Σημαντικά στοιχεία για τη χρήση των αντιβιοτικών στην Ελλάδα πριν και μετά την εφαρμογή της υποχρεωτικής ηλεκτρονικής συνταγογράφησης παρουσιάστηκαν από το Ινστιτούτο Επιστημονικών Ερευνών του Πανελλήνιου Ιατρικού Συλλόγου, με βάση δεδομένα της Ηλεκτρονικής Συνταγογράφησης της ΗΔΙΚΑ. Σύμφωνα με τη μελέτη, πριν από τον Σεπτέμβριο του 2020, όταν τέθηκε σε ισχύ η υποχρεωτική ηλεκτρονική συνταγογράφηση για τη χορήγηση αντιβιοτικών, περίπου τέσσερα στα δέκα αντιβιοτικά διατίθεντο χωρίς ηλεκτρονική ιατρική συνταγή.

Διαβάστε: ΟΟΣΑ-ECDC: Κρούουν τον "κώδωνα του κινδύνου" στην Ελλάδα για την υπερβολική κατανάλωση αντιβιοτικών

Τα ευρήματα καταδεικνύουν ότι για πολλά χρόνια σημαντικός αριθμός αντιβιοτικών χορηγούνταν εκτός του επίσημου συστήματος καταγραφής, κυρίως μέσω των φαρμακείων, γεγονός που δεν επέτρεπε την πλήρη αποτύπωση της πραγματικής κατανάλωσης. Μετά την εφαρμογή του μέτρου, η συνταγογράφηση των αντιβιοτικών καταγράφεται πλέον συστηματικά, προσφέροντας σαφέστερη εικόνα για τη χρήση τους στη χώρα. Σχολιάζοντας τα αποτελέσματα της μελέτης, ο υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης ανέφερε ότι πλέον υπάρχει μια ξεκάθαρη βάση δεδομένων για τη σύγκριση της κατανάλωσης αντιβιοτικών πριν και μετά την υποχρεωτική συνταγογράφηση. Όπως τόνισε, τα στοιχεία αυτά μπορούν να συμβάλουν στην κατανόηση των αιτιών της υπερκατανάλωσης αντιβιοτικών στη χώρα, ένα φαινόμενο που συνδέεται άμεσα με την αύξηση της μικροβιακής αντοχής και των ενδονοσοκομειακών λοιμώξεων, ζητήματα που αποτελούν σημαντική πρόκληση για το σύστημα υγείας.


Ανησυχία για την υπερκατανάλωση αντιβιοτικών στην Ελλάδα - Στο μικροσκόπιο γιατροί και περιοχές με αυξημένη χρήση

Από τα δεδομένα, τα οποία αφορούν τα έτη από το 2018 έως το 2024, προκύπτει πως βελτιώθηκε η επιτήρηση της συνταγογράφησης, ενώ προέκυψε πως το 45% του πληθυσμού -για το 2024- λαμβάνει τουλάχιστον ένα κουτί αντιβιοτικού το χρόνο, δηλαδή έχει τουλάχιστον μία συνταγή για αντιβιοτικό. Φαίνεται ότι οι πρωταθλητές στην κατανάλωση αντιβιοτικών στη χώρα μας είναι οι άνθρωποι ηλικίας άνω των 55 ετών και η υπερκατανάλωση κορυφώνεται στην ηλικία των 85 ετών, ενώ οι γυναίκες παίρνουν συχνότερα μετά την ηλικία των 20 ετών αντιβιοτικά απ' ότι οι άντρες, γεγονός που αποδίδεται στην πληθώρα γυναικολογικών λοιμώξεων που τις απασχολούν. Το Ινστιτούτο του Πανελληνίου Ιατρικού Συλλόγου προσδοκά μέσα από αυτή την καταγραφή καλύτερη επιτήρηση της χρήσης των αντιβιοτικών στη χώρα, πιο ορθή συνταγογράφηση, με απώτερο στόχο την ενημέρωση των πολιτών αλλά και των γιατρών για την ορθή χρήση των αντιβιοτικών.

Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζει το γεγονός ότι το 91% των αντιβιοτικών συνταγογραφούνται εκτός θεραπευτικού πρωτοκόλλου, ενώ μόλις 9% μέσω ιατρικών πρωτοκόλλων. Για παράδειγμα για μία πυελονεφρίτιδα παρακάμπτεται η διαδικασία και η δήλωση της αιτίας, καθώς χρειάζονται δεδομένα από τους γιατρούς τα οποία τους περιορίζουν την επιλογή τους στα αντιβιοτικά. Το 35% των αντιβιοτικών γράφονται από παθολόγους και γενικούς γιατρούς. Τις περισσότερες συσκευασίες αντιβιοτικών γράφουν οι ουρολόγοι με 800 συσκευασίες κατά μέσο όρο κάθε χρόνο και ακολουθούν οι ΩΡΛ και οι οδοντίατροι με 600 έως 800 κουτιά κάθε χρόνο.

Μεγάλη αύξηση της χρήσης των αντιβιοτικών καταγράφεται στις τουριστικές περιοχές, ενώ τα λιγότερα αντιβιοτικά στην Ελλάδα χορηγούνται στη Φωκίδα και την Ευρυτανία. Αντίθετα υψηλές καταναλώσεις αντιβιοτικών παρατηρούνται στην Κρήτη και σε νησιά, όπως η Λευκάδα.

Το υπουργείο Υγείας πάντως είναι διατεθειμένο να διερευνήσει γιατί σε ορισμένες περιοχές της χώρας υπάρχει αυξημένη υπερκατανάλωση αντιβιοτικών, αλλά και γιατί συγκεκριμένες ειδικότητες γιατρών καταγράφουν υπερσυνταγογράφησή τους.

Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζει το γεγονός ότι ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας λέει ότι το 65% των αντιβιοτικών που θα πρέπει να συνταγογραφούνται μέχρι το 2030, δεν θα αυξάνουν την μικροβιακή αντοχή, δηλαδή δεν πρέπει να είναι αντιβιοτικά νεότερης γενιάς. Την ίδια ώρα στη χώρα μας φαίνεται να συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Στην Ελλάδα προτιμούνται από τους γιατρούς κυρίως τα αντιβιοτικά τελευταίας γενιάς, όπως οι κινολόνες και η χώρα βρίσκεται 20% με 25% κάτω από τον στόχο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας.

Όπως έγινε γνωστό, το Ινστιτούτο θα καταθέσει στις αρχές του Σεπτέμβρη τις προτάσεις του στο υπουργείο Υγείας, οι οποίες ουσιαστικά θα αποτελέσουν βασικό εργαλείο για την αξιολόγηση της χρήσης αντιβιοτικών αλλά και την ορθή κατανάλωσή τους.