Πλήρης ημερών και έπειτα από μια ζωή που θα μπορούσε να περιγραφεί μέσα από τις γραμμές ενός μυθιστορήματος έφυγε για το αιώνιο ταξίδι η Μαργαρίτα Τσαντ - Παπανδρέου, σε ηλικία 103 ετών. Η δεύτερη σύζυγος του ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ, Ανδρέα Παπανδρέου, άφησε την τελευταία της πνοή το πρωί της Παρασκευής, βυθίζοντας στο πένθος της οικογένειά της.
Γεννήθηκε στο Όουκ Παρκ του Ιλινόι των ΗΠΑ στις 30 Σεπτεμβρίου 1923 και ήταν η μεγαλύτερη από τις πέντε αδελφές που απέκτησε η οικογένειά της. Σπούδασε δημοσιογραφία και έκανε το μεταπτυχιακό της στη Δημόσια Υγεία στο Πανεπιστήμιο της Μινεσότα, όπου και γνώρισε τον μετέπειτα σύζυγό της Ανδρέα Παπανδρέου.
Η γνωριμία με τον Ανδρέα
«Ήταν Φεβρουάριος του 1948 όταν πρωτογνώρισα τον Ανδρέα, έναν αναπληρωτή καθηγητή Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Μινεσότα. Εκείνος ήταν είκοσι εννιά χρόνων κι εγώ είκοσι τεσσάρων. Η συνάντησή μας έγινε στην καθόλου ρομαντική αίθουσα αναμονής ενός οδοντιατρείου. Ο οδοντίατρος ήταν ένας Ελληνοκύπριος κι εγώ ήμουν η συγγραφέας-φάντασμα της αυτοβιογραφίας του. Περιμένοντας να ξεκινήσει η συνεργασία μας, δούλευα ένα κείμενο για μια διαφήμιση για τη στήλη βαθυτυπίας στην εφημερίδα Minneapolis Tribune σαν μέρος ενός λογαριασμού που είχα με το Minnesota Business School. Είκοσι λεπτά πέρασαν, κι εγώ πάλευα να γράψω μια πρόταση στα γαλλικά, σαν το "εξωτικό" στοιχείο μιας διαφήμισης. Ο άντρας που καθόταν απέναντί μου φαινόταν ξένος. Αποφάσισα να του κάνω μια ερώτηση: "Μήπως ξέρετε γαλλικά;". Η απάντησή του ήταν ένα ευγενικό και εγκάρδιο "Ναι", ενώ σηκώθηκε από τη θέση του και κάθισε δίπλα μου και με ευκολία μου είπε τη γαλλική πρόταση που χρειαζόμουν.
Τη στιγμή εκείνη ο ασθενής βγήκε από το ιατρείο ακολουθούμενος από τον Άρη, τον οδοντίατρο, ο οποίος κάθισε μαζί μας στην αίθουσα αναμονής, εξηγώντας στον "ξένο" πως δεν θα μπορούσε να φάει μαζί του εκείνο το βράδυ λόγω της συνεργασίας μας για το βιβλίο του. Δίστασε για ένα λεπτό και στη συνέχεια πρότεινε να πάμε και οι τρεις μας για ένα ποτό στο ξενοδοχείο Radisson, προτού ξεκινήσουμε τη δουλειά. Η δουλειά δεν ξεκίνησε ποτέ.
Η έλξη ανάμεσα στον Ανδρέα και σε μένα, καθώς προχωρούσε η συζήτηση πίνοντας κοκτέιλ, έλαμπε σαν τα ζεστά κάρβουνα της φωτιάς και ο Άρης, σε μια κίνηση ευγένειας, πρότεινε να αφήσουμε το γράψιμο εκείνο το βράδυ κι έφυγε διακριτικά. Οι δυο μας πήγαμε στο εστιατόριο του ξενοδοχείου και συνεχίσαμε την κουβέντα μας, μιλώντας για κείνα τα πράγματα που συζητούν δύο άνθρωποι οι οποίοι έλκουν ο ένας τον άλλο - για τον εαυτό τους. Έμαθε πως είχα μεγαλώσει σ’ ένα μικρό προάστιο του Σικάγου, η μεγαλύτερη από πέντε αδερφές μιας χαμηλού εισοδήματος οικογένειας, και πως δούλευα για να τελειώσω τη σχολή δημοσιογραφίας στο Πανεπιστήμιο Μινεσότα κάνοντας παράξενες δουλειές - σερβιτόρα, συνοδός λεωφορείου, ταμίας, υπεύθυνη των καταλόγων σε βιβλιοθήκη, εργάτρια στη σειρά συναρμολόγησης των κυλινδρικών κεφαλών Β-29, βιδώτρια μετάλλων στην εταιρεία Douglas Aircraft, βοηθός νοσοκόμας κι άλλες. Του εξήγησα πως προσπαθούσα να τα καταφέρω με τη δική μου εταιρεία δημοσίων σχέσεων».
