Υπάρχει κάτι σχεδόν νοσταλγικό στις τελευταίες εξαγγελίες του κ. Αλέξη Τσίπρα. Όχι επειδή είναι πρωτότυπες. Το αντίθετο. Επειδή θυμίζουν μια εποχή που η πολιτική πίστευε ότι η δυσκολότερη ερώτηση του κόσμου ήταν «τι θέλουν να ακούσουν οι πολίτες;» και όχι «πώς θα χρηματοδοτηθεί αυτό που τους υποσχόμαστε;». Ελάχιστη εγγυημένη ποσότητα ρεύματος σε σταθερή τιμή. Δημόσιος φορέας κοινωνικής διαχείρισης στεγαστικών δανείων. Δωρεάν μετακινήσεις σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Κατάργηση των Πανελλαδικών. Ειδικά μισθολόγια. Αυξήσεις. Διευκολύνσεις. Παρεμβάσεις.

Διαβάστε: 
Το site της ΕΛΑΣ του Τσίπρα που θυμίζει κλειστό κλαμπ: Μοναδικό φανερό σημείο ατζέντας η ιδρυτική διακήρυξη

Το μόνο που λείπει από την εικόνα είναι το γνωστό υποσέλιδο που κάποτε συνόδευε κάθε προεκλογική εξαγγελία: «τα έξοδα θα καλυφθούν από τον κρατικό προϋπολογισμό». Δηλαδή από εκείνο το μυστηριώδες μέρος όπου, σύμφωνα με την ελληνική πολιτική παράδοση, τα χρήματα εμφανίζονται μόνα τους.

Το πιο ενδιαφέρον, όμως, δεν είναι το περιεχόμενο των προτάσεων. Είναι η φιλοσοφία που τις διαπερνά. Πρόκειται για μια αντίληψη που αντιμετωπίζει κάθε κοινωνικό πρόβλημα ως πρόβλημα ανεπαρκούς κρατικής παρέμβασης και κάθε οικονομική δυσκολία ως ευκαιρία για μια νέα δημόσια δαπάνη.

Οι λογαριασμοί του ρεύματος είναι υψηλοί; Το κράτος να εγγυηθεί χαμηλότερη τιμή. Τα στεγαστικά δάνεια πιέζουν νοικοκυριά; Το κράτος να αναλάβει τη διαχείρισή τους. Οι συγκοινωνίες κοστίζουν; Το κράτος να τις παρέχει δωρεάν. Οι μισθοί δεν είναι ικανοποιητικοί; Το κράτος να τους αυξήσει. Οι εξετάσεις πιέζουν μαθητές και οικογένειες; Να τις καταργήσουμε.

Πρόκειται για μια πολιτική σχολή σκέψης που έχει ένα αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό: γνωρίζει πάντα ποιος πρέπει να δώσει τη λύση, αλλά σχεδόν ποτέ δεν εξηγεί ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό.

Μόνο που το ηλεκτρικό ρεύμα δεν γίνεται φθηνότερο μαγικά επειδή το ανακοινώνει ένας πολιτικός με… έναν νόμο και ένα άρθρο. Κάποιος πληρώνει τη διαφορά ανάμεσα στην τιμή της αγοράς και στην τιμή που τελικά βλέπει ο καταναλωτής. Μόνο που ο καταναλωτής είναι και ο φορολογούμενος. Και όταν ο λογαριασμός δεν πληρώνεται στον μετρητή, μεταφέρεται στον κρατικό προϋπολογισμό και πληρώνεται τελικά μέσω των φόρων. Και αν δεν είναι ο φορολογούμενος σήμερα, θα είναι ο φορολογούμενος αύριο.

Κάπου εδώ λοιπόν, μπαίνουν στην εξίσωση οι αριθμοί.

Μια μικρή επιδότηση ρεύματος, της τάξης του 1,5 λεπτού ανά κιλοβατώρα για έναν μόνο μήνα, κόστισε 20,5 εκατ. ευρώ. Η Ελλάδα, στην ενεργειακή κρίση, δαπάνησε σχεδόν 10 δισ. ευρώ σε επιδοτήσεις ηλεκτρικής ενέργειας την περίοδο 2021-2023. Μόνο το πακέτο παρεμβάσεων που ανακοινώθηκε τον Μάιο του 2022 ανερχόταν σε 3,2 δισ. ευρώ για να απορροφηθεί μέρος των αυξήσεων στους λογαριασμούς.

