Η απήχηση του πανεπιστημίου φθίνει χρόνο με τον χρόνο
The Times
Το φοιτητικό χρέος, το ''φούσκωμα'' των βαθμών και η άνοδος της Τεχνητής Νοημοσύνης έχουν διαβρώσει το κύρος της Ανώτατης Εκπαίδευσης. Μήπως η χρυσή εποχή φτάνει στο τέλος της;
Όταν ήμουν 18 ετών, η πανεπιστημιακή εκπαίδευση έμοιαζε σχεδόν τόσο αναπόφευκτη όσο ο θάνατος και οι φόροι - όπως το είχε διατυπώσει κάποτε ο Σάμιουελ Τζόνσον. Μπορώ να σκεφτώ αρκετούς συμμαθητές μου που κατέληξαν στην Ανώτατη Εκπαίδευση περισσότερο από μια αίσθηση αμήχανης αδράνειας παρά από κάποια ιδιαίτερη «δίψα για γνώση».
Ειλικρινά, η απόφαση μη φοίτησης στο πανεπιστήμιο απαιτούσε συνειδητή προσπάθεια θέλησης - οι απογοητευμένοι γονείς, οι ενοχλητικοί καθηγητές, η μοναχική προοπτική να αντιμετωπίσεις το μεγάλο κενό του Σεπτεμβρίου στην πατρίδα σου. Ξέρω ότι, ακόμα και αν δεν ήμουν ένας ανυπόφορος σπασίκλας, η μεγάλη ροή της ζωής θα με είχε οδηγήσει ούτως ή άλλως στο πανεπιστήμιο. Ολα έμοιαζαν τόσο ακαταμάχητα.
Αυτή η αίσθηση του αναπόφευκτου, από την πλευρά των εφήβων της μεσαίας τάξης σε όλο τον κόσμο, είναι αναμφισβήτητα το μεγαλύτερο πλεονέκτημα των βρετανικών πανεπιστημίων. Κάθε φορά όλο και περισσότερο αναρωτιέμαι πόσο ακόμη θα αντέξει. Το σκάνδαλο της παραπλανητικής πώλησης φοιτητικών δανείων θυμίζει άλλες κρίσεις που έχουν πλήξει το βρετανικό κατεστημένο τον 21ο αιώνα, όπως τα έξοδα των βουλευτών, η υπόθεση Επστάιν και ο πρίγκιπας Αντριου. Σε κάθε περίπτωση, το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς η οργή του κοινού, αλλά η ανάδειξη ενός υπαρξιακού ερωτήματος σχετικά με την αξία και τον σκοπό του εν λόγω θεσμού.
Αν ήμουν πρύτανης, θα με βασάνιζε ιδιαίτερα η σκέψη ότι, σε σύγκριση με τη βασιλική οικογένεια και το Κοινοβούλιο, τα περισσότερα πανεπιστήμια της Βρετανίας μοιάζουν με «νεόπλουτους» - ξαφνικά ανερχόμενους στον κόσμο της ελίτ. Πριν από εκατό χρόνια, περίπου το 1% του πληθυσμού πήγαινε στο πανεπιστήμιο. Μέχρι το 1950, το ποσοστό αυτό είχε εκτοξευτεί στο... 3%. Μόνο το 2019 ο αριθμός των νέων που εισέρχονται στην τριτοβάθμια εκπαίδευση ξεπέρασε το 50%. Η μαζική πανεπιστημιακή εκπαίδευση δεν είναι, όπως μου φαινόταν κάποτε, ένας νόμος του σύμπαντος, αλλά ένα πρόσφατο και ιστορικά τυχαίο φαινόμενο. Αναρωτιέμαι αν κάποια μέρα θα φανεί στις μελλοντικές γενιές ως μια ανωμαλία - ακόμα ένα χαρακτηριστικό της χρυσής μεταπολεμικής περιόδου, μαζί με τις τριπλές συντάξεις, το Εθνικό Σύστημα Υγείας και το κράτος πρόνοιας.
