Ας μιλήσουμε για την ΕΚΑΧ με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον. Η συζήτηση που διεξάγεται σήμερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση για τη στρατηγική αυτονομία, την κοινή άμυνα και την αναγέννηση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας παρουσιάζεται συχνά ως προϊόν των τελευταίων γεωπολιτικών εξελίξεων: της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, της αυξανόμενης αντιπαράθεσης Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας, της αβεβαιότητας ως προς τη μελλοντική αμερικανική δέσμευση στην ευρωπαϊκή ασφάλεια και της επανεμφάνισης αναθεωρητικών δυνάμεων στην ευρύτερη γειτονιά της Ευρώπης. Στην πραγματικότητα, όμως, η συζήτηση αυτή μας επαναφέρει στις ίδιες τις ιδρυτικές αρχές της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Η πρώτη ευρωπαϊκή κοινότητα δεν ήταν η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα ούτε, φυσικά, η σημερινή Ευρωπαϊκή Ενωση. Ηταν η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ανθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ), η οποία ιδρύθηκε το 1951 με πρωτοβουλία του Γάλλου υπουργού Εξωτερικών Robert Schuman και του Jean Monnet. Η επιλογή του άνθρακα και του χάλυβα δεν υπαγορεύθηκε από οικονομικό συγκυριακό ενδιαφέρον. Αντανακλούσε τη βαθιά κατανόηση ότι οι στρατηγικοί φυσικοί πόροι, η ενέργεια και η βαριά βιομηχανία αποτελούν τη θεμελιώδη προϋπόθεση τόσο της οικονομικής ευημερίας όσο και της διαρκούς ειρήνης. Με την κοινή διαχείριση των δύο αυτών στρατηγικών κλάδων, οι ευρωπαϊκές χώρες καθιστούσαν όχι μόνο οικονομικά ασύμφορη, αλλά και πρακτικά αδύνατη μια νέα πολεμική σύγκρουση μεταξύ τους.

Εβδομήντα πέντε χρόνια αργότερα, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια διαφορετική, αλλά εξίσου κρίσιμη πρόκληση. Η συζήτηση για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής άμυνας και τη δημιουργία μιας πραγματικής ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας δεν μπορεί να περιοριστεί στην αύξηση των αμυντικών δαπανών ή στην κοινή προμήθεια εξοπλιστικών συστημάτων. Η στρατηγική αυτονομία δεν εξαντλείται αποκλειστικά στα τελικά προϊόντα της άμυνας· ξεκινά πολύ νωρίτερα, από την παραγωγή των πρώτων υλών και των κρίσιμων μετάλλων που καθιστούν δυνατή την ίδια τη βιομηχανική παραγωγή για ειρηνικούς σκοπούς.

Ας το πούμε ξεκάθαρα: Δεν υπάρχει ευρωπαϊκή άμυνα χωρίς πολιτική βούληση, χωρίς βιώσιμο ενεργειακό κόστος, αλλά και χωρίς ευρωπαϊκά μέταλλα. Το αλουμίνιο, ο χαλκός, το νικέλιο αλλά και ο χάλυβας και τα υπόλοιπα μέταλλα αποτελούν βασικές πρώτες ύλες για τα σύγχρονα οπλικά συστήματα, τις ψηφιακές υποδομές, τα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας, τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και την αυτοκινητοβιομηχανία. Με άλλα λόγια, η ίδια παραγωγική βάση που θα στηρίξει την ευρωπαϊκή άμυνα είναι εκείνη που θα καθορίσει και την επιτυχία της πράσινης και ψηφιακής μετάβασης.