Οταν ξεκίνησε η μουσική και ο Ανδρέας μού ζήτησε να χορέψουμε και αρχίσαμε να στροβιλιζόμαστε σαν τον Φρεντ Ασταίρ και την Τζίντζερ Ρότζερς, ήξερα πως κάτι συνέβαινε που θα μου άλλαζε τη ζωή. Χορεύαμε πάνω στη γαλανή θάλασσα -το Αιγαίο φυσικά- πετούσαμε στον ουρανό πηδώντας από αστέρι σε αστέρι και στη Μεγάλη Αρκτο, με τα κορμιά μας να διπλώνουν και να κινούνται παράλληλα. Ενιωθα έναν υπέροχο ενθουσιασμό που διαχεόταν σε όλα τα κύτταρα του σώματός μου. Κι αν εγώ ήμουν γοητευμένη από αυτόν, ήταν ολοφάνερο πως κι εκείνος ήταν εντελώς συνεπαρμένος από μένα. Επειτα από λίγο ακούστηκε ο ρυθμός ενός τραγουδιού κάντρι, που περιέγραφε ακριβώς τα συναισθήματά μου εκείνο το βράδυ. Ξεκινούσε ως εξής: "Θα μπορούσα να έχω αυτό τον χορό για την υπόλοιπη ζωή μου; Θα γινόσουν το ταίρι μου για κάθε βράδυ; Οταν είμαστε μαζί, όλα φαντάζουν τόσο σωστά…".
Ολα θα ήταν τέλεια, εκτός από ένα πράγμα. Ηταν παντρεμένος. Επειτα από αρκετούς μήνες μιας παθιασμένης και εκστατικής σχέσης κι ενός όλο και μεγαλύτερου μπλεξίματος, πρότεινα να σταματήσουμε να βλεπόμαστε ώσπου να λυθεί το πρόβλημα του γάμου του με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Ηταν η πιο δύσκολη απόφαση της ζωής μου. Αν και πήγε στην ανατολική Αμερική τα Χριστούγεννα προκειμένου να μιλήσει με τη γυναίκα του, δεν υπήρξε διάλυση του γάμου. Ανακάλυψα πως δεν μπορούσα να βρίσκομαι στη Μιννεάπολις και να μην είμαι μαζί του, κι έτσι ένα πρωί έβαλα όπως όπως τα ρούχα μου σε δύο παλιές βαλίτσες, κλείδωσα την πόρτα του γραφείου μου κι έφυγα από την πόλη, το σπίτι μου επί εφτά χρόνια, τόσο ως φοιτήτριας όσο κι ως νεοφώτιστης επιχειρηματία...». Με αυτά τα λόγια περιέγραψε στο βιβλίο της «Έρωτας και Εξουσία» τη γνωριμία της με τον μετέπειτα σύζυγό της. Μάλιστα εκείνη την περίοδο ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν παντρεμένος με τη Χριστίνα Ρασσιά.
