζόµενης και «παλαιάς κοπής». Το «χρέος», έλεγε, «πρέπει, παιδί µου, να σε ακολουθεί µέχρι την τελευταία στιγµή της ζωής σου. Κάποιοι νεότεροι το παρερµηνεύουν και θεωρούν πως το ολοκλήρωσαν µε την απλή αποχώρησή τους από την πολιτική. Λάθος. Μέγα λάθος».
Και έτσι έζησε. Μέχρι τέλους. Με την αίσθηση του χρέους. Στα πάντα. Πολυγραφότατος. Φιλοµαθής. Παρεµβατικός. Με άποψη. Με τη γνώριµη -έστω και κουρασµένη πια- πυγµή του. Με ενηµέρωση και ξεκάθαρη άποψη. Με τις διαφωνίες του.
Ο Βαρβιτσιώτης που γνώρισα, ή -πιο σωστά- που µου επέτρεψε εκείνος να γνωρίσω, δεν βρισκόταν, άλλωστε, στο απόγειο της πολιτικής του πορείας. Εκείνο το πρωινό του Οκτώβρη του 2010, όταν µου τηλεφώνησε και περιδιέβαινα κάθιδρος το γραφείο του, είχε ήδη εκείνος διανύσει απόσταση «µισού αιώνα». Και τι απόσταση! Ζώντας τα πάντα και τους πάντες. Τον Κωνσταντίνο Καραµανλή, που τον ξεχώριζε από όλους και όλα. Τη δικηγορία. Τη Βουλή. Το κελί της αποµόνωσης και την αποκατάσταση της ∆ηµοκρατίας. Υφυπουργός αρχικά, υπουργός διαρκώς στη συνέχεια, σχεδόν πάντα στην κορυφή της προτίµησης των συµπολιτών του στην πάλαι ποτέ Β’ Αθηνών, επικεφαλής των ευρωβουλευτών και αντιπρόεδρος της Νέας ∆ηµοκρατίας.
Τότε ήταν που ξεκίνησε να µε περιβάλλει µε την εµπιστοσύνη του. Κυρίως, όµως, µε την αγάπη του. Αναθέτοντάς µου την επιµέλεια των κειµένων του. Των οµιλιών του. Των πολύ επιλεκτικών και προσεγµένων δηµόσιων παρεµβάσεών του. Και, µάλιστα, σε µία ταραγµένη πολιτικά και εθνικά περίοδο, µέχρι και πριν από λίγα χρόνια.
Το πολιτικό του γραφείο στη θρυλική οδό Γενναδίου είχε µετακοµίσει στον έβδοµο, πλέον, όροφο, αφού στο ισόγειο και τον δεύτερο είχε λάβει την πολιτική σκυτάλη ο πρωτότοκός του, Μιλτιάδης. «∆εν νιώθω καθόλου άβολα εδώ, παιδί µου», µου τόνιζε µε ένα αυστηρό -και συνάµα πατρικό- ύφος. «Όταν είσαι ψηλά, άλλωστε, βλέπεις τα πράγµατα καλύτερα. Πιο απόµακρα, πιο καθάρια».
Και έτσι ήταν. Λειτουργώντας, πλέον, µε εκείνο το καταστάλαγµα εµπειρίας και αναστοχασµού που σου προσφέρει η απαιτούμενη απόσταση από την «πρώτη γραμμή», προειδοποιούσε, επεσήμαινε, προέβλεπε. Για έναν νέο 27 χρόνων τότε, η καθημερινή τριβή (αλήθεια, τι τρομερή αντίθεση!) με έναν από τους πρωταγωνιστές που, σε μεγάλο βαθμό, είχαν ήδη διαμορφώσει τη νεότερη πολιτική ιστορία προκαλούσε μόνο άγχος και δέος. «Δεν είναι πρόβλημα τα 50 χρόνια διαφοράς που έχουμε, παιδί μου. Ξέρεις ποιο είναι το πρόβλημα; Ότι μέσα σε αυτό το διάστημα συζητάμε στη χώρα ακριβώς τα ίδια πράγματα», έλεγε, προσπαθώντας, μάλλον, να με καταστήσει ισότιμο ομοτράπεζο.
