Με ιδιαίτερη προσοχή παρακολουθεί η παγκόσμια επιστημονική κοινότητα την εμφάνιση και την καταγραφή νέων μεταλλαγμένων στελεχών του νέου κοροναϊού, οι οποίες γίνονται όλο και πιο συχνές και δημιουργούν ανησυχία για την πιθανή ανθεκτικότητά τους, τόσο στις θεραπείες όσο και στα εμβόλια.

Είναι απολύτως λογικό ότι για ένα λοιμώδες νόσημα που μετρά λίγο περισσότερους από δώδεκα μήνες ζωής οι νεοαποκτηθείσες γνώσεις, τα νεοαναδυόμενα ερωτήματα και οι συνεχείς αμφισβητήσεις διατυπώνονται καθημερινά, χωρίς να μπορούν να δοθούν εύκολα άμεσες απαντήσεις από τους ειδικούς, αν δεν έχουν προηγηθεί επιστημονικές μελέτες και έρευνες, αναφέρει στο ΑΠΕ – ΜΠΕ η δρ Τσικρικά Σταματούλα, πρόεδρος της Ένωσης Πνευμονολόγων Ελλάδας.

Τι γνωρίζουμε μέχρι τώρα για τις μεταλλάξεις

Η πιο γνωστή μέχρι τώρα μετάδοση της παραλλαγής B.1.1.7 του νέου ιού είναι το βρετανικό στέλεχος, το οποίο εξαπλώθηκε ταχύτατα στη νοτιοανατολική Αγγλία περί τα μέσα Δεκεμβρίου και σύμφωνα με τα πρώτα δεδομένα η μεταδοτικότητα φαίνεται να είναι σημαντικά αυξημένη κυρίως στις νεότερες ηλικίες. Μετά την αποκωδικοποίηση της γενετικής αλληλουχίας του νέου στελέχους ήταν θέμα χρόνου να ανιχνευτεί και να απομονωθεί και σε άλλες χώρες, όπως ακριβώς συνέβη και στη χώρα μας. Στο εύλογο ερώτημα πολιτών και επαγγελματιών υγείας αν τα μέχρι στιγμής χορηγούμενα εμβόλια είναι ικανά να προσφέρουν την πολυπόθητη ανοσία έναντι του ιού, οι επιστήμονες συμπεραίνουν ότι με το ολοκληρωμένο δοσολογικό σχήμα των εμβολίων διατηρείται η ανοσία έναντι και του μεταλλαγμένου στελέχους, με τα στοιχεία της γονιδιωματικής επιτήρησης να εξακολουθούν να συλλέγονται και να αναλύονται σε ειδικά αρχεία καταγραφής σε όλον τον κόσμο.

Στη χώρα μας ανιχνεύτηκε, επίσης, η νοτιοαφρικανική μετάλλαξη, η οποία σύμφωνα με μικρό αριθμό δημοσιευμένων μελετών παρουσιάζει μεγαλύτερη μεταδοτικότητα, αλλά όχι ακόμα απόλυτα ξεκάθαρη αποτελεσματικότητα στα ήδη υπάρχοντα εμβόλια και μονοκλωνικά αντισώματα. Στο εν λόγω στέλεχος διαπιστώθηκε επαναλοίμωξη ατόμων που είχαν ήδη νοσήσει το προηγούμενο χρονικό διάστημα από λοίμωξη Covid 19.

Εταιρείες όπως η Moderna και η Pfizer ήδη εργάζονται στη χορήγηση πιθανώς επιπλέον προσαρμοσμένης δόσης εμβολιασμού με κύριο γνώμονα την εξασφάλιση ανοσοποίησης και κατά της νέας μετάλλαξης. Ταυτόχρονα, στη Βραζιλία, έχει ανιχνευτεί περί τα μέσα Δεκεμβρίου ένα νέο στέλεχος σε ασθενείς που είχαν νοσήσει από κοροναϊό, το οποίο μελετάται εκτενώς για την πιθανότητα αυξημένης διασποράς στην κοινότητα ή επαναλοίμωξης σε ήδη νοσούντες ικανής να αναστέλλει τη δράση των εμβολίων.

Μαγικές λύσεις ή συνταγές δεν υπάρχουν

«Τα σενάρια συνωμοσιολογίας, όσο ελκυστικά και αν φαίνονται, στην πραγματικότητα δημιουργούν σύγχυση, δυσπιστία και άγχος, μπλοκάροντας την κριτική σκέψη και την αντίληψη των αληθινών διαστάσεων της πανδημίας» τονίζει η κ. Τσικρικά.

«Αποτελεί γεγονός ότι βιώνουμε στην καθημερινότητά μας παράλληλα δύο επιδημίες. Την επιδημία της Covid-19 και την επιδημία της υπερβολικής πληροφόρησης, της υπερπληροφόρησης. Και οι δύο δημιουργούν φόβους, άγχος, ανασφάλεια» ανέφερε πρόσφατα η ομότιμη καθηγήτρια Παιδιατρικής και πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής Εμβολιασμών, Μαρία Θεοδωρίδου. «Οι εμβολιασμοί πιστεύουμε ότι θα αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά την πρώτη επιδημία της Covid-19. Για τη δεύτερη, όμως, ίσως θα πρέπει να θυμηθούμε και να εφαρμόσουμε όλοι το παν μέτρον άριστον» κατέληξε.

Δυστυχώς, ο ιός ήρθε για να μείνει και η επιστροφή στην προηγούμενη καθημερινότητα κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με βεβαιότητα πότε θα γίνει ή με ποιες συνθήκες, προσθέτει η κ. Τσικρικά. Παρόλα αυτά, σημειώνει, δεν είμαστε σε καμία περίπτωση όπως δώδεκα μήνες πριν, με την επιστήμη να έχει προχωρήσει με γοργούς ρυθμούς και να αναπτύσσει πρωτόγνωρα τεχνολογικά επιτεύγματα.

«Τα δεδομένα έχουν αλλάξει σαφώς υπέρ μας, αφού οι επιστήμονες, εκμεταλλευόμενοι την εμπειρία και την πρότερη γνώση και τεχνογνωσία από παρόμοια λοιμώδη νοσήματα όπως της εποχικής γρίπης, στοχεύουν ήδη στην άμεση προσαρμογή των εμβολίων και προς τα καινούργια μεταλλαγμένα στελέχη».

Σύμφωνα με την κ. Τσικρικά, ο «χρυσός κανόνας» για να περιορίσουμε την πιθανότητα της περαιτέρω ανάπτυξης μεταλλαγμένων στελεχών περιλαμβάνει αύξηση των εμβολιασμών, πιστή εφαρμογή των μέτρων ατομικής προστασίας και έγκυρη ενημέρωση.