Είναι λοιπόν εύλογο να αναρωτηθεί κανείς, πόσο θα κόστιζε μια μόνιμη, οριζόντια πολιτική σημαντικής μείωσης του κόστους ηλεκτρικού ρεύματος για το σύνολο σχεδόν των καταναλωτών;

Χωρίς πλήρη κοστολόγηση της πρότασης, κανείς δεν μπορεί να δώσει με βεβαιότητα τον τελικό αριθμό. Μπορεί όμως με ασφάλεια να πει ότι δεν πρόκειται για μερικές εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ.

Αν η παρέμβαση είναι πράγματι γενικευμένη, όπως την οραματίστηκε και την υποσχέθηκε ο κ. Τσίπρας, ο λογαριασμός μπορεί να ανέλθει σε πολλαπλά δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως.

Ο ίδιος μίλησε για μείωση των τιμολογίων «μεσοσταθμικά κατά 30%» μέσω μακροχρόνιων συμβολαίων ΑΠΕ και αξιοποίησης του ρόλου της ΔΕΗ. Μόνο που εδώ ανακύπτει το πραγματικό ερώτημα: αν η τελική τιμή που θα πληρώνει ο καταναλωτής βρίσκεται κάτω από το κόστος αγοράς, ποιος θα καλύπτει τη διαφορά; Ο κρατικός προϋπολογισμός; Η ΔΕΗ; Οι ιδιώτες προμηθευτές; Οι καταναλωτές μέσω άλλων χρεώσεων και τελών;

Αν το βάρος μεταφερθεί στη ΔΕΗ, περιορίζεται η κερδοφορία και η επενδυτική της δυνατότητα. Αν μεταφερθεί στους προμηθευτές, δημιουργούνται στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό. Αν μεταφερθεί στον κρατικό προϋπολογισμό, μετατρέπεται σε μόνιμη δημοσιονομική δαπάνη.

Και υπάρχει και μια δεύτερη διάσταση. Η κοινωνική δικαιοσύνη. Διότι αν η παρέμβαση εφαρμοστεί οριζόντια, θα επιδοτεί εξίσου τον ευάλωτο καταναλωτή, τον ιδιοκτήτη εξοχικής κατοικίας, τα υψηλά εισοδήματα και όσους δεν έχουν καμία πραγματική ανάγκη κρατικής στήριξης. Ένα οριζόντιο μέτρο δεν ξεχωρίζει τον συνταξιούχο που δυσκολεύεται να πληρώσει τον λογαριασμό από τον ιδιοκτήτη τριών ακινήτων. Δεν ξεχωρίζει το μικρό διαμέρισμα από τη βίλα. Δεν ξεχωρίζει την κύρια κατοικία από το εξοχικό. Δεν ξεχωρίζει τον άνθρωπο που παλεύει να τα βγάλει πέρα από εκείνον που μπορεί να απορροφήσει άνετα την αύξηση του κόστους.

Έτσι η κρατική επιδότηση καταλήγει να χρηματοδοτεί ταυτόχρονα κοινωνική ανάγκη και οικονομική άνεση. Και αυτό δεν είναι κοινωνική πολιτική, αλλά ακριβή γενναιοδωρία με ξένα χρήματα.

Το ίδιο ισχύει και για τα στεγαστικά δάνεια.

Ο δημόσιος φορέας κοινωνικής διαχείρισης ακούγεται εξαιρετικά ανθρώπινος μέχρι να τεθεί η ενοχλητική ερώτηση: με ποια κεφάλαια θα αγοράσει ή θα διαχειριστεί δάνεια δισεκατομμυρίων ευρώ;

Μία ακόμη πιο ενοχλητική ερώτηση, είναι τι μήνυμα στέλνει σε εκείνον που επί χρόνια πληρώνει κανονικά τη δόση του; Ότι έκανε λάθος. Ότι ο συνεπής τιμωρείται και ο ασυνεπής επιβραβεύεται.

