Οι απλοί Ιρανοί βιώνουν εδώ και έξι μήνες μια κόλαση και μια κατάσταση απόλυτης αναταραχής, που ξεκίνησε με οργισμένες διαδηλώσεις σε ολόκληρη τη χώρα ενάντια στον υπερπληθωρισμό και την οικονομική ανικανότητα, πέρασε στη βίαιη καταστολή από το καθεστώς, την ασφυκτική διακοπή πρόσβασης στο Διαδίκτυο, την ταφή παραμορφωμένων πτωμάτων κατά τη διάρκεια της νύχτας και τώρα συνεχίζεται με έναν πόλεμο που ξεκινά και σταματά, καθώς οι ΗΠΑ παίζουν με την ιδέα ότι οι βόμβες μπορούν ακόμη να ανατρέψουν μια πληγωμένη δικτατορία.

Υπήρξε μια στιγμή που οι Ιρανοί το πίστεψαν κι αυτοί – ήθελαν να το πιστέψουν. Η εκδίκηση μπορούσε να ανατεθεί στον Σούπερμαν και η δικαιοσύνη θα έπεφτε από τους ουρανούς. «Ήταν αυτή η ελπίδα ότι οι πράξεις του καθεστώτος δεν θα έμεναν ατιμώρητες», λέει μια μεσήλικη γυναίκα σε ένα ιρανικό διαμέρισμα με κουρτίνες στον Αγγλοϊρανό σκηνοθέτη Μπεν Ζαντ.

Μια άλλη, που επίσης καταγράφεται στο λαθραίο βίντεο του Ζαντ, φαίνεται να λάμπει με την ανάμνηση της είδησης ότι ο ανώτατος ηγέτης, Αλί Χαμενεΐ, είχε σκοτωθεί στο συγκρότημα κατοικιών του στην Τεχεράνη. Εκείνο το βράδυ χόρευαν στους δρόμους. Πυροτεχνήματα στα μπαλκόνια! «Νιώσαμε τόσο μεγάλη ανακούφιση», είπε μία από αυτές. «Άνθρωποι που ήξεραν τι είχε συμβεί στον γιο μου» –έναν νεαρό διαδηλωτή που είχε δεχθεί πυροβολισμό στο πρόσωπο έναν μήνα πριν– «πέρασαν από το σπίτι για να το γιορτάσουν».

Κι όμως, δύο εβδομάδες αργότερα ο δεύτερος γιος του Χαμενεΐ, ο Μοτζταμπά, χρίστηκε διάδοχός του, προφανώς με τη στήριξη των ισχυρών ανδρών του Σώματος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC). «Ήταν σαν να είχαμε κάνει μια πολύ, πολύ μεγάλη πορεία», λέει μία από τις γυναίκες που μίλησαν στον Ζαντ, «και να καταλήξαμε εκεί από όπου ξεκινήσαμε». Αυτή η πορεία περιλάμβανε τη μάχη με τις Αρχές για να παραλάβουν, να αναγνωρίσουν και να θάψουν τα παιδιά τους. Και την απόφαση να βγουν στις διαδηλώσεις, να στέκονται μπροστά από τα παιδιά τους, ώστε να δεχθούν οι ίδιες τις σφαίρες που προορίζονταν για τους νέους. Και την επιταχυνόμενη αποκτήνωση της κοινωνίας.

«Τα νοσοκομεία θεωρούνταν κάποτε ασφαλείς χώροι», λέει ένας συνάδελφος ντοκιμαντερίστας στον Ζαντ, «και ξαφνικά όλοι συνειδητοποίησαν ότι, αν πήγαιναν στο νοσοκομείο, θα συλλαμβάνονταν». Στις διαδηλώσεις έβλεπαν τους ελεύθερους σκοπευτές στις στέγες, ενώ στο έδαφος παρατήρησαν την προσεκτικά προβαρισμένη κίνηση των στρατιωτών του καθεστώτος, οι οποίοι γονάτιζαν με το ένα πόδι για να σταθεροποιήσουν τη σκόπευσή τους πριν πυροβολήσουν τους πολίτες.

Έτσι συνθλίβεις την αντίσταση ή, τουλάχιστον, την αναγκάζεις να περάσε στην παρανομία. Ηταν ο Ρεζά Παχλαβί, ο αυτοανακηρυγμένος διάδοχος του εκλιπόντος σάχη, που είχε καλέσει τον Ιανουάριο τους Ιρανούς να εξεγερθούν. Για ένα διάστημα ο πρόεδρος Τραμπ υπαινίχθηκε ότι στους Ιρανούς ανήκε το καθήκον να ακολουθήσουν αυτό το κάλεσμα, αλλά έγινε φανερό ότι ο Αμερικανός πρόεδρος θα προτιμούσε να δώσει κάποια στήριξη σε επίπεδο πληροφοριών σε οποιοδήποτε κίνημα αντίστασης αναπτυσσόταν παρά να δεσμεύσει αμερικανικά στρατεύματα. Έτσι, οι Ιρανοί συνειδητοποίησαν ότι δεν μπορούσαν να υπολογίζουν στον Τραμπ ως απελευθερωτή.

