Νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Proceedings of the National Academy of Sciences «τινάζει στον αέρα» όσα πιστεύαμε για την γυμναστική, καθώς αποκαλύπτει πως η άσκηση συνεχίζει να επηρεάζει τον οργανισμό ακόμη και μετά την ολοκλήρωση της προπόνησης. Συγκεκριμένα, η έρευνα αποκάλυψε πως η σωματική δραστηριότητα αυξάνει τη συνολική ποσότητα ενέργειας που καταναλώνει ένας άνθρωπος μέσα στην ημέρα. Η αύξηση αυτή δεν συνοδεύεται από «περικοπές» της ενεργειακής δαπάνης σε άλλα συστήματα του σώματος. Να σημειωθεί πως, το εύρημα την μελέτης είναι ιδιαίτερα σημαντικό καθώς οι γνώσεις γύρω από την φυσική δραστηριότητα και πως η ενέργεια  κατανέμεται στις διάφορες λειτουργίες του σώματος παραμένουν περιορισμένες.

Διαβάστε: Αυτή είναι η απλή άσκηση για να χάσετε τα κιλά γύρω από τη μέση

Γυμναστική: Πώς το σώμα διαχειρίζεται την ενέργεια - Τι έδειξε η μελέτη

Οι επιστήμονες συζητούσαν για χρόνια αν το σώμα διαχειρίζεται την ενέργεια ως έναν σταθερό «μισθό» ή σαν ένα ευέλικτο «μπόνους». Σύμφωνα με τη μία θεωρία, όταν αυξάνεται η κίνηση, το σώμα αφαιρεί ενέργεια από άλλες λειτουργίες για να καλύψει τη σωματική δραστηριότητα, ενώ η δεύτερη προσέγγιση υποστηρίζει ότι η συνολική ενεργειακή δαπάνη μπορεί να αυξηθεί, επιτρέποντας στον οργανισμό να καίει περισσότερες θερμίδες όσο αυξάνεται και η κίνηση. Οι ερευνητές επιδίωξαν να διαπιστώσουν ποιο από τα δύο μοντέλα ανταποκρίνεται καλύτερα στην πραγματικότητα, σε διαφορετικά επίπεδα φυσικής δραστηριότητας. Έτσι, οι επιστήμονες μέτρησαν την συνολική ημερήσια ενεργειακή δαπάνη, δηλαδή τον συνολικό αριθμό θερμίδων που καίγονται μέσα σε μία ημέρα, σε άτομα με πολύ διαφορετικούς βαθμούς φυσικής δραστηριότητας.

Όπως εξήγησε ο Kevin Davy, καθηγητής στο Τμήμα Ανθρώπινης Διατροφής, Τροφίμων και Άσκησης και επικεφαλής της μελέτη: «Η μελέτη μας έδειξε ότι περισσότερη σωματική δραστηριότητα συνδέεται με μεγαλύτερη καύση θερμίδων, ανεξάρτητα από τη σύσταση του σώματος, και ότι αυτή η αύξηση δεν αντισταθμίζεται από μείωση της ενέργειας που δαπανάται αλλού».

Πώς μετρήθηκε η καύση θερμίδων

Οι συμμετέχοντες κατανάλωσαν ειδικές μορφές οξυγόνου και υδρογόνου και παρείχαν δείγματα ούρων για διάστημα δύο εβδομάδων. Το οξυγόνο αποβάλλεται από το σώμα τόσο μέσω του νερού όσο και μέσω του διοξειδίου του άνθρακα, ενώ το υδρογόνο αποβάλλεται μόνο μέσω του νερού. Συγκρίνοντας την απώλεια αυτών των ισοτόπων, οι ερευνητές μπορούσαν να υπολογίσουν την παραγωγή διοξειδίου του άνθρακα και, κατ’ επέκταση, τη συνολική ενεργειακή κατανάλωση. Παράλληλα, η φυσική δραστηριότητα καταγραφόταν με έναν μικρό αισθητήρα στη μέση, ο οποίος κατέγραφε την κίνηση σε πολλές κατευθύνσεις.

Στη μελέτη συμμετείχαν 75 άτομα ηλικίας από 19 έως 63 ετών, με επίπεδα δραστηριότητας που κυμαίνονταν από σχεδόν πλήρως καθιστική ζωή έως εξαιρετικά απαιτητική άσκηση αντοχής.

Τι έδειξαν τα αποτελέσματα της έρευνας

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι όσο περισσότερο κινούνταν οι συμμετέχοντες, τόσο αυξανόταν και η συνολική ενεργειακή τους δαπάνη. Το σώμα δεν φάνηκε να αντισταθμίζει αυτή την αύξηση μειώνοντας την ενέργεια που δαπανάται σε άλλες λειτουργίες. Βασικές διεργασίες, όπως η αναπνοή, η κυκλοφορία του αίματος και η ρύθμιση της θερμοκρασίας, συνέχισαν να απαιτούν την ίδια ποσότητα ενέργειας, ακόμη και όταν η σωματική δραστηριότητα αυξανόταν.

Με άλλα λόγια, ο οργανισμός δεν «ακυρώνει» τις επιπλέον θερμίδες που καίγονται μέσω της κίνησης. «Η ενεργειακή ισορροπία ήταν κεντρικό στοιχείο της μελέτης. Εξετάσαμε άτομα που λάμβαναν επαρκή ενέργεια από τη διατροφή. Είναι πιθανό ότι η φαινομενική αντιστάθμιση σε ακραίες συνθήκες να σχετίζεται με ανεπαρκή πρόσληψη ενέργειας», ανέφεραν οι ερευνητές.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν επίσης ισχυρή συσχέτιση μεταξύ υψηλότερων επιπέδων δραστηριότητας και λιγότερου χρόνου σε καθιστική θέση. Πρακτικά, όσοι κινούνται περισσότερο τείνουν να περνούν λιγότερο χρόνο αδρανείς μέσα στην ημέρα. Συνολικά, τα ευρήματα δείχνουν ότι η άποψη πως περισσότερη κίνηση οδηγεί σε μεγαλύτερη καύση θερμίδων ενδέχεται να είναι πιο ακριβής από όσο θεωρούσαν μέχρι σήμερα ορισμένοι ειδικοί. Παρότι τα αποτελέσματα στηρίζουν το προσθετικό μοντέλο ενεργειακής δαπάνης, οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι απαιτείται περαιτέρω μελέτη. «Χρειάζονται περισσότερα δεδομένα για να κατανοήσουμε σε ποιους ανθρώπους και υπό ποιες συνθήκες μπορεί να εμφανιστεί ενεργειακή αντιστάθμιση», κατέληξε ο Davy.