Πολλοί από τους σύγχρονους λόγους που θεωρούνται βάσιμοι για μια πανεπιστημιακή εκπαίδευση σχεδόν δεν υπήρχαν πριν από 100 χρόνια. Κατά το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας τους, η πιο σημαντική λειτουργία των πανεπιστημίων (κυρίως της Οξφόρδης και του Κέιμπριτζ) ήταν η μετάδοση των πολιτιστικών αξιών της κοινωνικής ελίτ σε μια μικρή μειοψηφία του πληθυσμού. Στο βιβλίο «Επιστροφή στο Μπράιντσχεντ» δεν υπάρχει καμία αναφορά σε «μεταφερόμενες δεξιότητες» ή στα «πλεονεκτήματα του πτυχιούχου».
Οταν ο ήρωας του μυθιστορήματος, Τσαρλς Ράιντερ, φτάνει στην Οξφόρδη, οι συμβουλές που του δίνει μια αυστηρή ξαδέλφη αφορούν κυρίως τη συμπεριφορά, το ντύσιμο και την παρουσία του.
Μαθαίνει ότι ακόμα και ένα πτυχίο χαμηλής βαθμολογίας δεν θα τον καθιστούσε μειονεκτούντα. Οι πρόεδροι αμερικανικών πανεπιστημίων της ίδιας εποχής αναφέρονταν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση ως φορέα «χαρακτήρα» και «ανδρισμού». Μέχρι και τη δεκαετία του 1950 ήταν δυνατό να κατακρίνεις το Yale -αυτόν τον ναό της δυτικής αξιοκρατίας- ως ένα απλό «σχολείο καλών τρόπων στο Λονγκ Αϊλαντ Σάουντ». Η σύγχρονη αντίληψή μας ότι η πανεπιστημιακή εκπαίδευση υποτίθεται ότι σας εξασφαλίζει μια καλά αμειβόμενη δουλειά θα είχε φανεί σε μερικούς από τους προνομιούχους φοιτητές των κλασικών σπουδών τη δεκαετία του 1920 ως ελαφρώς χυδαία.
Ολο και περισσότερο, τα επιχειρήματα υπέρ της φοίτησης στο πανεπιστήμιο φαίνονται όχι μόνο καινούργια, αλλά και αδύναμα. Σε έναν κόσμο με τόσο υψηλό μορφωτικό επίπεδο, όπως ο δικός μας, το πτυχίο έχει χάσει την αίγλη της αποκλειστικότητας (αν ήμουν εργοδότης, θα αναρωτιόμουν, μάλιστα, αν ένας μη πτυχιούχος θα φαινόταν να διαθέτει μια εντυπωσιακή ανεξαρτησία). Ο πληθωρισμός βαθμολογιών και, πλέον, η γενετική Τεχνητή Νοημοσύνη έχουν διαβρώσει ακόμα περισσότερο το κύρος ενός πανεπιστημιακού τίτλου. Θα με ενδιέφερε πραγματικά να μάθω πόσα «καλά» πτυχία έχουν πλέον αποκτηθεί έπειτα από τρία χρόνια πατήματος του enter στο ChatGPT. Ακόμα και η υποψία ότι κάτι τέτοιο είναι δυνατόν από μόνη της πλήττει τα πανεπιστήμια.
Και το οικονομικό ζήτημα; Χρέος 50.000 λιρών και η προοπτική να κερδίζεις μόλις λίγο περισσότερα από πολλούς μη πτυχιούχους δεν φαντάζουν ιδιαίτερα ελκυστικά. Καθώς η Τεχνητή Νοημοσύνη υπονομεύει τις θέσεις εργασίας των υπαλλήλων γραφείου, και ειδικά των πτυχιούχων, ο υπολογισμός θα γίνεται όλο και πιο αβέβαιος. Πράγματι, αν πιστέψει κανείς τους πιο ζοφερούς προφήτες της Silicon Valley, σε μερικές δεκαετίες οι σπουδές επιχειρήσεων θα είναι τόσο γραφικά άχρηστες όσο και η ιστορία της Τέχνης.