Οι ΗΠΑ είχαν χάσει αυτόν τον ρόλο πολύ πριν από τον Τραμπ. Οταν ο σύμβουλος εθνικής ασφαλείας του Λίντον Τζόνσον, ΜακΤζορτζ Μπάντι, ρωτήθηκε τι τον είχε εκπλήξει περισσότερο στην αποτυχία των αμερικανικών αεροπορικών βομβαρδισμών κατά των Βορειοβιετναμέζων, απάντησε (έπειτα από βαθιά σκέψη): «Η αντοχή του εχθρού». Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι μια φτωχή χώρα, που διοικούνταν από το Ανόι, μπορούσε να αντέξει την πλήρη τεχνολογική ισχύ πυρός των ΗΠΑ. Αυτό ήταν μια αποτυχία της φαντασίας. Η αντοχή του Ιράν είναι άλλου διαμετρήματος. Το καθεστώς μεταμορφώθηκε από προπύργιο του Κλήρου σε αστυνομικό κράτος με στρατηγικό μυαλό. Με ή χωρίς πυρηνικό οπλοστάσιο, έχει γίνει ένας πιο σύνθετος εχθρός. Μπορεί να διατηρήσει τα σύμβολα της εξουσίας, αυξάνοντας τους μισθούς των μελών του μηχανισμού ασφαλείας και μετατρέποντας τον τομέα της ενέργειας και των θαλάσσιων μεταφορών σε αποκλειστικό πεδίο δράσης των διοικητών του IRGC. Η αδυναμία του είναι ότι η βάναυση καταστολή των νέων των πόλεων έχει υπονομεύσει την κοινωνική στήριξη προς την πολιτική ελίτ.

Στην καρδιά της κοινωνίας βρίσκονται οι μητέρες, που πρωταγωνιστούν στο αξεπέραστο ντοκιμαντέρ του Ζαντ «Inside Iran: War and Revolution» και ορίζουν την ασφάλεια ως μια χώρα όπου αξίζει να μεγαλώνεις, με ακέραιες οικογένειες, οι οποίες τηρούν αρχές και προσπαθούν να σχεδιάσουν ένα μέλλον που δεν εξαρτάται από το να γίνει το Ιράν περιφερειακός ηγεμόνας με πυρηνικές κεφαλές. Ή από το να φοράς προστατευτικά γυαλιά όταν παίρνεις τα παιδιά σου από το σχολείο, μήπως η αστυνομία καταστολής επιχειρήσει να σε πυροβολήσει στο μάτι. Οι γυναίκες που μίλησαν στον Ζαντ ξεκίνησαν ως μεταρρυθμίστριες, ακτιβίστριες, που ήθελαν να ντύνονται όπως τους άρεσε, αλλά τώρα μιλούν με επαναστατικό τόνο. Έχουν δει υπερβολικά πολλά τους τελευταίους έξι μήνες και πολλές έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν τους μένουν πολλά να χάσουν.

Αυτή ακριβώς η πηγή θάρρους είναι που πρέπει να αξιοποιήσει η κυβέρνηση Τραμπ. Οι δημοσκοπήσεις για τις ενδιάμεσες εκλογές δείχνουν ότι ο πόλεμος με το Ιράν –υψηλό κόστος, ασαφείς στόχοι– κοστίζει ψήφους. Ο Τζόνσον υποτίμησε την «αντοχή» των Βορειοβιετναμέζων μαχητών και του λαού του Βόρειου Βιετνάμ. Το σημερινό ιρανικό καθεστώς αποδεικνύει ότι και αυτό μπορεί να επαναπροσδιορίσει τη μαχητική του ικανότητα – αλλά έχει χάσει πολλούς από τους φυσικούς υποστηρικτές του και έχει διαλύσει τους θεσμούς που κάποτε έκαναν τους Ιρανούς να αισθάνονται περήφανοι. Οι Ιρανοί αναρωτιούνται: Τι είδους άνθρωποι έχουμε γίνει, ώστε να νιώθουμε τόσο αποξενωμένοι και να αηδιάζουμε τόσο πολύ από τους ηγέτες μας, που επευφημούμε την Αμερική για να βομβαρδίσει τα οχυρά τους; Τόσο ανήμποροι είμαστε, που εξαρτώμαστε από ευμετάβλητους Αμερικανούς για να πάρουν εκδίκηση για λογαριασμό μας; Σε τι ηθικό κενό έχουμε εισέλθει;

Ο Τραμπ στοιχημάτισε ότι θα μπορούσε να διασπάσει την κυβερνώσα ελίτ της Τεχεράνης· να δημιουργήσει «μετριοπαθείς» δελεάζοντάς τους με επικερδείς επιχειρηματικές συμφωνίες. Είναι μια συνταγή που έχει χρησιμοποιήσει και αλλού, με ανάμεικτα αποτελέσματα. Αυτό που χρειάζεται, όμως, είναι μια μορφή προσέγγισης της ιρανικής κοινωνίας μέσω της «ήπιας δύναμης», μια διακριτική βοήθεια προς όσους έχουν ταραχθεί και αποπροσανατολιστεί από τα ραγδαία γεγονότα των τελευταίων έξι μηνών. Πρέπει να υπάρξει περιθώριο για μια ανθρωπιστική πολιτιστική διπλωματία, ένας τρόπος να ηρεμήσει η κατάσταση σε μια εμπόλεμη ζώνη, χωρίς όμως να δοθεί η νίκη σε κακοποιούς και βασανιστές.

ΠΗΓΗ: Times Media Ltd / News