Οι Δημοκρατικοί φαίνεται να αποποιούνται σταδιακά το δικαίωμα να παρουσιάζονται ως μια πραγματικά εθνική πολιτική δύναμη στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς ολοένα και περισσότεροι υποψήφιοί τους εγκαταλείπουν τις εκλογικές αναμετρήσεις σε πολιτείες όπου κυριαρχούν οι Ρεπουμπλικάνοι, αντί να συνεχίσουν τη μάχη μέχρι τέλους.

Μια σειρά υποψηφίων που δυσκολεύονταν να διεκδικήσουν την εκλογή τους αποσύρθηκαν από κρίσιμες αναμετρήσεις, παραχωρώντας τη θέση τους σε ανεξάρτητους υποψηφίους. Η εξέλιξη αυτή τροφοδοτεί τη συζήτηση για το κατά πόσο το Δημοκρατικό Κόμμα εγκαταλείπει ουσιαστικά ολόκληρες γεωγραφικές περιοχές της χώρας.

Ο Τζούλιαν Μποντιόν, υποψήφιος των Δημοκρατικών για τη Γερουσία στη Νότια Ντακότα, είναι ο τελευταίος που αποχώρησε από την κούρσα απέναντι στον Ρεπουμπλικάνο γερουσιαστή Μάικ Ράουντς, ανοίγοντας τον δρόμο στον ανεξάρτητο Μπράιαν Μπενγκς ώστε να αναμετρηθεί απευθείας με τον εν ενεργεία γερουσιαστή, χωρίς να διασπαστεί η αντιπολιτευτική ψήφος.

Ο Μποντιόν, ο πρώτος Αφροαμερικανός υποψήφιος για τη Γερουσία στην ιστορία της πολιτείας, απέδωσε την απόφασή του στην ανάγκη να προστατεύσει «τη σωματική και ψυχική ασφάλεια της οικογένειάς του», κάνοντας λόγο για «εκφοβιστικές απειλές» που δέχθηκε προκειμένου να αποσυρθεί. Ωστόσο, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι οι Δημοκρατικοί της Νότιας Ντακότα σκοπεύουν να ορίσουν νέο υποψήφιο.

Είχε προηγηθεί ο Ντέιβιντ Ροθ, υποψήφιος των Δημοκρατικών για τη Γερουσία στο Άινταχο, ο οποίος αποχώρησε την περασμένη εβδομάδα υπέρ του ανεξάρτητου Τοντ Ακίλις, απέναντι επίσης σε έναν ισχυρό εν ενεργεία Ρεπουμπλικάνο γερουσιαστή.

Λίγο νωρίτερα, η Σίντι Μπέρμπανκ, νικήτρια των προκριματικών των Δημοκρατικών στη Νεμπράσκα, απέσυρε την υποψηφιότητά της, αφήνοντας ελεύθερο το πεδίο στον ανεξάρτητο Νταν Όσμπορν για να αντιμετωπίσει τον Ρεπουμπλικάνο γερουσιαστή Πιτ Ρίκετς. Ο Όσμπορν είχε διεκδικήσει ανεπιτυχώς έδρα στη Γερουσία ως ανεξάρτητος το 2024 απέναντι στην άλλη γερουσιαστή της πολιτείας, τη Ρεπουμπλικανή Ντεμπ Φίσερ, συγκεντρώνοντας το υψηλότερο ποσοστό που πέτυχε μη Ρεπουμπλικάνος, εκτός εν ενεργείας γερουσιαστή, από το 1970. Παρ' όλα αυτά, ηττήθηκε με διαφορά άνω των έξι ποσοστιαίων μονάδων.

Πλέον αυξάνονται οι πιέσεις προς την Αλάνι Μπάνκχεντ, υποψήφια των Δημοκρατικών στη Μοντάνα, να ακολουθήσει το ίδιο παράδειγμα, αν και η ίδια επιμένει ότι θα παραμείνει στην κούρσα.

Οι τρεις αποχωρήσεις σε μικρές πολιτείες που στήριξαν με μεγάλη διαφορά τον Ντόναλντ Τραμπ στις εκλογές του 2024 μπορεί να εξηγούνται από την εκλογική αριθμητική, ωστόσο έχουν επικριθεί επειδή στερούν από τους ψηφοφόρους μια δημοκρατική εναλλακτική επιλογή, ακόμη και αν αυτή είναι εκ των προτέρων καταδικασμένη.

Ο βετεράνος πολιτικός αναλυτής Φρανκ Λαντζ εκτιμά ότι η πρακτική αυτή αντανακλά αλλά και ενισχύει τον κυνισμό απέναντι στην αμερικανική πολιτική, αφήνοντας ακόμη περισσότερους πολίτες με την αίσθηση ότι δεν εκπροσωπούνται.

«Οι Δημοκρατικοί γνωρίζουν ότι είναι αντιδημοφιλείς και πλέον το παραδέχονται», δήλωσε.

«Παραδέχονται δημόσια, χωρίς περιστροφές, ότι δεν διαθέτουν υποψηφίους τους οποίους οι Αμερικανοί θέλουν να ψηφίσουν. Αυτή δεν είναι η λειτουργία που θα έπρεπε να έχει η δημοκρατία μας», πρόσθεσε.

Σύμφωνα με τον Λαντζ, η εικόνα της αμερικανικής πολιτικής ως ενός σκληρά ανταγωνιστικού πεδίου ιδεών, όπου κάθε πολίτης έχει ουσιαστική δυνατότητα να ακουστεί, αποτελεί πλέον «μια ζωγραφιά του Νόρμαν Ρόκγουελ» — μια ιδεαλιστική εικόνα που ανήκει σε μια άλλη εποχή. «Σήμερα κάνουν ό,τι χρειάζεται για να νικήσουν τον αντίπαλο», σχολίασε.