Ακόμα και οι πιο ασαφείς δικαιολογίες για την πανεπιστημιακή εκπαίδευση -ότι προάγει την εμπειρία ζωής και την ανεξαρτησία- αρχίζουν να γίνονται αμφισβητήσιμες. Η στεγαστική κρίση σημαίνει ότι το πανεπιστήμιο απέχει πολύ από ένα ανέμελο ειδυλλιακό περιβάλλον πειραματισμού και φιλίας. Για πολλούς, το πτυχίο συνίσταται στην παρακολούθηση διαλέξεων Zoom στο παιδικό σας δωμάτιο. Οι ελευθερίες του πανεπιστημίου περιορίζονται όλο και περισσότερο σε μια ανώτερη τάξη πλούσιων φοιτητών, των οποίων οι γονείς έχουν τα μέσα να τους στεγάσουν σε πολυτελείς ιδιωτικές εστίες.
Ενα πιθανό μέλλον είναι τα πανεπιστήμια να επιστρέψουν σε κάτι πιο κοντά στον αρχικό τους ρόλο - ως πολυτελή σχολεία για την ολοκλήρωση της εκπαίδευσης των πλουσίων και προνομιούχων. Καθώς η εκπαίδευση γίνεται όλο και πιο ακριβή και ο πληθωρισμός βαθμολογιών και η Τεχνητή Νοημοσύνη υπονομεύουν τη σημασία της ακαδημαϊκής αυστηρότητας, πολλά ιδρύματα επικεντρώνονται εκ νέου στην παραδοσιακή αποστολή τους, που είναι η μετάδοση των ελιτίστικων τρόπων συμπεριφοράς, των λεγόμενων «πεποιθήσεων της ελίτ» των προνομιούχων προοδευτικών.
Ενα ζοφερό ρεπορτάζ την προηγούμενη εβδομάδα στο περιοδικό «The Atlantic» κατέγραψε τον τρόπο με τον οποίο το μεγαλύτερο χρηματοδοτικό ίδρυμα για τις ανθρωπιστικές σπουδές στις ΗΠΑ, το Mellon Foundation, έχει στρέψει τους ακαδημαϊκούς μακριά από την παραδοσιακή έρευνα, ενώ παράλληλα τους ωθεί προς μοντέρνα προγράμματα κοινωνικής δικαιοσύνης - αν θέλετε να προχωρήσετε στη σύγχρονη ακαδημαϊκή κοινότητα, είναι χρήσιμο να «δημιουργήσετε ένα πιο απελευθερωτικό τοπίο, σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο». Ακούω πολύ παρόμοιες ιστορίες από ακαδημαϊκούς φίλους στη Βρετανία.
Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι στην Αμερική η εμπιστοσύνη στα πανεπιστήμια χωρίζεται έντονα κατά κομματικές γραμμές. Το μεγάλο επίτευγμα των πανεπιστημίων μετά τον πόλεμο ήταν να γίνουν ιδρύματα ισότητας, που αντανακλούσαν όχι την τάξη του Μπράιντσχεντ, αλλά ολόκληρη την κοινωνία.
Για άλλη μία φορά φαίνεται ότι κυριεύονται από μια απομακρυσμένη ελίτ. Οι αξίες των σύγχρονων τμημάτων ανθρωπιστικών σπουδών μάλλον φαίνονται στον μέσο άνθρωπο τόσο ξένες όσο θα φαινόταν πριν από 100 χρόνια η λατρεία της ευγένειας στο Yale. Προς το παρόν, όλα αυτά είναι υποθετικά, αν και προκαλεί σκέψη το γεγονός ότι στις ΗΠΑ -των οποίων την πολιτιστική ηγεσία συχνά ακολουθούμε- οι αιτήσεις για πανεπιστήμια μειώνονται.
Το σκάνδαλο των φοιτητικών δανείων είναι από μόνο του σοκαριστικό. Παράλληλα, θέτει το ερώτημα που είναι το πιο επικίνδυνο για κάθε ίδρυμα: γιατί φτάσαμε έως εδώ;
ΠΗΓΗ: Times Media Ltd / News
En