Η διεθνούς φήμης συνθέτις και πολυοργανίστρια Νάνα Σιμόπουλος που ζει και εργάζεται στη Νέα Υόρκη, κυκλοφόρησε στις 14 Ιουνίου το νέο της ορχηστρικό άλμπουμ με τίτλο "Between Worlds". Το άλμπουμ αποτελεί μια μοναδική συμφωνική εμπειρία, καθώς περιλαμβάνει πρωτότυπες συνθέσεις της δημιουργού, ειδικά προσαρμοσμένες και ενορχηστρωμένες για μεγάλη ορχήστρα, αποτυπώνοντας το βάθος της τετραετούς καλλιτεχνικής της πορείας. Το άλμπουμ ηχογραφήθηκε από τη διάσημη ορχήστρα Czech Studio Orchestra.
Το "Between Worlds" συγκεντρώνει μερικές από τις πιο δυναμικές και πολυδιάστατες στιγμές της Σιμόπουλος, συνδέοντας τη μουσική για τον κινηματογράφο, τον σύγχρονο χορό και τις εμβυθιστικές τέχνες (immersive art). Μέσα στο άλμπουμ ξεχωρίζουν:
• The Journey: Ένα κομμάτι που βασίζεται στον αργό, υποβλητικό ρυθμό του ζεϊμπέκικου (9/4), μπολιασμένο με μυσταγωγικούς ανατολίτικους δρόμους (modes).
• Between Worlds: Το ομώνυμο κομμάτι του άλμπουμ, μια αιθέρια και λυρική σύνθεση γεμάτη αντιθέσεις, που μεταφέρει τον ακροατή ανάμεσα σε διαφορετικούς ηχητικούς κόσμους.
• Where Waters Meet: Μια σύνθεση με έντονα κινηματογραφική ατμόσφαιρα (cinematic vibe) και πλούσια ενορχήστρωση. Στη σύνθεση αυτή συμμετέχει ο Θύμιος Παπαδόπουλος στο εξωτικό ινδικό φλάουτο bansuri μαζί με την ορχήστρα.
• Touch: Έργο που γράφτηκε αρχικά για την ισπανική κινηματογραφική ταινία "El Dominio de los Sentidos" (Η Επικράτεια των Αισθήσεων). Στο κομμάτι αυτό η Νάνα Σιμόπουλος παίζει κλασική κιθάρα μαζί με την ορχήστρα.
• Vessel: Σύνθεση που δημιουργήθηκε για τον διακεκριμένο χορογράφο Peter Pucci και παρουσιάστηκε από το παγκοσμίου φήμης Dance Theater of Harlem.
• Me: Μια υποβλητική μουσική επένδυση που δημιουργήθηκε για το immersive video installation "Qualia" της καλλιτεχνικής ομάδας Laia Cabrera & Co.
Οι συναυλίες σε Αθήνα και Κάρυστο
Παράλληλα, λίγες ημέρες μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ, το κοινό θα έχει την ευκαιρία να απολαύσει μέρος αυτού του σπουδαίου έργου ζωντανά, σε δύο ξεχωριστές βραδιές. Η καταξιωμένη Ορχήστρα "Nostos", υπό τη γενική διεύθυνση του μαέστρου Δημήτρη Αρβανιτίδη, θα παρουσιάσει ζωντανά τα έργα "Between Worlds", "Me" και "Where Waters Meet" στην Αθήνα και στην Κάρυστο.
· Δευτέρα 22 Ιουνίου 2026: Συναυλία στη Βίλα Ζωγράφου (Αθήνα).
· Σάββατο 27 Ιουνίου 2026: Συναυλία στο Αμφιθέατρο της Καρύστου.
Οι βραδιές αυτές θα έχουν ιδιαίτερη καλλιτεχνική αξία, καθώς η ίδια η Νάνα Σιμόπουλος θα εμφανιστεί ως προσκεκλημένη μαέστρος (guest conductor), ανεβαίνοντας στο πόντιουμ για να διευθύνει τις δικές της πρωτότυπες συνθέσεις. Η σύμπραξη αυτή υπόσχεται μια μαγική μουσική εμπειρία, όπου η δημιουργός καθοδηγεί ζωντανά την ορχήστρα, αναδεικνύοντας τον διάλογο μεταξύ της κλασικής παράδοσης, του λυρισμού και της σύγχρονης παγκόσμιας μουσικής σκηνής.
Νανά Σιμόπουλος: Στέκομαι εκεί όπου η μουσική συναντά την ίδια μου τη ζωή
Η σπουδαία ελληνοαμερικανή καλλιτέχνης μιλάει στο parapolitika.gr για τη ζωή της και την συναρπαστική μουσική διαδρομή της σε Ελλαδα και Αμερική.