Η επανασύνδεση
«Προσγειώθηκα στην Ουάσινγκτον DC στις αρχές της άνοιξης του 1949, αναζητώντας μια θέση αρθρογράφου στην Αμερικανική Υπηρεσία Δημόσιας Υγείας. Πέρασα τρεις εβδομάδες στην Ουάσινγκτον για προσανατολισμό. Ημουν γοητευμένη από την πόλη (ήταν άνοιξη) και περιπλανιόμουν στους δρόμους τα Σαββατοκύριακα μετά τα μαθήματα. Οι βόλτες μου περιλάμβαναν πάντα μια αναζήτηση για ελληνικά εστιατόρια, όπου θα έπινα ούζο και θα έτρωγα μουσακά, ρίχνοντας δεκάρες στο τζουκ-μπόξ για να ακούσω τραγούδια που μου είχε μάθει ο Ανδρέας, όπως το "Δυο πράσινα μάτια με μπλε βλεφαρίδες" και το "Ενα βράδυ που ’βρεχε", τα περισσότερα από τα οποία ήταν ερμηνευμένα από τη Βέμπο,την τραγουδίστρια που με τη βραχνή φωνή της αποτελούσε το σύμβολο της αντίστασης κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα. Καθόμουν συνεπαρμένη λαχταρώντας τον Ανδρέα, ενώ οι εστιάτορες προβληματίζονταν για τη λεπτή Αμερικανίδα με τα μακριά πόδια που έδειχνε να ξέρει ποια ελληνικά τραγούδια ήθελε να ακούσει…
Οι μήνες πέρασαν, μπήκε ο Μάιος, κι εγώ περπατούσα στην πανεπιστημιούπολη, νιώθοντας όμορφη με την κίτρινη καμπαρντίνα που είχα μόλις αγοράσει και απολαμβάνοντας τη χαρά της νιότης και της άνοιξης. Ξαφνικά συνειδητοποίησα πως είχα αργήσει για την πρωινή διάλεξη. Τόσο προσηλωμένη ήμουν στο να προλάβω το μάθημα, που δεν πρόσεξα μια φιγούρα η οποία περπατούσε προς το μέρος μου, ώσπου ήταν πολύ κοντά για να γυρίσω και να εξαφανιστώ σ’ ένα διπλανό μονοπάτι. Γνώριζα το περπάτημα - ένας ζωηρός βηματισμός με τα πόδια προς τα έξω. Προσπέρασα αθόρυβα, παριστάνοντας πως ήμουν χαμένη στις σκέψεις μου. Είχα περπατήσει τέσσερα ή πέντε βήματα μπροστά από τον Ανδρέα, όταν άκουσα το όνομά μου: "Μάργκαρετ;". Η καρδιά μου χτυπούσε ξέφρενα στο στήθος μου, αλλά στράφηκα, πήρα μια έκφραση έκπληξης στο πρόσωπο και είπα αθώα: "Α, εσύ είσαι, Ανδρέα;". Το αποτέλεσμα ήταν να περπατήσουμε μαζί έως την τάξη μου, ενώ ακολούθησαν πολλά δείπνα έξω, στα οποία μου έλεγε πως ο γάμος του διαλύεται, κι εγώ θυμάμαι να σκέφτομαι: την έχω ακούσει ξανά αυτή την ιστορία».
«Τα βράδια με τον Ανδρέα ήταν συναρπαστικά - ένα μείγμα προσμονής και αβεβαιότητας. Προσπάθησα να κρατάω τα συναισθήματά μου στον πάγο, για να μην επηρεαστεί η απόφασή μου να παντρευτώ τον Ρόμπερτ Χολ, έναν συμφοιτητή μου στο μεταπτυχιακό, τον Ιούλιο. Αν ο Ανδρέας είχε φύγει τον Ιούνιο για ένα σεμινάριο στο Μέιν, ακριβώς μετά τη λήξη του ακαδημαϊκού έτους, η πορεία των γεγονότων μπορεί να ήταν διαφορετική. Ενα βράδυ στα τέλη Ιουνίου, μόλις γύρισα στο σπίτι όπου νοίκιαζα ένα δωμάτιο, η συγκάτοικός μου είπε πως είχα ένα υπεραστικό τηλεφώνημα από την Ανατολική Ακτή. Δεν κράτησε μήνυμα, επειδή αυτός που κάλεσε είπε πως θα ξανατηλεφωνούσε. Οι μέρες περνούσαν, οι προετοιμασίες του γάμου μου συνεχίζονταν, και στις 14 Ιουλίου παντρεύτηκα. Μια μέρα είδα ένα άρθρο που αφορούσε τον πατέρα του Ανδρέα στην εφημερίδα L.A. Examiner. Ηταν Νοέμβριος του 1950. Αυθόρμητα, το έκοψα και το έστειλα στον Ανδρέα μέσα σ’ έναν φάκελο που είχε τη διεύθυνση του Κέντρου Υγείας του Νοτιανατολικού Λος Αντζελες. Αρχισαν να καταφτάνουν γράμματα από αυτόν, τα οποία διάβαζα, αλλά άφηνα αναπάντητα. Τι να του έλεγα; "Τελειώσαμε, φίλε. Παντρεύτηκα". Τον χειμώνα της ίδιας χρονιάς με έστειλαν στο Αλμπουκέρκι, στο Νέο Μεξικό. Το επόμενο Πάσχα,έπειτα από μερικά βιαστικά ταξίδια του Ρόμπερτ για να με δει στη νέα μου θέση στη νότια Αμερική, αποφάσισα να βγω από την κατάσταση που είχε γίνει αφόρητη και για τους δυο μας. Δεν ήμαστε φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλο» τόνιζε σε άλλο σημείο του βιβλίου της.