Όταν ένας δημόσιος φορέας παρεμβαίνει συστηματικά σε δάνεια που δεν εξυπηρετούνται, δημιουργείται αναπόφευκτα το ερώτημα των κινήτρων. Ο πολίτης που βρίσκεται οριακά ενήμερος μπορεί να σκεφτεί ότι ίσως τον συμφέρει να σταματήσει να πληρώνει προκειμένου να ενταχθεί σε μια ευνοϊκότερη ρύθμιση στο μέλλον.

Ελλοχεύει λοιπόν ο κίνδυνος μιας βαθιάς στρέβλωσης. Θα δημιουργηθεί η εντύπωση ότι η συνέπεια αποτελεί μειονέκτημα και η αθέτηση υποχρεώσεων δυνητικό πλεονέκτημα.

Αυτό στην οικονομική θεωρία λέγεται ηθικός κίνδυνος. Στην καθημερινή γλώσσα λέγεται αίσθημα αδικίας.

Και υπάρχει η ουσιαστική πραγματιστική διάσταση. Οι εταιρείες διαχείρισης και οι επενδυτές που έχουν αποκτήσει τα χαρτοφυλάκια αυτά δεν μπορούν απλώς να υποχρεωθούν να τα πουλήσουν στο Δημόσιο σε μια πολιτικά επιθυμητή τιμή χωρίς σοβαρά νομικά ζητήματα. Αν ο δημόσιος φορέας αγοράζει ακριβά, ζημιώνεται ο φορολογούμενος. Αν αγοράζει φθηνά μέσω κρατικού εξαναγκασμού, ανακύπτουν ζητήματα προστασίας της ιδιοκτησίας, επενδυτικής ασφάλειας και τραπεζικής σταθερότητας. Και στις δύο περιπτώσεις, ο λογαριασμός δεν εξαφανίζεται, απλώς μεταφέρεται αλλού.

Τα ανοίγματα που διαχειρίζονται σήμερα οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων στην Ελλάδα ανέρχονται σε περίπου 87,4 δισ. ευρώ. Ακόμη και αν ένας δημόσιος φορέας παρέμβει σε ένα μικρό μόνο μέρος αυτών των χαρτοφυλακίων, η συζήτηση ξεκινά από εκατοντάδες εκατομμύρια και μπορεί πολύ εύκολα να φτάσει σε αρκετά δισεκατομμύρια ευρώ σε κεφάλαια, εγγυήσεις ή χρηματοδότηση.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των δωρεάν μετακινήσεων.

Στην Ελλάδα έχουμε μια παράξενη συνήθεια… Όταν ακούμε τη λέξη «δωρεάν», σταματάμε να αναρωτιόμαστε ποιος πληρώνει. Στην πραγματικότητα, οι συγκοινωνίες δεν γίνονται δωρεάν. Απλώς αλλάζει ο τρόπος πληρωμής τους. Ο επιβάτης παύει να βλέπει το κόστος στο εισιτήριο και αρχίζει να το βλέπει στον προϋπολογισμό.

Μόνο ο ΟΑΣΑ είχε το 2024 έσοδα συγκοινωνιακού έργου από εισιτήρια, κάρτες και συναφείς αποζημιώσεις ύψους 225,3 εκατ. ευρώ. Την ίδια χρονιά έλαβε επιχορηγήσεις και επιδοτήσεις ύψους 266,6 εκατ. ευρώ. Δηλαδή ακόμη και σήμερα, πριν από οποιαδήποτε δωρεάν μετακίνηση, οι συγκοινωνίες επιδοτούνται ήδη σημαντικά από τον κρατικό προϋπολογισμό.

Αν προστεθεί η απώλεια εσόδων, η αυξημένη χρήση, τα πρόσθετα δρομολόγια, οι ανάγκες συντήρησης, καθαριότητας, ασφάλειας και προσωπικού σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, η ετήσια επιβάρυνση μπορεί εύλογα να κινηθεί σε αρκετές εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ.

Και μετά έρχεται η διοικητική φαντασίωση του «δωρεάν για όλους πλην των τουριστών».

Πώς ακριβώς θα ξεχωρίζει το σύστημα τον τουρίστα από τον μόνιμο κάτοικο; Με κάρτες κατοικίας; Με ελέγχους; Με ειδικά καθεστώτα για Ευρωπαίους πολίτες, εργαζομένους, φοιτητές Erasmus ή νόμιμους διαμένοντες; Και πώς θα σταθεί νομικά μια τέτοια διάκριση όταν το ευρωπαϊκό δίκαιο αντιμετωπίζει με ιδιαίτερη αυστηρότητα τις διακρίσεις λόγω ιθαγένειας;

Ας περάσουμε όμως στην πιο ενδιαφέρουσα κατ’ εμέ συζήτηση: η Παιδεία.

