Ο Γιάννης Γιοκαρίνης άνοιξε την καρδιά του στο «Στούντιο 4» και κατέθεσε μια από τις πιο ωμές, ειλικρινείς και ανθρώπινες συνεντεύξεις της ζωής του. Χωρίς διάθεση ωραιοποίησης ή άμυνας, μίλησε για τις πιο σκοτεινές πτυχές της διαδρομής του: την εξάρτηση από το αλκοόλ που τον ακολουθούσε από πολύ μικρή ηλικία, τη σύλληψή του τον Απρίλιο του 2024 και τις στιγμές που ένιωσε ότι έχασε τον έλεγχο του ίδιου του του εαυτού. Παράλληλα, αναφέρθηκε με συγκίνηση στη γυναίκα που στάθηκε καθοριστικά δίπλα του, τη σύζυγό του Σοφία Μιχαλοπούλου, αλλά και στις μνήμες της εφηβείας του, το κίνημα των χίπις, τη μουσική και τις τραυματικές «εξακριβώσεις» της Χούντας που τον σημάδεψαν για πάντα.

Διαβάστε: Γιάννης Γιοκαρίνης: Για το περιστατικό με τη σύζυγο μου βγήκαν παραπανίσια πράγματα χωρίς να έχουν γίνει 

Γιάννης Γιοκαρίνης: «Το μεγαλύτερο ψέμα του εξαρτημένου είναι ότι τα ελέγχει»

Πριν μιλήσει ανοιχτά για την πορεία του με το αλκοόλ, ο Γιάννης Γιοκαρίνης θέλησε να εξηγήσει πώς λειτουργεί η άρνηση και η αυταπάτη στην εξάρτηση, περιγράφοντας με σκληρή αυτογνωσία όσα έζησε. «Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από την εξάρτηση. Ποιος εξαρτημένος το παραδέχεται; Κανένας. Όταν καταλάβει ότι είναι εξαρτημένος, τότε ξεπερνά το πρόβλημα. Οφείλω να ευχαριστήσω τη γυναίκα μου, γιατί αυτή μου έδωσε να καταλάβω ότι είμαι εξαρτημένος. Έλεγα ότι το ελέγχω, αυτό το παραμύθι που έχουν όλοι οι εξαρτημένοι. Το πείσμα της με έπεισε να την ακούσω. Από παιδί ήμουν εξαρτημένος, θυμάμαι πέντε χρονών έκλεβα την κανάτα που έπιναν οι δικοί μου, έπινα κι εγώ. Απ’ τα 15 και μετά το χρειαζόμουν κάθε βράδυ».

«Ένιωσα ότι έπιασα πάτο»

Ο μουσικός δεν δίστασε να περιγράψει σκηνές που σήμερα τον σοκάρουν, μιλώντας για απώλειες μνήμης, επικίνδυνες συμπεριφορές και τη στιγμή που συνειδητοποίησε πως είχε φτάσει στο απόλυτο όριο. «Πέρασαν βράδια σε χώρους που έπαιζα και δεν θυμάμαι τι γινόταν ή πώς πήγα σπίτι με το αυτοκίνητο μόνος μου, ήταν εγκληματικό αυτό. Ο Θεός με βοηθούσε. Ένιωσα να πιάνω πάτο. Με βοήθησε η γυναίκα μου να πάω σε ειδικούς και σε πρόγραμμα απεξάρτησης. Αυτοί μου επιβεβαίωσαν το πρόβλημά μου. 15 χρόνια το παλεύω, αλλά συνέχεια σκοντάφτω. Δεν έχει σημασία αν είναι μια γουλιά ή δύο. Τώρα είμαι πεντακάθαρος εδώ και έξι μήνες».

«Το αλκοόλ σε αγριεύει και κάνει τον άλλον να φοβάται»

Αναφερόμενος στη σύλληψή του, ο Γιάννης Γιοκαρίνης υποστήριξε πως τα γεγονότα παρουσιάστηκαν διογκωμένα από τα ΜΜΕ, παραδεχόμενος ωστόσο τη δική του ευθύνη για τη συμπεριφορά του.«Ήταν υπερβολικό αυτό. Δεν ισχύει όπως ήταν, τα ΜΜΕ το έκαναν. Υπήρχε καταγγελία για εκφοβισμό, αλλά έβγαλαν ότι την κρέμασα, αν είναι δυνατόν. Έφταιγα γιατί φώναξα. Όταν έπινα άλλαζα. Το αλκοόλ σε αγριεύει και κάνει τον άλλον να φοβάται. Δεν γινόμουν βίαιος όμως και δεν το συζητώ πως ζήτησα συγγνώμη».

«Είμαι χίπης και θα πεθάνω χίπης»

Η συζήτηση επέστρεψε στις ρίζες του, Γιάννη Γιοκαρίνημ στην εφηβεία του, τη μουσική, το στιγματισμό και τις εμπειρίες της δικτατορίας που καθόρισαν την κοσμοθεωρία του. «Από πουθενά δεν έχω πάρει δίπλωμα, από πουθενά. Ούτε απ’ το γυμνάσιο. Έτσι, γιατί από αντίδραση το παράτησα. Όταν πήγαινα στο ωδείο, με βλέπανε με τα μαλλιά, με τα τσόκαρα, με τα τζιν… και λέγανε, ψιθύριζαν. Ο αλήτης γινότανε κύριος Γιοκαρίνης μόλις έπαιζα Μπαχ και Μπετόβεν. Αυτό το πράγμα με έκανε να αντιδρώ». Και συνέχισε μιλώντας για τον στιγματισμό και την ταυτότητά του: «Τότε ήμασταν παρεξηγημένοι. Οι μαλλιάδες… Δυσκολεύτηκα να το περάσω πολλά χρόνια. Έλα που μου άρεσε όμως. Εγώ είχα δει το Woodstock παιδάκι και τρελάθηκα. Και εγώ είμαι χίπης. Ακόμα. Και θα είμαι χίπης. Θα πεθάνω χίπης». Η πιο τραυματική μνήμη, ωστόσο, ήρθε από τα χρόνια της Χούντας: «Με πιάσανε στο δρόμο γιατί το είχε περάσει ο τεντιμποϊσμός. Ήτανε 11 η ώρα στο Πασαλιμάνι. Απαγορευόταν μετά τις 21:30. Με μαλλιά τότε. Με πήρανε μέσα. Εξακριβώσεις και όλα αυτά. Και το πρωί με κουρέψανε. Για μένα; Σαν να μου κόψανε το κεφάλι. Οι γονείς μου είπαν “Μπράβο! Καλά σου κάνανε!”. Το ευχαριστήθηκαν. Το χειρότερο».