Τα γράμματα και ο γάμος στη Νεβάδα
«Εχοντας πάρει την απόφαση, ένιωσα ελεύθερη να στείλω την πρώτη μου απάντηση στα γράμματα του Ανδρέα, εξηγώντας ότι, παρά τα συναισθήματά μου γι’ αυτόν, παντρεύτηκα, όπως είχα προγραμματίσει, πιστεύοντας ότι η επανασύνδεσή μας θα ήταν χαμένη υπόθεση. Του είπα πως ο γάμος μου είχε αποτύχει. Τον ευχαρίστησα για όλα τα θερμά του γράμματα. Ελαβα πολύ γρήγορα ένα τηλεγράφημα, όπου έλεγε πως σχεδίαζε να οδηγήσει έως την Καλιφόρνια για ένα θερινό σεμινάριο και πως θα έκανε μια παράκαμψη από το Αλμπουκέρκι για να με δει. Περάσαμε πέντε υπέροχες μέρες μαζί. Ενα βράδυ, ενώ καθόμουν δίπλα του στο αυτοκίνητο, τραγούδησα ένα τραγούδι που πήγαινε κάπως έτσι: "Αν μπορούσα να είμαι μαζί σου για μία ώρα απόψε, αν μπορούσαμε να κάνουμε τα πράγματα που θα ήθελαν α κάναμε, τότε σου λέω πως θα ήμουν κάθε άλλο παρά λυπημένη, αν μπορούσα να είμαι μαζί σου…". Και ξαφνικά εκείνος μου λέει: "Ας παντρευτούμε". Στις 30 Αυγούστου του 1951, έπειτα από δύο γρήγορα και συναινετικά διαζύγια, παντρευτήκαμε στο Ρίνο της Νεβάδας με πολιτικό γάμο...»
Με τον Ανδρέα Παπανδρέου απέκτησαν τέσσερα παιδιά. Τον Γιώργο, τον Νίκο, τη Σοφία και τον Αντρίκο. Τον ακολούθησε στην Ελλάδα στις αρχές του '60, όταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής του ζήτησε να αναλάβει τις τύχες του νεοσύστατου τότε Κέντρου Οικονομικών Ερευνών. Τα επόμενα χρόνια κύλησαν με τη σύζυγο του Ανδρέα να βρίσκεται στο πλευρό του προωθώντας την υποψηφιότητά του ως βουλευτή, χωρίς να λείπουν οι εντάσεις λόγω της αδυναμίας που είχε ο Ανδρέας Παπανδρέου στο γυναικείο φύλο. Με την επιβολή της χούντας και τη σύλληψή του η Μαργαρίτα Παπανδρέου βρέθηκε στην πρώτη γραμμή έτσι ώστες να μπορέσει να εξασφαλίσει την απελευθέρωση του Ανδρέα τον Δεκέμβριο του 1967, με τον οποίο στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν αρχικά στη Στοκχόλμη της Σουηδίας και μετέπειτα στο Τορόντο του Καναδά. Εκεί ο Ανδρέα Παπανδρέου ανέπτυξε ερωτική σχέση με τη Σουηδέζα ηθοποιό και τηλεπαρουσιάστρια Ράνια Νάιμπλομ, με την οποία μάλιστα απέκτησε και μία κόρη εκτός γάμου, αλλά συνέχισε να είναι επίσημα παντρεμένος με τη Μαργαρίτα.
