Ο καρκίνος του τραχήλου της μήτρας αποτελεί μία από τις λίγες μορφές καρκίνου που μπορούν να προληφθούν αποτελεσματικά μέσω του εμβολιασμού και του προσυμπτωματικού ελέγχου. Η καθιέρωση του Τεστ Παπανικολάου (Παπ τεστ) άλλαξε την ιστορία της νόσου, ενώ η εισαγωγή των μοριακών εξετάσεων ανίχνευσης του HPV και των προγραμμάτων εμβολιασμού ενίσχυσε σημαντικά τις δυνατότητες πρόληψης.

Παρά τη σημαντική αυτή πρόοδο, εξακολουθεί να υπάρχει ένα σημαντικό διαγνωστικό κενό. Η ανίχνευση ενός τύπου HPV, ακόμη και υψηλού ή ενδιάμεσου κινδύνου, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι μια γυναίκα θα αναπτύξει καρκίνο. Στη μεγάλη πλειονότητα των περιπτώσεων, ο οργανισμός καταφέρνει να απομακρύνει τη λοίμωξη χωρίς να προκληθεί σοβαρή βλάβη. Παράλληλα, στις ενδιάμεσες προκαρκινικές αλλοιώσεις δεν είναι πάντα δυνατό να προβλεφθεί ποιες θα υποχωρήσουν αυτόματα και ποιες θα εξελιχθούν σε υψηλόβαθμες βλάβες ή καρκίνο. Το ζητούμενο σήμερα δεν είναι μόνο η ανίχνευση του ιού, αλλά ο εντοπισμός των γυναικών που παρουσιάζουν πραγματικό κίνδυνο εξέλιξης της νόσου.

Σε αυτήν ακριβώς την πρόκληση επιχείρησε να απαντήσει το SHINE (Έγκαιρη Ανίχνευση HPV-Σχετιζόμενων Νεοπλασιών μέσω Επιγενετικών Βιοδεικτών), ένα ερευνητικό έργο που σχεδιάστηκε και συντονίστηκε από την ερευνητική ομάδα της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, υπό την επιστημονική ευθύνη της καθηγήτριας Βιολογίας, Γενετικής και Νανοϊατρικής, Μαρίας Γαζούλη, με τη συμμετοχή του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής (ΠΑΔΑ) και των εταιρειών Genekor, Reprogenetics, Κοσμοϊατρική και B&F Consulting. Το έργο χρηματοδοτήθηκε από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας στο πλαίσιο της δράσης «Συμπράξεις Ερευνητικής Αριστείας (ΣΕΑ)».

Πώς λειτουργεί το SHINE: Νέο εργαλείο στον προσυμπτωματικό έλεγχο για τον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας

Σύμφωνα με όσα αναφέρει η Μαρία Γαζούλη στο parapolitika.gr, «στο πλαίσιο του έργου αναπτύχθηκε και βελτιστοποιήθηκε μια νέα επιγενετική εξέταση βασισμένη σε δείκτες μεθυλίωσης DNA, η οποία έχει ήδη αξιολογηθεί σε δείγματα γυναικών στα συμμετέχοντα εργαστήρια, παρουσιάζοντας ιδιαίτερα ενθαρρυντικά αποτελέσματα ως προς την ευαισθησία και την ειδικότητά της στην αναγνώριση υψηλόβαθμων προκαρκινικών αλλοιώσεων. Σε αντίθεση με το HPV DNA test, που ανιχνεύει την παρουσία του ιού, και το Τεστ Παπανικολάου, που καταγράφει μορφολογικές αλλοιώσεις των κυττάρων, το SHINE διερευνά τις μοριακές μεταβολές που σχετίζονται με την εξέλιξη προς κακοήθεια. Με τον τρόπο αυτό φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως ένα συμπληρωματικό εργαλείο ακριβείας στον προσυμπτωματικό έλεγχο, συμβάλλοντας στον καλύτερο εντοπισμό των γυναικών που διατρέχουν πραγματικά αυξημένο κίνδυνο εξέλιξης της νόσου».

Και η Μαρία Γαζούλη συμπληρώνει: «Ένα ακόμη σημαντικό πλεονέκτημα του SHINE είναι η δυνατότητα εφαρμογής του σε δείγματα αυτολήψης. Η προσέγγιση αυτή μπορεί να αυξήσει σημαντικά τη συμμετοχή των γυναικών στον προσυμπτωματικό έλεγχο, ιδιαίτερα σε απομακρυσμένες περιοχές ή σε πληθυσμούς με περιορισμένη πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, συμβάλλοντας στη μείωση των ανισοτήτων και στην ενίσχυση της πρόληψης».

Η ίδια επισημαίνει, με ιδιαίτερη έμφαση, ότι «η σημασία της τεχνολογίας ξεπερνά τα όρια του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας. Οι επιγενετικοί βιοδείκτες αποτελούν σήμερα έναν από τους πλέον ελπιδοφόρους τομείς της σύγχρονης ογκολογίας και διερευνώνται ήδη για τον καρκίνο του παχέος εντέρου, του μαστού, του πνεύμονα, του προστάτη και άλλες νεοπλασίες. Η τεχνογνωσία που αναπτύχθηκε μέσω του SHINE μπορεί να αποτελέσει τη βάση για την ανάπτυξη αντίστοιχων εργαλείων έγκαιρης διάγνωσης και σε άλλες μορφές καρκίνου».

Το επόμενο βήμα είναι η αξιολόγηση της μεθόδου σε πολύ μεγαλύτερο και αντιπροσωπευτικό πληθυσμό γυναικών, ώστε να ολοκληρωθεί η κλινική επικύρωσή της. Παρότι η χρηματοδότηση του έργου έχει ολοκληρωθεί, η ερευνητική ομάδα συνεχίζει την προσπάθεια εξεύρεσης νέων πόρων και συνεργασιών με στόχο τη συνέχιση της κλινικής αξιολόγησης και την περαιτέρω τεκμηρίωση της διαγνωστικής αξίας της μεθόδου.

Η καθηγήτρια μάς εξηγεί σχετικά: «Προς αυτή την κατεύθυνση εργαζόμαστε ήδη εντατικά και ευελπιστούμε ότι σύντομα θα διαθέτουμε τα απαραίτητα δεδομένα για να αξιολογήσουμε τη θέση της νέας αυτής προσέγγισης στην κλινική πράξη. Με βάση τα μέχρι σήμερα ιδιαίτερα ενθαρρυντικά αποτελέσματα, το SHINE αναμένεται να συμβάλει ουσιαστικά στην εξέλιξη του προσυμπτωματικού ελέγχου, συνδυάζοντας την ακρίβεια της επιγενετικής με την ευκολία της αυτολήψης και ανοίγοντας τον δρόμο για μια πιο αποτελεσματική, πιο εξατομικευμένη και ταυτόχρονα πιο προσβάσιμη πρόληψη του καρκίνου».