Πώς λέγεται ο σερβιτόρος και το γκαρσόνι στα ελληνικά; Κανένας δεν το λέει πια
Ξέρετε την ελληνική λέξη;
Όλοι λέμε «σερβιτόρος» ή «γκαρσόνι», όμως ελάχιστοι γνωρίζουν ότι υπάρχει μια καθαρά ελληνική λέξη για το επάγγελμα
Πόσες φορές έχουμε φωνάξει σε μια καφετέρια «σερβιτόρε» ή «γκαρσόνι» χωρίς να το σκεφτούμε δεύτερη φορά; Οι δύο αυτές λέξεις είναι τόσο βαθιά ριζωμένες στην καθημερινότητά μας, ώστε δύσκολα φανταζόμαστε ότι υπάρχει ελληνική λέξη για το συγκεκριμένο επάγγελμα.
Κι όμως, υπάρχει. Είναι μια λέξη με μακρά ιστορία, ελληνικές ρίζες και ξεκάθαρη σημασία, η οποία όμως έχει σχεδόν εξαφανιστεί από την καθημερινή χρήση. Πρόκειται για τον «τραπεζοκόμο», έναν όρο που κάποτε περιέγραφε επίσημα εκείνον που φροντίζει τα τραπέζια και εξυπηρετεί τους όσους παρακάθονται σε ένα γεύμα, αλλά σήμερα ελάχιστοι τον γνωρίζουν και ακόμη λιγότεροι τον χρησιμοποιούν.
Η αρχική σημασία του «τραπεζοκόμου» ήταν «αυτός που στρώνει το τραπέζι» ή «αυτός που υπηρετεί τους συνδαιτυμόνες». Στη σύγχρονη εποχή, χρησιμοποιείται κυρίως για το προσωπικό που αναλαμβάνει τη διανομή του φαγητού και τη φροντίδα των ασθενών σε νοσοκομεία ή κλινικές. Ο τραπεζοκόμος είναι η επίσημη ελληνική λέξη που δηλώνει το πρόσωπο που φροντίζει τα τραπέζια και εξυπηρετεί τους πελάτες σε εστιατόρια, χώρους εστίασης ή ακόμη και σε δημόσια ιδρύματα.
Η λέξη προέρχεται από το ουσιαστικό «τράπεζα» και το ρήμα «κομέω», που στην αρχαία ελληνική σήμαινε «φροντίζω», «περιποιούμαι» ή «τακτοποιώ». Κυριολεκτικά, λοιπόν, ο τραπεζοκόμος είναι εκείνος που ασχολείται με την προετοιμασία της τραπεζαρίας, τη διανομή και το σερβίρισμα φαγητού και ροφημάτων σε χώρους μαζικής εστίασης. Παρότι πρόκειται για ελληνική λέξη με μακρά ιστορία, σήμερα σπάνια χρησιμοποιείται στην καθημερινότητα, καθώς έχει σχεδόν αντικατασταθεί από τις λέξεις «σερβιτόρος» και «γκαρσόνι».
Η λέξη «σερβιτόρος» δεν είναι ελληνικής προέλευσης. Πρόκειται για άμεσο δάνειο από την ιταλική λέξη servitore, η οποία σημαίνει «υπηρέτης» ή «αυτός που εξυπηρετεί». Στη νέα ελληνική χρησιμοποιείται για να περιγράψει τον εργαζόμενο που σερβίρει φαγητό και ποτά σε εστιατόρια, καφετέριες, καφενεία και άλλους χώρους εστίασης.
Κι όμως, υπάρχει. Είναι μια λέξη με μακρά ιστορία, ελληνικές ρίζες και ξεκάθαρη σημασία, η οποία όμως έχει σχεδόν εξαφανιστεί από την καθημερινή χρήση. Πρόκειται για τον «τραπεζοκόμο», έναν όρο που κάποτε περιέγραφε επίσημα εκείνον που φροντίζει τα τραπέζια και εξυπηρετεί τους όσους παρακάθονται σε ένα γεύμα, αλλά σήμερα ελάχιστοι τον γνωρίζουν και ακόμη λιγότεροι τον χρησιμοποιούν.
Η ελληνική λέξη για τον σερβιτόρο και το γκαρσόνι
Η αρχική σημασία του «τραπεζοκόμου» ήταν «αυτός που στρώνει το τραπέζι» ή «αυτός που υπηρετεί τους συνδαιτυμόνες». Στη σύγχρονη εποχή, χρησιμοποιείται κυρίως για το προσωπικό που αναλαμβάνει τη διανομή του φαγητού και τη φροντίδα των ασθενών σε νοσοκομεία ή κλινικές. Ο τραπεζοκόμος είναι η επίσημη ελληνική λέξη που δηλώνει το πρόσωπο που φροντίζει τα τραπέζια και εξυπηρετεί τους πελάτες σε εστιατόρια, χώρους εστίασης ή ακόμη και σε δημόσια ιδρύματα. Η λέξη προέρχεται από το ουσιαστικό «τράπεζα» και το ρήμα «κομέω», που στην αρχαία ελληνική σήμαινε «φροντίζω», «περιποιούμαι» ή «τακτοποιώ». Κυριολεκτικά, λοιπόν, ο τραπεζοκόμος είναι εκείνος που ασχολείται με την προετοιμασία της τραπεζαρίας, τη διανομή και το σερβίρισμα φαγητού και ροφημάτων σε χώρους μαζικής εστίασης. Παρότι πρόκειται για ελληνική λέξη με μακρά ιστορία, σήμερα σπάνια χρησιμοποιείται στην καθημερινότητα, καθώς έχει σχεδόν αντικατασταθεί από τις λέξεις «σερβιτόρος» και «γκαρσόνι».
En