Διότι η Ελλάδα πράγματι χρειάζεται μεγάλη μεταρρύθμιση στην εκπαίδευση. Το ερώτημα είναι αν το μεγαλύτερο πρόβλημα του ελληνικού σχολείου είναι οι Πανελλαδικές ή οι επιδόσεις των μαθητών.

Στην τελευταία δημοσιευμένη αξιολόγηση PISA (την PISA 2022) οι Έλληνες μαθητές κατέγραψαν 430 μονάδες στα μαθηματικά έναντι 472 του μέσου όρου του ΟΟΣΑ, 438 στην κατανόηση κειμένου έναντι 476 και 441 στις φυσικές επιστήμες έναντι 485. Παράλληλα, στην ειδική έκθεση του ΟΟΣΑ για τη Δημιουργική Σκέψη που δημοσιεύθηκε το 2024, η Ελλάδα κατέγραψε επίδοση 27/60, σημαντικά χαμηλότερη από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ που ήταν 33/60.

Με απλά λόγια, η δυσκολία δεν είναι μόνο πώς εισάγονται οι μαθητές στα πανεπιστήμια, αλλά τι πραγματικά γνωρίζουν όταν φτάνουν στην πόρτα τους. Υπό αυτή την έννοια, η συζήτηση για την κατάργηση των Πανελλαδικών μοιάζει να παρακάμπτει το ουσιώδες ερώτημα: πώς θα βελτιωθεί το επίπεδο γνώσεων των μαθητών σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που ήδη εμφανίζει υστέρηση σε βασικούς δείκτες μάθησης;

Η Κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, ορθώς έχει ανοίξει τη συζήτηση για το Εθνικό Απολυτήριο ως πολυετή θεσμική μεταρρύθμιση, με μεταβατική περίοδο, διάλογο και προσπάθεια σύνδεσης του Λυκείου με την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Ο κ. Τσίπρας, αντιθέτως, μιλά για κατάργηση των Πανελλαδικών χωρίς να έχει παρουσιάσει ένα ολοκληρωμένο εναλλακτικό σύστημα.

Δεν είναι μάλιστα η πρώτη φορά που ο κ. Τσίπρας υπόσχεται την κατάργηση των Πανελλαδικών. Το ίδιο είχε εξαγγείλει και κατά τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ στη ΔΕΘ το 2018.

Συγκεκριμένα, ο κ. Τσίπρας είχε ανακοινώσει ότι οι Πανελλαδικές «θα αποτελέσουν σύντομα παρελθόν».

Ωστόσο, παρότι ο κ. Τσίπρας ήταν τότε Πρωθυπουργός, η εξαγγελία στα τέσσερα χρόνια διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ δεν υλοποιήθηκε ποτέ. Ίσως επειδή η κατάργηση των Πανελλαδικών αποδεικνύεται πολύ ευκολότερη ως σύνθημα παρά ως εφαρμόσιμη μεταρρύθμιση.

Η υπόσχεση του κ. Τσίπρα -για δεύτερη φορά- γεννά εύλογα ερωτήματα. Τι τον εμπόδισε να την εφαρμόσει την «πρώτη φορά Αριστερά»; Την υποτιθέμενη «δεύτερη φορά Αριστερά», θα εισάγονται όλοι στα Πανεπιστήμια; Αν ναι, θα έχουν τις ικανότητες να αποφοιτούν; Έχουν τα ιδρύματα τη δυνατότητα να υποδεχθούν ακόμη περισσότερους φοιτητές; Πόσο θα κοστίσει αυτό σε καθηγητές, αίθουσες, εργαστήρια, υποδομές, φοιτητική μέριμνα και στέγαση;

Διότι αν η κατάργηση των Πανελλαδικών οδηγήσει σε μαζική αύξηση εισακτέων, το κόστος για τα ΑΕΙ δεν θα είναι θεωρητικό. Θα είναι εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ σε βάθος χρόνου.

