Ένας υπουργός που, αντί να διαφυλάττει το δημόσιο συμφέρον, ενεργούσε προς όφελος του ίδιου και του κόμματός του, σε πλήρη αρμονία με το πρωθυπουργικό γραφείο και σε συνεργασία με άλλα ηγετικά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ.

Έτσι σκιαγραφείται ο Νίκος Παππάς μέσα από το πολυσέλιδο σκεπτικό των 13 δικαστών του Αρείου Πάγου και του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι οποίοι ομόφωνα τον καταδίκασαν για το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος κατ’ εξακολούθηση. Ο άλλοτε κορυφαίος κυβερνητικός παράγοντας και στενός, μέχρι και σήμερα, συνεργάτης του Αλ. Τσίπρα, ο οποίος μάλιστα διεκδικεί ξανά την εκλογή του στο βουλευτικό αξίωμα, σύμφωνα με την ομόφωνη κρίση του Ειδικού Δικαστηρίου «επιδίωξε να υλοποιήσει τον σχεδιασμό που είχε καταστρωθεί από τον ίδιο, αλλά και από άλλα ηγετικά στελέχη του τότε κυβερνώντος κόμματος (ΣΥΡΙΖΑ), τα στοιχεία των οποίων δεν έχουν εξακριβωθεί, με σκοπό, κατά παράβαση των συνταγματικών αρχών, την απόκτηση μέσων μαζικής ενημέρωσης τα οποία να τελούν υπό τον έλεγχό τους και να προωθούν τις πολιτικές θέσεις και ενέργειες της τότε κυβέρνησης (ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ. ΕΛ.) του ΣΥΡΙΖΑ και του ίδιου του κατηγορουμένου».

Τι σχεδίαζε

Όπως αποδείχθηκε, με βάση την κρίση των δικαστών, από την ακροαματική διαδικασία, τις μαρτυρικές καταθέσεις, τα μηνύματα και την ηλεκτρονική αλληλογραφία, ο τότε υπουργός, αρμόδιος «της όλης διαγωνιστικής διαδικασίας, που θα κατέληγε στη χορήγηση τηλεοπτικών αδειών, σχεδίασε την απόκτηση ενός τηλεοπτικού σταθμού πανελλήνιας εμβέλειας και μίας πολιτικής εφημερίδας».

«Υπεροψία»

Ως «παρένθετο πρόσωπο» ο Ν. Παππάς χρησιμοποίησε τον επιχειρηματία και συγκατηγορούμενό του, Χρ. Καλογρίτσα, ο οποίος, όπως αναφέρεται στη δικαστική απόφαση, ήταν ενταγμένος-στρατευμένος στην Αριστερά. «Ο Νίκος Παππάς, διακατεχόμενος από αίσθηση υπεροψίας και ισχύος ως κορυφαίος υπουργός, που συνομιλούσε απευθείας με τον τότε πρωθυπουργό, περί τον Οκτώβριο του 2015 απευθύνθηκε στον Χρήστο Καλογρίτσα, με τον οποίο διατηρούσε στενές φιλικές και οικογενειακές σχέσεις», τονίζουν οι δικαστές του Ει - δικού Δικαστηρίου. Ο τότε υπουργός Επικρατείας βρήκε στο πρόσωπο του Χρ. Καλογρίτσα εκείνον που θα δάνειζε το όνομά του στο όλο εγχείρημα, ως παρένθετο πρόσωπο, το οποίο θα λειτουργούσε σύμφωνα με τις οδηγίες και τις εντολές του.

