«Από την εποχή των εμβολίων mRNA για την COVID-19 είχαμε πολλές φορές επισημάνει ότι η σημασία αυτής της τεχνολογίας δεν περιορίζεται στην αντιμετώπιση μιας πανδημίας. Τα εμβόλια για τον κορωνοϊό έφεραν στο προσκήνιο μια τεχνολογική πλατφόρμα που είχε ήδη πίσω της πολλά χρόνια έρευνας και σημαντικές προοπτικές εφαρμογής και σε άλλα νοσήματα. Ίσως η μεγαλύτερη προσδοκία αφορούσε εξαρχής τον καρκίνο. Τα αποτελέσματα που ανακοίνωσαν η Moderna και η Merck (MSD εκτός ΗΠΑ) από τη μελέτη Φάσης 3 INTerpath-001 για το μελάνωμα δίνουν πλέον σε αυτή την προοπτική μια πολύ πιο συγκεκριμένη διάσταση». Αυτό τονίζει σήμερα (20/8) στα parapolitika.gr η καθηγήτρια Βιολογίας, Γενετικής και Νανοϊατρικής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και Εθνική Εκπρόσωπος της Ελλάδας στην Επιτροπή των Προηγμένων Θεραπειών (CAT) του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων (EMA), Μαρία Γαζούλη.

Διαβάστε: Μελάνωμα: Τι πετυχαίνει το εμβόλιο mRNA - Τα αποτελέσματα μελέτης

"Δεν παρακολουθούμε μόνο την πορεία ενός νέου σκευάσματος για το μελάνωμα"

Στην εν λόγω μελέτη συμμετείχαν περισσότεροι από 1.000 ασθενείς με μελάνωμα υψηλού κινδύνου υποτροπής μετά από τη χειρουργική αφαίρεση του όγκου. Αξιολογήθηκε το intismeran autogene (mRNA-4157/V940) σε συνδυασμό με pembrolizumab (ανοσοθεραπεία), έναντι της pembrolizumab μόνης της. Ο συνδυασμός πέτυχε το κύριο καταληκτικό σημείο της επιβίωσης χωρίς υποτροπή, καθώς και εκείνο της επιβίωσης χωρίς απομακρυσμένη μετάσταση. Πρόκειται για σημαντικό ορόσημο, καθώς είναι η πρώτη θετική μελέτη Φάσης 3 για θεραπεία καρκίνου που βασίζεται σε mRNA.

Η Μαρία Γαζούλη εξηγεί στα parapolitika.gr ότι «το ενδιαφέρον, ωστόσο, δεν βρίσκεται μόνο στο αποτέλεσμα μιας ακόμη κλινικής μελέτης. Βρίσκεται κυρίως στην τεχνολογία πίσω από αυτήν. Το intismeran autogene είναι μια νεοαντιγονική θεραπεία mRNA που σχεδιάζεται με βάση τα μοριακά χαρακτηριστικά του όγκου του κάθε ασθενούς. Ο όγκος αναλύεται γενετικά, εντοπίζονται μεταλλάξεις και επιλέγονται νεοαντιγόνα που μπορούν να αναγνωριστούν από το ανοσοποιητικό σύστημα. Με βάση αυτές τις πληροφορίες σχεδιάζεται το αντίστοιχο mRNA, με στόχο να προκαλέσει ανοσολογική απάντηση απέναντι στα καρκινικά κύτταρα».

Σύμφωνα με την ίδια, «δεν έχουμε φτάσει ακόμη στην πλήρη εξατομίκευση της αντικαρκινικής θεραπείας. Έχουμε όμως κάνει ένα ουσιαστικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Η ιατρική ακριβείας μάς έδωσε τη δυνατότητα να χρησιμοποιούμε τα μοριακά χαρακτηριστικά ενός όγκου για να επιλέγουμε την καταλληλότερη από τις διαθέσιμες θεραπείες. Εδώ προχωρούμε περισσότερο: τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του όγκου χρησιμοποιούνται και στον ίδιο τον σχεδιασμό της θεραπευτικής παρέμβασης. Το μελάνωμα αποτελεί σήμερα το πιο προχωρημένο παράδειγμα, αλλά η σημασία της τεχνολογίας θα κριθεί και από το κατά πόσο μπορεί να έχει εφαρμογή σε άλλους όγκους».

Όπως αναφέρει η Μαρία Γαζούλη «η ίδια τεχνολογική προσέγγιση διερευνάται ήδη, με διαφορετικά υπό ανάπτυξη σκευάσματα και κλινικά προγράμματα, σε συμπαγείς όγκους όπως ο μη μικροκυτταρικός καρκίνος του πνεύμονα, το νεφροκυτταρικό καρκίνωμα, ο καρκίνος της ουροδόχου κύστης, αλλά και κακοήθειες του γαστρεντερικού. Επομένως, δεν παρακολουθούμε μόνο την πορεία ενός νέου σκευάσματος για το μελάνωμα, αλλά την ωρίμανση μιας τεχνολογικής προσέγγισης με δυνητικά πολύ ευρύτερη εφαρμογή στην ογκολογία.

Η μετάβαση αυτή συνοδεύεται βέβαια από προκλήσεις. Απαιτεί γρήγορη και αξιόπιστη γονιδιωματική ανάλυση, σωστή επιλογή νεοαντιγόνων, παραγωγή σε κλινικά αποδεκτό χρόνο και αυστηρή διασφάλιση της ποιότητας. Το κόστος και, κυρίως, η δυνατότητα ισότιμης πρόσβασης των ασθενών θα αποτελέσουν επίσης κρίσιμα ζητήματα. Ιδιαίτερη σημασία έχει και η ρυθμιστική διάσταση».

"Αρκετά ερωτήματα παραμένουν ανοιχτά"

Και η καθηγήτρια καταλήγει ως εξής: «Η συγκεκριμένη θεραπευτική προσέγγιση έχει ενταχθεί από το 2023 στο πρόγραμμα PRIME του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων, το οποίο παρέχει ενισχυμένη επιστημονική και ρυθμιστική υποστήριξη σε υποσχόμενες θεραπείες για σημαντικές ανεκπλήρωτες ιατρικές ανάγκες. Μετά τα θετικά αποτελέσματα της Φάσης 3, αναμένονται τώρα η αναλυτική παρουσίαση των δεδομένων και τα επόμενα ρυθμιστικά βήματα. Οι εταιρείες βρίσκονται ήδη σε συζητήσεις με τις αρμόδιες αρχές και, εφόσον η αξιολόγηση είναι θετική, η πρώτη έγκριση θα μπορούσε να έρθει μέσα στο 2027. Αυτό, βέβαια, δεν αποτελεί δεδομένο χρονοδιάγραμμα.

Στην Ευρώπη, άλλωστε, μετά την άδεια κυκλοφορίας ακολουθούν και οι διαδικασίες που θα καθορίσουν την πραγματική πρόσβαση των ασθενών στη θεραπεία. Πριν από λίγα χρόνια συζητούσαμε για το τι θα μπορούσε να προσφέρει η τεχνολογία mRNA πέρα από την COVID-19. Σήμερα έχουμε την πρώτη θετική μελέτη Φάσης 3 στον καρκίνο. Τα πλήρη δεδομένα μένει να αξιολογηθούν και αρκετά ερωτήματα παραμένουν ανοιχτά. Είναι όμως η πρώτη φορά που αυτή η συζήτηση γίνεται έχοντας πλέον στα χέρια μας δεδομένα Φάσης 3. Και αυτό αλλάζει ουσιαστικά το σημείο από το οποίο ξεκινά η επόμενη συζήτηση».