Και υπάρχει και ένα βαθύτερο ερώτημα. Αν η πρόσβαση στα πανεπιστήμια καταστεί ουσιαστικά καθολική χωρίς αυστηρούς και αξιόπιστους μηχανισμούς επιλογής, δεν αυξάνεται μόνο ο αριθμός των φοιτητών. Υπάρχει ο κίνδυνος να υποβαθμιστεί και η αξία των ίδιων των πτυχίων.

Γι' αυτό και το Εθνικό Απολυτήριο που συζητεί σήμερα η Κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν παρουσιάζεται ως μια απλή κατάργηση των Πανελλαδικών. Αντιθέτως, προϋποθέτει τράπεζα θεμάτων, εξωτερική αξιολόγηση, πολλαπλές εξεταστικές διαδικασίες, ψηφιακά συστήματα, επιμόρφωση εκπαιδευτικών, μηχανισμούς αδιάβλητου, διαδικασίες αναβαθμολόγησης και συνολικό επανασχεδιασμό του τρόπου εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Με άλλα λόγια, ακόμη και όσοι υποστηρίζουν μια διαφορετική μορφή πρόσβασης στα πανεπιστήμια αναγνωρίζουν ότι πρόκειται για μια σύνθετη θεσμική μετάβαση πολλών ετών και όχι για ένα σύνθημα που υλοποιείται με μία νομοθετική διάταξη.

Ένα ακόμη βασικό ερώτημα πρέπει να απαντηθεί: είναι βέβαιο ότι η χώρα χρειάζεται περισσότερους πτυχιούχους ή μήπως χρειάζεται περισσότερους ανθρώπους με δεξιότητες που σήμερα λείπουν από την αγορά εργασίας;

Η Ελλάδα εξακολουθεί να κουβαλά μια παλιά κοινωνική βεβαιότητα: ότι η επιτυχία περνά υποχρεωτικά μέσα από ένα πανεπιστημιακό πτυχίο. Μόνο που η πραγματικότητα κινείται προς διαφορετική κατεύθυνση. Σε ολόκληρη την Ευρώπη καταγράφονται σοβαρές ελλείψεις σε τεχνικά επαγγέλματα, κατασκευές, ενέργεια, βιομηχανική παραγωγή και εξειδικευμένες τεχνικές ειδικότητες.

Η συζήτηση, λοιπόν, δεν μπορεί να περιορίζεται στο πώς θα μπαίνουν περισσότεροι στα ΑΕΙ. Πρέπει να αφορά και το αν η χώρα παράγει τους ανθρώπους που πραγματικά χρειάζεται. Διότι το πιο ακριβό εκπαιδευτικό σύστημα δεν είναι εκείνο που αποκλείει κάποιους από το πανεπιστήμιο. Είναι εκείνο που οδηγεί χιλιάδες νέους σε σχολές που ποτέ δεν θα ολοκληρώσουν ή σε πτυχία που ποτέ δεν θα αξιοποιήσουν.

Και φτάνουμε στο πιο στοχευμένο, αλλά σίγουρα βαρύ δημοσιονομικά σκέλος: ειδικό μισθολόγιο για εκπαιδευτικούς και αυξήσεις σε γιατρούς και νοσηλευτές. Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι οι εκπαιδευτικοί, οι γιατροί και οι νοσηλευτές δεν αξίζουν καλύτερες αμοιβές. Το ερώτημα είναι πώς χρηματοδοτείται. Διότι κάθε αύξηση που δίδεται παράγει δημοσιονομική βαρύτητα.

Η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας έχει ήδη προχωρήσει σε σειρά μισθολογικών παρεμβάσεων στο Δημόσιο. Μόνο η οριζόντια αύξηση των περίπου 70 ευρώ μηνιαίως που εφαρμόστηκε από το 2024 είχε δημοσιονομικό κόστος 558 εκατ. ευρώ ή περίπου 674 εκατ. ευρώ μαζί με τις εργοδοτικές εισφορές. Συνολικά, η ετήσια μισθολογική επιβάρυνση από τις διαδοχικές αυξήσεις και παρεμβάσεις προσεγγίζει πλέον το 1 δισ. ευρώ.

Αντίστοιχα, στους γιατρούς του ΕΣΥ έχουν ήδη δοθεί σημαντικές αυξήσεις.

