Περαιτέρω μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων τους και αποφυγή της δημιουργίας νέων «κόκκινων» δανείων, παρά το αντίξοο περιβάλλον υψηλού πληθωρισμού και ανοδικών επιτοκίων, πέτυχαν οι τέσσερις συστημικές τράπεζες το Α’ τρίμηνο του 2023.

Eurobank και Εθνική Τράπεζα έχουν αυτή τη στιγμή δείκτη μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΑ) στο 5,1%, η Τράπεζα Πειραιώς στο 6,6% και η Alpha Bank στο 7,6%, με στόχο για διαμόρφωση του δείκτη μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων σε μέσο όρο 4% μέχρι το 2025 (από 7% το 2022). Αυτό προβλέπουν οι επιχειρησιακοί στόχοι που έχουν θέσει οι τέσσερις μεγάλες τράπεζες για την εξέλιξη των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) τους κατά την τριετία 2023-2025, προσβλέποντας σε περαιτέρω μείωσή τους κατά 3,1 δισ. ευρώ ή 32% (από ΜΕΔ 9,680 δισ. ευρώ στο τέλος του 2022 σε ΜΕΔ 6,549 δισ. στο τέλος του 2025).

Ο στόχος προβλέπεται να υλοποιηθεί κυρίως μέσω των αποπληρωμών δανείων (1,9 δισ. ευρώ) και των διαγραφών (1,7 δισ. ευρώ) και δευτερευόντως με πωλήσεις (0,7 δισ. ευρώ) και ρευστοποιήσεις εξασφαλίσεων (0,5 δισ. ευρώ). Οι τραπεζίτες αναμένουν ότι από τα χαρτοφυλάκια των τραπεζών θα βγουν μη εξυπηρετούμενα δάνεια 5,141 δισ. ευρώ, αλλά ταυτόχρονα θα δημιουργηθούν νέα, ύψους 7,210 δισ., επομένως θα υπάρξει καθαρή ροή ΜΕΔ κατά 2,1 δισ. ευρώ.

Μεγάλη πρόκληση

Η μείωση του αποθέματος των ΜΕΔ που έχουν επιτύχει οι τέσσερις συστημικές τράπεζες είναι θεαματική, χωρίς ωστόσο να υποστηρίζεται ότι τα ΜΕΔ δεν παραμένουν μεγάλη πρόκληση. Ιδίως δε για τις μικρότερες, μη συστημικές τράπεζες, οι οποίες έχουν το 44,8% του συνόλου των δανείων τους μη εξυπηρετούμενο.

Όπως δείχνει η «ακτινογραφία» των χαρτοφυλακίων ΜΕΔ των τεσσάρων συστημικών τραπεζών (ΤτΕ, Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας) στο τέλος του 2022 τα δάνεια αβέβαιης είσπραξης (unlikely to pay) ανήλθαν σε 4 δισ. ευρώ (31% των ΜΕΔ), μειωμένα κατά 38,1% σε σχέση με το τέλος του 2021 (6,5 δισ. ευρώ).

Τα δάνεια σε καθυστέρηση από 1 έως 90 ημέρες (πρώιμες ληξιπρόθεσμες οφειλές) αυξήθηκαν κατά 22,6%, με αποτέλεσμα να ανέλθουν σε 4,9 δισ. ευρώ από 4 δισ. ευρώ το τέλος του 2021. Η αύξηση αυτή προέρχεται κυρίως από τα επιχειρηματικά δάνεια σε καθυστέρηση 1-30 ημέρες. Επιπλέον, ο λόγος των δανείων σε καθυστέρηση από 1 έως 90 ημέρες προς το σύνολο των εξυπηρετούμενων δανείων αυξήθηκε το 2022 και διαμορφώθηκε σε 3,6%, έναντι 3,2% στο τέλος του 2021.