Ο ίδιος για πολλές δεκαετίες, άλλωστε, διατηρούσε έναν κοινό παρονομαστή εκτίμησης και σεβασμού, που περιλάμβανε πολιτικούς φίλους και αντιπάλους. Την ίδια ημέρα, και με την ίδια ευκολία, μπορούσε να συνομιλεί στους διαδρόμους της Ευρωβουλής ή της Ακαδημίας Αθηνών και μετά να βρεθεί στις αγαπημένες του δυτικές συνοικίες. «Το πιο σημαντικό ξέρεις ποιο είναι; Να σε φωνάζουν όλοι στην εκλογική σου περιφέρεια με το μικρό σου όνομα. Αυτό μετράει, παιδί μου», τόνιζε.
«Νιώθω υπερήφανος για το ότι 50 χρόνια στην πολιτική, εκτός από τους φίλους, έκανα μόνο αντιπάλους. Οχι εχθρούς». Η φράση αυτή δεν αποτέλεσε μόνο κοινοβουλευτική ρήση για εκείνον. Αλλά φιλοσοφία ζωής. Πράξη.
Αντιτάχθηκε σθεναρά στην παραπομπή αντιπάλων σε Ειδικά Δικαστήρια την πολωμένη δεκαετία του ’80, συμπαραστάθηκε εμπράκτως σε εκδότες αντιπολιτευόμενων εφημερίδων και σκληρών επικριτών του, όταν εκείνοι αντιμετώπιζαν προσωπικό πρόβλημα, συνομιλούσε με τους πάντες για τα πάντα. Με σεβασμό και ευπρέπεια. «Σε μια Δημοκρατία, όλες οι διαφορές πρέπει να επιλύονται στις εκλογές. Στην ίδια πατρίδα ζούμε», τόνιζε πάντα. Ολοένα και περισσότεροι σήμερα θεωρούν εκ των υστέρων ότι ίσως η επιλογή του προσώπου του για το ύψιστο πολιτειακό αξίωμα το 2014 θα ήταν η πλέον κατάλληλη, που θα μπορούσε, τελικά, να υπερκεράσει τον σκόπελο των αντιπολιτευόμενων -εκ Νέας Δημοκρατίας προερχομένων- βουλευτών των άλλων παρατάξεων. Οι περισσότεροι εξ αυτών, άλλωστε, προέρχονταν πολιτικά από τη «βαρβιτσιώτικη μήτρα». «Κανένα αξίωμα δεν έχει αξία, παιδί μου», μου είχε πει τότε, μεταφέροντάς μου τους παραπολιτικούς ψιθύρους, «σε μια χρεοκοπημένη χώρα. Εκείνο που προέχει για εσάς, τη νέα γενιά, είναι να κρατήσουμε την Ελλάδα στην Ευρώπη». Και, όντως.
Τα ταραγμένα χρόνια αυτά ήταν και από τα πιο ενεργά για τον Γιάννη Βαρβιτσιώτη. Ως ενεργός πολίτης που απείχε από την ενεργό πολιτική. Τι κι αν είχε μπει στην τελευταία δεκαετία του βίου του; Με την αγωνία του έχοντος την ευθύνη παρενέβαινε. Μιλούσε. Διάβαζε. Εγραφε. Συμβούλευε. Δημοσίευε βιβλία. Ισως επειδή ήταν από τους ελάχιστους -τότε- εναπομείναντες που είχαν εργαστεί σκληρά με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή για την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ενωση και την αποκατάσταση της δημοκρατικής ομαλότητας, της μακροβιότερης που γνώρισε η πατρίδα μας. Σίγουρα, όμως, είχε υιοθετήσει συνειδητώς μια διαρκή φιλοσοφία ζωής: Να μην επαναλαμβάνονται στο παρόν τα λάθη του παρελθόντος. Και είχε δίκιο σε αυτό που έλεγε: «Το να γράφει ένας πολιτικός γι’ αυτά που έζησε, όπως τα έζησε, αποτελεί χρέος του προς τις επόμενες γενεές».