Ωστόσο, οι ευρωπαϊκές ηγεσίες αντιμετωπίζουν σήμερα μια προφανή αντίφαση. Από τη μία πλευρά, επιδιώκουν στρατηγική αυτονομία, αλλά, από την άλλη, επιτρέπουν τη σταδιακή αποδυνάμωση της μεταλλουργικής της βάσης. Ο σημαντικότερος λόγος είναι το ενεργειακό κόστος. Η παραγωγή μετάλλων συγκαταλέγεται στις πλέον ενεργοβόρες βιομηχανικές δραστηριότητες παγκοσμίως. Οταν οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις καλούνται να λειτουργήσουν με τιμές ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου πολλαπλάσιες εκείνων των ανταγωνιστών τους στις Ηνωμένες Πολιτείες, στη Μέση Ανατολή ή στην Ασία, η παραγωγή μεταφέρεται εκτός Ευρώπης. Η απώλεια αυτή δεν αποτυπώνεται μόνο σε δείκτες βιομηχανικής παραγωγής. Μαζί με τα εργοστάσια μεταναστεύει η τεχνογνωσία, οι εξειδικευμένοι εργαζόμενοι, η καινοτομία και ολόκληρες αλυσίδες αξίας, η ανασύσταση των οποίων απαιτεί δεκαετίες. Πρόκειται, συνεπώς, για πρόβλημα στρατηγικής ασφάλειας και όχι απλώς για ζήτημα ανταγωνιστικότητας.

Αλλωστε, όπως επισημαίνει και η Εκθεση Draghi, η ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα δεν αποτελεί απλώς οικονομικό στόχο, αλλά προϋπόθεση γεωπολιτικής ισχύος.

Η πρόσφατη υιοθέτηση του Steel and Metals Action Plan αποτελεί, αναμφίβολα, ένα πρώτο βήμα. Δεν αρκεί όμως. Η Ευρωπαϊκή Ενωση οφείλει να διαμορφώσει μια συνεκτική βιομηχανική πολιτική που θα συνδέει την ενεργειακή πολιτική, την πολιτική πρώτων υλών, την καινοτομία και την αμυντική βιομηχανία σε ένα ενιαίο στρατηγικό σχέδιο. Η πρόσβαση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας σε ανταγωνιστικές τιμές ενέργειας δεν αποτελεί προνόμιο· αποτελεί προϋπόθεση επιβίωσης και στρατηγικής αυτονομίας. Η συζήτηση αυτή αφορά, παράλληλα, το μέλλον της ευρωπαϊκής εργασίας. Μια ισχυρή μεταλλουργία δημιουργεί καλά αμειβόμενες θέσεις υψηλής εξειδίκευσης, στηρίζει την περιφερειακή ανάπτυξη και προσφέρει στους νέους επιστήμονες και μηχανικούς τη δυνατότητα να παραμείνουν στην Ευρώπη. Για χώρες όπως η Ελλάδα, με σημαντική μεταλλουργική παράδοση και ανθρώπινο δυναμικό υψηλού επιπέδου, η νέα ευρωπαϊκή βιομηχανική πολιτική μπορεί να αποτελέσει μοχλό παραγωγικής ανασυγκρότησης και όχι απλώς ακόμα ένα ευρωπαϊκό πρόγραμμα χρηματοδότησης.

Η ιστορία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης διδάσκει ότι η οικονομική κυριαρχία, η ενεργειακή επάρκεια και η ασφάλεια δεν αποτελούν διακριτές πολιτικές. Αποτελούν όψεις της ίδιας στρατηγικής. Το δίδαγμα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ανθρακα και Χάλυβα παραμένει σήμερα επίκαιρο όσο ποτέ: Καμία ήπειρος δεν μπορεί να διεκδικήσει γεωπολιτική ισχύ, εάν προηγουμένως δεν διασφαλίσει την παραγωγική της βάση.

Η Ευρώπη καλείται, λοιπόν, να επιστρέψει στις ρίζες της. Οχι από νοσταλγία για το παρελθόν, αλλά επειδή το μέλλον της εξαρτάται από την ικανότητά της να μετατρέψει και πάλι τη βιομηχανία, την ενέργεια και τα στρατηγικά μέταλλα σε θεμέλια της ασφάλειας, της ευημερίας και της ευρωπαϊκής κυριαρχίας.

*Ο Νικόλας Φαραντούρης είναι ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ / S&D, μέλος των επιτροπών Εξωτερικών Υποθέσεων, Προΰπολογισμού, Περιβάλλοντος, Αμερικανικών Σχέσεων και σχέσεων με το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ινδία και τις χώρες της ΝΑ Ασίας, καθηγητής του Ευρωπαϊκού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς και κάτοχος της Ευρωπαϊκής Έδρας Jean Monnet

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο "Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα" με την εφημερίδα Παραπολιτικά, στις 18 Ιουλίου