Τα δάνεια σε καθυστέρηση μεγαλύτερη των 90 ημερών (χωρίς να συμπεριλαμβάνονται οι καταγγελμένες απαιτήσεις) υποχώρησαν περαιτέρω στο τέλος του 2022 και διαμορφώθηκαν σε 4,4 δισ. ευρώ (33,2% των ΜΕΔ), μειωμένα κατά 23,1% σε σχέση με το τέλος του 2021 (5,7 δισ. ευρώ). Ωστόσο, επισημαίνεται ότι το 77% των ΜΕΔ που εμπίπτουν σε αυτή την κατηγορία είναι σε καθυστέρηση μεγαλύτερη του ενός έτους, ποσοστό αυξημένο σε σχέση με το τέλος του 2021 (69,8%).

Το αντίστοιχο ποσοστό καθυστέρησης για τα επιχειρηματικά δάνεια ανέρχεται σε 84,4%, για τα στεγαστικά σε 58,7% και για τα καταναλωτικά δάνεια διαμορφώνεται σε 68,2%. Σημειώνεται ότι το 36,2% των ΜΕΔ αφορά καταγγελμένες απαιτήσεις, οι οποίες στο τέλος του 2022 ανήλθαν σε 4,8 δισ. ευρώ, μειωμένες κατά 22,3% σε σχέση με το τέλος του 2021 (6,2 δισ. ευρώ).

Το σύνολο των ρυθμισμένων δανείων τον Δεκέμβριο του 2022 υποχώρησε στα 11,4 δισ. ευρώ, από 15,2 δισ. ευρώ στο τέλος τους 2021, αντιπροσωπεύοντας το 7,5% του συνόλου των δανείων (έναντι 10,6% το 2021).

Η μείωση των ρυθμισμένων δανείων από τον Ιούνιο του 2021 οφείλεται κυρίως στις συναλλαγές τιτλοποίησης και πώλησης ΜΕΔ που πραγματοποιήθηκαν τα τελευταία δύο χρόνια.

Ρυθμίσεις

Το μεγαλύτερο μέρος των ρυθμισμένων δανείων αφορά μακροπρόθεσμες ρυθμίσεις σε ποσοστό 70% επί του συνόλου, ενώ ακολουθούν οι βραχυπρόθεσμες ρυθμίσεις με 27,3% και οι λύσεις οριστικής διευθέτησης με ποσοστό 2,7%. Η «ακτινογραφία» των ΜΕΔ δείχνει επίσης ότι το 65,6% των ΜΕΔ άνω των 90 ημερών δεν έχει ρυθμιστεί, έναντι 63,2% στο τέλος του 2021, ενώ τα ποσοστά για τα στεγαστικά, καταναλωτικά και επιχειρηματικά δάνεια ανέρχονται σε 62,1%, 75,7% και 64,4% αντίστοιχα.

Επισημαίνεται ότι το ποσό που αντιστοιχεί στο 2% των ΜΕΔ (264.000.000 ευρώ) αφορά απαιτήσεις που έχουν υπαχθεί σε καθεστώς νομικής προστασίας και για τις οποίες εκκρεμεί η έκδοση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης. Από αυτά, 116.000.000 ευρώ αφορούν απαιτήσεις που έχουν ήδη καταγγελθεί. Τα δάνεια αυτής της κατηγορίας αφορούν είτε φυσικά πρόσωπα (π.χ. νόμος Κατσέλη 3869/2010) είτε νομικά πρόσωπα (π.χ. ν. 4307/2014, Πτωχευτικός Κώδικας). 

Τα στοιχεία της ΤτΕ δείχνουν ότι το 2022 οι διαγραφές ανήλθαν σε 1 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 0,6 δισ. ευρώ αφορούν καταγγελμένες απαιτήσεις, κυρίως επιχειρηματικών δανείων (0,5 δισ. ευρώ). Κατά τη διάρκεια του 2022 οι ροές από εξυπηρετούμενα δάνεια προς μη εξυπηρετούμενα ήταν 2,5 δισ. ευρώ, ενώ οι ροές από τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια προς τα εξυπηρετούμενα ήταν 2,4 δισ. ευρώ, αφήνοντας καθαρές ροές προς μη εξυπηρετούμενα δάνεια 110.000.000 ευρώ.

Δημοσιεύθηκε στην Απογευματινή στις 28/5/2015