Το 1974 η οικογένεια Παπανδρέου επέστρεψε στην Ελλάδα, με τα προβλήματα να παραμένουν. Υπήρξε πρωταγωνίστρια σε πολλές έως τώρα «άγνωστες πτυχές» της περίφημης «Αλλαγής» στις αρχές του 1980, επιβεβαιώνοντας το ρητό ότι πίσω από έναν πετυχημένο άνδρα βρίσκεται μια ισχυρή γυναίκα. Η επιδραστικότητα της Μαργαρίτας Παπανδρέου αποτυπώθηκε στις κυβερνητικές πρωτοβουλίες του ΠΑΣΟΚ τη δεκαετία του 1980 για την ισότητα των δύο φύλων και τη χειραφέτηση της γυναίκας. Οι ριζικές μεταρρυθμίσεις στο Οικογενειακό Δίκαιο ήταν αποτέλεσμα της δικής της δράσης. Η ίδια, ως πρόεδρος της Ένωσης Γυναικών Ελλάδος, προώθησε μια πρωτοποριακή ατζέντα για τα δικαιώματα του έως τότε καταπιεσμένου «ασθενούς» φύλου.
Από το δικαίωμα στην εργασία έως την υπεράσπιση της «αυτοδιάθεσης» του σώματος και της ζωής, μέσα από την άμβλωση και το διαζύγιο, αντίστοιχα. Η αλήθεια, βέβαια, είναι πως, ενώ η ίδια αφιέρωσε τη ζωή της στην «ανεξαρτησία» των γυναικών, όταν ήρθε η ώρα να πάρει διαζύγιο από τον Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος τη διαβεβαίωνε πως δεν θα παντρευτεί την ερωμένη του, Δήμητρα Λιάνη, παραδέχτηκε πως είναι όμηρος του «ανδρός της».
Η ίδια στο βιβλίο της «Έρωτας και εξουσία» αφηγήθηκε με παραστατικό τρόπο την επίμαχη συνάντησή τους:
Μαργαρίτα: «Ας πάμε στο κυρίως θέμα. Δεν είμαι μια “ανεξάρτητη” γυναίκα, όπως με περιέγραψες. Η ανεξαρτησία απαιτεί χρήματα. Θα χρειαστώ τη βοήθειά σου και μια δέσμευση πως θα στηρίξεις τα παιδιά, που δεν έχουν ακόμη δικό τους εισόδημα».
Ανδρέας: «Πιστεύεις ότι δεν θα το έκανα;».
Μαργαρίτα: «Όχι. Απλώς προσπαθώ να είμαι ξεκάθαρη με τους όρους. Μιλάω ως γυναίκα που πρέπει να εξασφαλίσει το μέλλον της... Έκανα τη χαζομάρα που λέω σε όλες τις γυναίκες να μην κάνουν. Δεν προσπάθησα ποτέ να είμαι οικονομικά ανεξάρτητη. Δεν έχω ασφάλεια υγείας. Δεν έχω δουλειά. Δεν έχω σύνταξη. Αν σου συμβεί κάτι, αυτή θα πάρει τη σύνταξή σου».
Στα μέσα του '80 έγινε γνωστή η σχέση του Ανδρέα Παπανδρέου με τη Δήμητρα Λιάνη, με τον γάμο τους να λαμβάνει τέλος το 1989. Η Μαργαρίτα Παπανδρέου ήταν επίσης συγγραφέας πολλών άρθρων και βιβλίων. Τα τελευταία χρόνια της ζωής της παρέμεινε στην Ελλάδα, έχοντας περιορίσει σημαντικά τις δημόσιες εμφανίσεις της. Τον Σεπτέμβριο του 2025 συμπλήρωσε τα 102 χρόνια ζωής. Με αφορμή τα γενέθλιά της, ο γιος της Γιώργος Παπανδρέου είχε δημοσιεύσει φωτογραφία της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στέλνοντάς της δημόσια τις ευχές του.