Μια πιο προσεκτική ματιά στους ανεξάρτητους υποψηφίους που επιχειρούν να ανατρέψουν τους Ρεπουμπλικάνους σε συντηρητικές πολιτείες δείχνει ότι όλοι διατηρούν, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, δεσμούς με το Δημοκρατικό Κόμμα.

Ο Μπράιαν Μπενγκς στη Νότια Ντακότα ήταν ο υποψήφιος των Δημοκρατικών το 2022 απέναντι στον σημερινό επικεφαλής της Γερουσίας, Τζον Θουν, γνωρίζοντας συντριπτική ήττα με 69,6% έναντι 26,1%. Ο απόστρατος αντισυνταγματάρχης της Πολεμικής Αεροπορίας των ΗΠΑ εμφανίζεται σήμερα, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, να έχει καλύτερες πιθανότητες ως ανεξάρτητος, απαλλαγμένος από το πολιτικό βάρος της ταμπέλας των Δημοκρατικών, σε μια πολιτεία όπου το κόμμα δεν έχει κερδίσει καμία εκλογή σε επίπεδο πολιτείας από το 2008.

Στο Άινταχο, ο Τοντ Ακίλις, επίσης βετεράνος των ενόπλων δυνάμεων, διεκδικεί την έδρα απέναντι στον 83χρονο Ρεπουμπλικάνο γερουσιαστή Τζιμ Ρις. Μέχρι το 2024 ήταν εκλεγμένος βουλευτής της πολιτειακής Βουλής ως Δημοκρατικός, πριν παραιτηθεί και αλλάξει την κομματική του εγγραφή σε «ανέντακτος».

«Το βασικό πρόβλημα, και αυτό το ακούω από τους κατοίκους του Άινταχο από τη μία άκρη της πολιτείας μέχρι την άλλη, είναι ότι το Κογκρέσο δεν λειτουργεί», δήλωσε στην εφημερίδα Moscow-Pullman Daily News. «Πρέπει να σπάσουμε την ασφυκτική κυριαρχία του δικομματισμού στο Κογκρέσο, να περιορίσουμε την επιρροή του χρήματος στις εκλογές και πιστεύω ότι ο καλύτερος τρόπος είναι να υπηρετήσει κανείς ως ανεξάρτητος».

Ο Ρις απάντησε: «Στην αρχή υπήρχαν δύο Δημοκρατικοί υποψήφιοι. Τώρα έμεινε ένας... Ο Τοντ Ακίλις εξακολουθεί να κουβαλά το μεγάλο βάρος του παρελθόντος του ως Δημοκρατικός».

Στη Νεμπράσκα, ο Νταν Όσμπορν έχει την επίσημη στήριξη των Δημοκρατικών της πολιτείας, ενώ στην εκστρατεία του συμμετέχουν σύμβουλοι που παραδοσιακά εργάζονται για το κόμμα.

Οι δεσμοί αυτοί επιτρέπουν στους Ρεπουμπλικάνους να παρουσιάζουν τους ανεξάρτητους υποψηφίους ως «Δημοκρατικούς με διαφορετική ταμπέλα». Επιπλέον, η στρατηγική αυτή δεν έχει μέχρι σήμερα αποδώσει εκλογικά.

Οι Δημοκρατικοί απέσυραν τους δικούς τους υποψηφίους υπέρ ανεξάρτητων σε αναμετρήσεις για τη Γερουσία στο Κάνσας το 2014, στη Γιούτα το 2022 και στη Νεμπράσκα το 2024, στην περίπτωση του Όσμπορν. Και στις τρεις περιπτώσεις επικράτησαν οι Ρεπουμπλικάνοι.

Το ερώτημα, επομένως, είναι αν οι Δημοκρατικοί διευκολύνουν πράγματι μια ρεαλιστική πρόκληση απέναντι στους Ρεπουμπλικάνους ή αν απλώς επιδιώκουν να αποφύγουν το πολιτικό κόστος και τις δαπάνες μιας σχεδόν βέβαιης.

«Αυτό σημαίνει ότι έρχονται αντιμέτωποι με την πραγματικότητα», εκτιμά ο καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια, Λάρι Σαμπάτο.

«Στην πραγματικότητα, κανένα από τα δύο μεγάλα κόμματα δεν είναι πλέον πραγματικά εθνικό κόμμα. Υπάρχουν πολλές πολιτείες, οι βαθιά "μπλε" πολιτείες, όπου οι Ρεπουμπλικάνοι δεν έχουν καμία απολύτως δυνατότητα να είναι ανταγωνιστικοί», σημειώνει.

«Πρόκειται απλώς για την αναγνώριση ότι μπορείς είτε να συνεχίσεις να κατεβάζεις έναν υποψήφιο που είναι βέβαιο ότι θα χάσει είτε να δοκιμάσεις κάτι διαφορετικό. Σε πολλές μικρές, βαθιά ρεπουμπλικανικές και νότιες πολιτείες, το γράμμα "D" δίπλα στο όνομα ενός υποψηφίου λειτουργεί σχεδόν ως πολιτικό δηλητήριο. Επομένως, ίσως είναι προτιμότερο να αποδεχθείς την πραγματικότητα και να επιχειρήσεις να κερδίσεις έμμεσα».

ΠΗΓΗ: Times Media Ltd / News