Ο λογαριασµός από τις επιδοτήσεις και τις εκπτώσεις για το αυξηµένο ενεργειακό κόστος έχει φτάσει ήδη στα 2 δισ. ευρώ και έπεται συνέχεια, καθώς όλες οι αναλύσεις οδηγούν στο συµπέρασµα ότι οι υψηλές τιµές στο φυσικό αέριο και ακολούθως στο ηλεκτρικό ρεύµα θα υποχωρήσουν µεν, αλλά επουδενί στα προ κρίσης επίπεδα.

Κι αν γι’ αυτές τις παρεµβάσεις το Ταµείο Ενεργειακής Μετάβασης µπορεί να λειτουργεί ως αµορτισέρ χωρίς να πιέζεται ο Προϋπολογισµός, δεν συµβαίνει το ίδιο µε τις υπόλοιπες ανατιµήσεις σε είδη ευρείας κατανάλωσης, που µπορούν να αναχαιτιστούν µόνο µε τη βοήθεια των κρατικών ταµείων. Και κάπως έτσι ξεκινά ο προβληµατισµός για το πώς µπορούν να στηριχθούν κυρίως τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά, χωρίς να διαταραχθούν οι «ευαίσθητες» δηµοσιονοµικές ισορροπίες σε µια δύσκολη χρονιά, που χαρακτηρίζεται από αρµόδιες ευρωπαϊκές πηγές ως «µεταβατική».

«Συνολικά η Οικονομία»

«Αυτή τη στιγµή πρέπει να δούµε συνολικά τη λειτουργία της οικονοµίας», επισηµαίνει κυβερνητικός αξιωµατούχος, απαντώντας στο εάν επίκεινται έκτακτες επιδοµατικές ενισχύσεις ή µειώσεις έµµεσων φόρων κόντρα στον πληθωρισµό, που «φλερτάρει» µε το 6%. Η ίδια πηγή συµπληρώνει ότι το ήµισυ και πλέον του «βάρους», που έχει πέσει στα νοικοκυριά, προέρχεται από τις αυξήσεις στην Ενέργεια και, ως εκ τούτου, οι επιδοτήσεις στο ρεύµα, στη θέρµανση και στο φυσικό αέριο, που «τρέχουν» από τον περασµένο Σεπτέµβριο, απορροφούν µεγάλο µέρος των επιβαρύνσεων.

Στην ίδια λογική, της ενίσχυσης του διαθέσιµου εισοδήµατος των πολιτών, εντάσσονται το έκτακτο επίδοµα που δόθηκε σε περίπου 600.000 χαµηλοσυνταξιούχους τον περασµένο Δεκέµβριο, η µείωση ή και κατάργηση των τελών κινητής τηλεφωνίας, καθώς και η αναστολή της εισφοράς αλληλεγγύης και η µείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά σχεδόν 4 ποσοστιαίες µονάδες. Επιπλέον, από την υπεραπόδοση της οικονοµίας το 2021 εξασφαλίστηκαν 350 εκατ. ευρώ για τη µείωση του φόρου ακινήτων σε 5 εκατοµµύρια νοικοκυριά, ενώ από την Πρωτοµαγιά θα «τρέξει» και δεύτερη αύξηση του κατώτατου µισθού, ο οποίος, έτσι, από την αρχή της χρονιάς θα έχει ανέβει 50-60 ευρώ.

Ισορροπία

Αρκεί, όµως, αυτή η περαιτέρω αύξηση του διαθέσιµου εισοδήµατος, που είχε ήδη ενισχυθεί κατά 4,7% πριν φύγει το 2021; Στο οικονοµικό επιτελείο γνωρίζουν ότι η «µάχη» της καθηµερινότητας για τους πολίτες δεν είναι εύκολη, πόσω µάλλον όταν οι δείκτες «µαρτυρούν» διατήρηση του πληθωρισµού σε υψηλά επίπεδα για το επόµενο τρίµηνο-τετράµηνο.

Με αυτό το δεδοµένο, οι υπηρεσίες «τρέχουν» σενάρια εργασίας, τα οποία πρέπει να φέρουν ισορροπία σε δύο φαινοµενικά αντίρροπες δυνάµεις. Από τη µια, θα πρέπει να «θωρακιστούν» τα εισοδήµατα των νοικοκυριών και η παραγωγική βάση, έτσι ώστε να µην ανακοπεί η δυναµική της ανάπτυξης, που υπολογίζεται ότι µπορεί να φτάσει στο 5,5% το 2022.

«Φωτιά» στα ομόλογα

Από την άλλη, δεν πρέπει να σταλούν διφορούµενα µηνύµατα στις Βρυξέλλες, οι οποίες εµµένουν στον στόχο επιστροφής στις αγορές, που ήδη έχουν βάλει «φωτιά» στα οµόλογα της περιφέρειας, προεξοφλώντας αυξήσεις επιτοκίων, αλλά και στους Ευρωπαίους, λίγο πριν από την έξοδο από το καθεστώς ενισχυµένης εποπτείας και το µεγάλο παζάρι για την αναθεώρηση του Συµφώνου Σταθερότητας.

Το σενάριο της µείωσης του ΦΠΑ σε συγκεκριµένα τρόφιµα είναι υπαρκτό, αλλά επί του παρόντος «σκοντάφτει» αφενός στο υψηλό κόστος -µόνο στο ψωµί υπολογίζεται σε 140 εκατ. ευρώ-, αφετέρου στο ότι δεν διασφαλίζεται το όφελος για τους καταναλωτές. Το ίδιο ακριβώς ισχύει για τον ΦΠΑ και τους ειδικούς φόρους στα καύσιµα (περίπου 2,5 δισ. ευρώ τα προσδοκώµενα συνολικά έσοδα). Ως εναλλακτικό σενάριο προβάλλει η απευθείας επιδοµατική ενίσχυση σε 1,5-2 εκατ. πολίτες, µε κόστος ως 200 εκατ. ευρώ.



*Δημοσιεύτηκε στο Money Pro στις 12 Φεβρουαρίου 2022.