Από το 2023 αναμορφώθηκε το μισθολόγιό τους με μεσοσταθμική αύξηση περίπου 10% και ετήσιο κόστος 65 εκατ. ευρώ.

Στη συνέχεια, επί υπουργίας του κ. Άδωνι Γεωργιάδη, προστέθηκαν νέες παρεμβάσεις, όπως η αύξηση κατά 20% της αποζημίωσης των εφημεριών των γιατρών του ΕΣΥ, με πρόσθετο δημοσιονομικό κόστος περίπου 45 εκατ. ευρώ ετησίως.

Παράλληλα, οι νοσηλευτές έχουν ήδη ωφεληθεί από τις οριζόντιες μισθολογικές παρεμβάσεις στο Δημόσιο, ενώ ο Υπουργός Υγείας έχει ανακοινώσει και πρόσθετες θεσμικές παρεμβάσεις, όπως την ένταξή τους στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα. Αυτό αναδεικνύει και μια κρίσιμη παράμετρο που συχνά παραβλέπεται στη δημόσια συζήτηση. Οι μισθολογικές παρεμβάσεις στο Δημόσιο είναι ιδιαίτερα απαιτητικές δημοσιονομικά. Δεν αφορούν μόνο τον τρέχοντα μισθό. Δημιουργούν μόνιμη μισθολογική βάση, επηρεάζουν επιδόματα, μελλοντικές αυξήσεις, ασφαλιστικές εισφορές, συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις και συνολικά το μισθολογικό αποτύπωμα του κράτους για πολλά χρόνια.

Γι' αυτό και οι μισθολογικές εξαγγελίες του κ. Τσίπρα δεν μπορούν να αξιολογηθούν μόνο από το ύψος της αύξησης που υπόσχονται. Πρέπει να αξιολογηθούν από το συνολικό κόστος που δημιουργούν για τα δημόσια οικονομικά τα επόμενα χρόνια.

Αν, για παράδειγμα, μια μέση αύξηση 200 ευρώ τον μήνα δοθεί σε περίπου 150.000 εκπαιδευτικούς, το ετήσιο κόστος υπερβαίνει τα 360 εκατ. ευρώ πριν από τις εργοδοτικές εισφορές. Μαζί με αυτές, μπορεί να προσεγγίσει ή και να ξεπεράσει τα 430 εκατ. ευρώ. Αν σε αυτά προστεθούν νέες αυξήσεις για γιατρούς και νοσηλευτές, η συνολική ετήσια επιβάρυνση μπορεί εύκολα να υπερβεί κατά πολύ το 1 δισ. ευρώ.

Διότι στην οικονομία το δύσκολο δεν είναι να εξαγγείλεις μια αύξηση. Το δύσκολο είναι να εξηγήσεις με ποιον τρόπο θα χρηματοδοτηθεί. Και η δημοσιονομική πίεση δεν σταματά στην πρώτη εξαγγελία. Συνήθως αρχίζει από εκεί.

Η Ελλάδα έχει ακούσει πολλές φορές αυτή τη..«μουσική» από το θρόισμα των φύλλων των λεφτόδεντρων.

Την άκουσε πριν από τη χρεοκοπία. Την άκουσε πριν από τα μνημόνια. Την άκουσε πριν την «υπερήφανη διαπραγμάτευση», πριν το δημοψήφισμα της κυβίστησης, πριν τα capital controls, πριν από τις περικοπές μισθών, πριν από την εκτόξευση της ανεργίας, πριν από τα λουκέτα, πριν από τους εκατοντάδες χιλιάδες νέους που έφυγαν στο εξωτερικό.

Κάθε φορά οι υποσχέσεις ήταν εύκολες. Κάθε φορά ο λογαριασμός ερχόταν αργότερα.

Γι' αυτό και το πραγματικό δίλημμα δεν είναι αν οι εξαγγελίες ακούγονται ευχάριστες. Οι περισσότερες ακούγονται. Το πραγματικό δίλημμα είναι αν η χώρα θα επιστρέψει στην πολιτική των ευχάριστων ψευδαισθήσεων ή αν θα επιμείνει στη δυσκολότερη αλλά ασφαλέστερη οδό της πραγματικότητας.