«Δεν είχε το δικαίωμα»

Κι αυτό καθώς, όπως εξηγείται στο σκεπτικό των ανώτατων δικαστών, «ο πρώτος κατηγορούμενος, λόγω της υπουργικής ιδιότητάς του, δεν είχε το δικαίωμα να ασκήσει οποιαδήποτε επαγγελματική δραστηριότητα, πολλώ δε μάλλον να μετάσχει σε επιχείρηση που θα διεκδικούσε μία εκ των τεσσάρων τηλεοπτικών αδειών. Ο ανωτέρω σχεδιασμός του πρώτου κατηγορουμένου, που τελούσε υπό την έγκριση του κομματικού μηχανισμού, απέβλεπε στην ίδρυση τηλεοπτικού σταθμού πανελλήνιας εμβέλειας, που θα ελεγχόταν από τον πρώτο κατηγορούμενο και τον κομματικό μηχανισμό του ΣΥΡΙΖΑ και θα προωθούσε τις πολιτικές θέσεις και δράσεις του κόμματος και της τότε κυβέρνησης, αλλά και του ίδιου ως υπουργού αυτής, με σκοπό την υπέρ αυτών άσκηση επιρροής στον πολιτικό προσανατολισμό της κοινής γνώμης».

Το σχέδιο του κ. Παππά και της τότε κυβέρνησης, τονίζεται στην απόφαση, τέθηκε σε εφαρμογή και «εγκαταστάθηκαν στα γραφεία των επιχειρήσεων του δεύτερου κατηγορουμένου δεκάδες άτομα, επιλεγέντα από τον πρώτο κατηγορούμενο και συγκεκριμένα δημοσιογράφοι, τεχνικοί, αλλά και δικηγόροι, οι οποίοι είχαν αναλάβει κατ’ εντολή αυτού να προετοιμάσουν τη σύσταση και λειτουργία του τηλεοπτικού σταθμού».

«Μεθόδευση»

Σε αυτό το πλαίσιο, τονίζεται στην ομόφωνη απόφαση, «μεθοδεύτηκε, αντί του Χρ. Καλογρίτσα, να μετάσχει στην επικείμενη δημοπρασία αλλά και στην έκδοση της εφημερίδας, τυπικά, ο γιος του, Ιωάννης-Βλαδίμηρος Καλογρίτσας». Στο σκεπτικό της δικαστικής απόφασης γίνεται ακόμα λόγος για την τραπεζική χρηματοδότηση που εξασφαλίστηκε στον Χρ. Καλογρίτσα από την έκδοση εγγυητικής επιστολής υπό συνθήκες που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν προκλητικά χαριστικές, όπως αναφέρεται, ενώ κατά τους δικαστές δεν επιδέχεται καμία αμφιβολία ότι εικονικά και μόνον καταρτίστηκε η συμφωνία υπεργολαβίας με τη λιβανέζικη CCC.

«Επιστράτευσε διασυνδέσεις»

Συγχρόνως, τονίζεται στην απόφαση, «ο πρώτος κατηγορούμενος, Νίκος Παππάς, επιστρατεύοντας εκ νέου τις διασυνδέσεις και τις επαφές που διατηρούσε λόγω του υπουργικού του αξιώματος και την ισχύ που η θέση αυτή του προσέδιδε, ήρθε σε επαφή με επιχειρηματίες, διαμηνύοντας ότι ενεργεί σύμφωνα με τη βούληση του τότε πρωθυπουργού, επιδιώκοντας τη χρηματοδότηση του συγκατηγορουμένου του για την καταβολή της πρώτης δόσης του τιμήματος. Στις ενέργειες αυτές προέβη όχι βεβαίως με σκοπό να βοηθήσει ένα φιλικό του πρόσωπο, δίκην "ρουσφετιού", αλλά για να διασφαλίσει με κάθε τρόπο την επιτυχία του δικού του εγχειρήματος, δηλαδή την απόκτηση του εν λόγω τηλεοπτικού σταθμού». Εν κατακλείδι, σύμφωνα με τους 13 δικαστές των δύο ανώτατων δικαστηρίων, χωρίς να καταλείπεται η ελάχιστη αμφιβολία περί του αντιθέτου, ο Ν. Παππάς «με πρόθεση παρέβη τα υπηρεσιακά, απολύτως συνυφασμένα με την υπουργική του ιδιότητα, καθήκοντα».

*Δημοσιεύτηκε στα Παραπολιτικά στις 14 Απριλίου 2023.