Διότι οι κοινωνίες δεν καταστρέφονται όταν οι πολιτικοί λένε δυσάρεστες αλήθειες. Καταστρέφονται όταν οι πολίτες πείθονται ότι μπορούν να έχουν τα πάντα χωρίς κανείς να πληρώσει τίποτα.

Αν επιχειρήσει κανείς να συγκεντρώσει όλες αυτές τις εξαγγελίες σε έναν ενιαίο δημοσιονομικό λογαριασμό, η εικόνα γίνεται ακόμη πιο αποκαλυπτική. Αρκεί να σκεφτούμε ξανά ότι μόνο για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης χορηγήθηκαν επιδοτήσεις που ξεπέρασαν τα 10 δισ. ευρώ από το 2021 έως το 2023, προκειμένου να συγκρατηθεί το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Και αυτό αφορούσε ένα έκτακτο μέτρο, περιορισμένης χρονικής διάρκειας.

Είναι λοιπόν δύσκολο να υποστηριχθεί σοβαρά ότι μια μόνιμη πολιτική μείωσης των τιμολογίων ηλεκτρικής ενέργειας «μεσοσταθμικά κατά 30%», σε συνδυασμό με δωρεάν μετακινήσεις, νέες μισθολογικές αυξήσεις στο Δημόσιο και κρατική παρέμβαση στη διαχείριση στεγαστικών δανείων, μπορεί να χρηματοδοτηθεί χωρίς έναν λογαριασμό πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ κάθε χρόνο.

Χωρίς επίσημη αναλυτική κοστολόγηση των προτάσεων του κ. Τσίπρα, κανείς δεν μπορεί να δώσει με απόλυτη ακρίβεια τον τελικό αριθμό. Μπορεί όμως με ασφάλεια να πει ότι πρόκειται για ένα πακέτο μόνιμων δαπανών, κρατικών εγγυήσεων, διοικητικών παρεμβάσεων και δημοσιονομικών υποχρεώσεων που θα επιβάρυνε σημαντικά τα δημόσια οικονομικά για πολλά χρόνια.

Με απλά λόγια, πίσω από τις επιμέρους εξαγγελίες του κ. Τσίπρα κρύβεται μια συγκεκριμένη πολιτική φιλοσοφία: περισσότερες κρατικές δαπάνες, περισσότερες κρατικές παρεμβάσεις και περισσότερες μόνιμες υποχρεώσεις για τα δημόσια οικονομικά.

Πρόκειται για ένα ευρύ πακέτο δαπανών, νομικών αβεβαιοτήτων, διοικητικών δυσκολιών και δημοσιονομικών υποχρεώσεων. Και όσο πιο φιλόδοξο παρουσιάζεται, τόσο πιο επιτακτικό γίνεται το ερώτημα που παραμένει αναπάντητο από την αρχή του άρθρου: ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό;

Η ιστορία πολλές φορές επαναλαμβάνεται μέσω της λήθης. Και όταν μια κοινωνία ξεχνά τα διδάγματα του παρελθόντος της, η κατάληξη είναι συχνά η ίδια: η τραγωδία. Η Ελλάδα ξέρει από τραγωδίες. Δεν τις ανακάλυψε απλώς. Τις δίδαξε στην ανθρωπότητα. Και οι τραγωδίες έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: ο πρωταγωνιστής πιστεύει ότι οι κανόνες της πραγματικότητας δεν ισχύουν γι' αυτόν. Μέχρι τη στιγμή που η πραγματικότητα εμφανίζεται για να ζητήσει τον λογαριασμό.

Η Ελλάδα του 2026 κατάφερε να σπάσει αυτόν τον κύκλο. Έναν κύκλο Ύβρεως, Νεμέσεως και εθνικής περιδίνησης που κόστισε ακριβά στους πολίτες της. Δεν έχει ανάγκη από νέες αυταπάτες και από αυτόκλητους, ήδη δοκιμασμένους, «σωτήρες» με νταούλια και ζουρνάδες. Έχει ανάγκη να μην ξεχάσει γιατί χρειάστηκε τόση προσπάθεια για να αφήσει πίσω της αυτόν τον κύκλο.

*Η Νένα Παλαιοπάνου είναι 
Σύμβουλος Στρατηγικής Ανάπτυξης Τουρισμού, Marketing & Επικοινωνίας