Για ποιο λόγο επιλέξατε να ζήσετε στη Νέα Υόρκη και από πότε η σύνθεση έγινε αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής σας;
Η σύνθεση μπήκε στη ζωή μου πολύ νωρίς και εντελώς αβίαστα. Έγραψα το πρώτο μου κομμάτι στην κιθάρα στην ηλικία των 13 ετών, και από τότε η δημιουργία έγινε ο δικός μου τρόπος να καταλαβαίνω τον κόσμο και να μεταφράζω τα συναισθήματά μου. Η ίδια μου η ζωή, άλλωστε, ήταν πάντα ένα ταξίδι ανάμεσα σε διαφορετικούς κόσμους. Γεννήθηκα στη Βαλτιμόρη του Μέριλαντ. Η Νέα Υόρκη υπήρχε πάντα στη ζωή μου ως μια "δεύτερη πατρίδα", αφού ο μεγαλύτερος αδερφός της μητέρας μου ζούσε εκεί με την οικογένειά του και την επισκεπτόμασταν πολύ συχνά. Για την ακρίβεια, ήταν η τρίτη μου πόλη, γιατί η Αθήνα ήταν πάντα η δεύτερη. Στα 12 μου χρόνια, αφήσαμε την Αμερική και η Αθήνα έγινε πλέον το σπίτι μου. Στα 19 μου επέστρεψα στις ΗΠΑ για σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Βόρειας Καρολίνας, και στα 21 βρέθηκα στο Μπούλντερ του Κολοράντο. Εκεί είχα τη σπουδαία τύχη να μελετήσω δίπλα στον θρυλικό τζαζ κιθαρίστα Ralph Towner και το συγκρότημά του, τους Oregon. Ο Ralph ήταν εκείνος που μου είπε τότε: "Αν θέλεις να πάρεις στα σοβαρά την καριέρα σου στη μουσική, πρέπει να πας στη Νέα Υόρκη".
Έτσι κι έκανα. Τον πρώτο χρόνο στη Νέα Υόρκη, όμως, συνειδητοποίησα πόσα πολλά είχα ακόμα να μάθω, κι έτσι έφυγα για το Λος Άντζελες για να φοιτήσω στο Guitar Institute of Technology. Έζησα μερικά χρόνια στο LA, ξεκινώντας εκεί τα πρώτα μου επαγγελματικά βήματα, αλλά η Νέα Υόρκη είχε πάντα τον τρόπο να με καλεί πίσω. Και επέστρεψα. Σήμερα, αν με ρωτήσετε, δεν θεωρώ τον εαυτό μου τόσο Αμερικανίδα ή Ελληνίδα, όσο Νεοϋορκέζα. Η Νέα Υόρκη είναι η πόλη που με διαμόρφωσε καλλιτεχνικά και ανθρώπινα. Είναι το μέρος που πάντα θα με καλεί πίσω και στο οποίο πάντα, όσους κόσμους κι αν γυρίσω, θα επιστρέφω.
Από το έργο σας αντιλαμβανόμαστε ότι σας ενδιαφέρει πολύ η έρευνα διαφορετικών μουσικών παραδόσεων. Πότε πρωτοξεκινήσατε αυτή την έρευνα και τι είναι αυτό που σας κάνει να σταθείτε σε ένα είδος μουσικής;
Από μικρή ηλικία, οι μουσικοί μου κόσμοι ήταν διπλοί. Από τη μία, μεγάλωσα ακούγοντας αμερικανική μουσική, τον Jimi Hendrix, την Janis Joplin και λιώνοντας το άλμπουμ του Woodstock. Από την άλλη, ζούσα στην Ελλάδα και θυμάμαι τον εαυτό μου στο σχολικό λεωφορείο, μαζί με τα κορίτσια της τάξης μου, να τραγουδάμε δυνατά όλα τα ελληνικά ποπ κομμάτια που μαθαίναμε από το ραδιόφωνο. Έτσι, βρέθηκα να κουβαλάω μέσα μου εκατοντάδες αγγλόφωνα και εκατοντάδες ελληνικά τραγούδια. Όταν άρχισα να παίζω επαγγελματικά, ανάλογα με το live και, έπρεπε να παίζω άλλοτε αμερικανική μουσική και άλλοτε ελληνική. Ήταν ένα τεράστιο ρεπερτόριο. Όταν, λοιπόν, αποφάσισα να γράψω σοβαρά τη δική μου μουσική, συνειδητοποίησα ότι για να εκφράσω την ατομικότητά μου, έπρεπε να αντλήσω υλικό και από τις δύο αυτές μεγάλες δεξαμενές της ζωής μου. Στην πορεία, οι κόσμοι αυτοί μεγάλωσαν. Οι σπουδές μου στο Κολοράντο με τον Ralph Towner και τους Oregon με έφεραν για πρώτη φορά σε επαφή με το ινδικό σιτάρ. Λίγα χρόνια αργότερα, γνώρισα έναν Ινδό σκηνοθέτη, έγραψα τη μουσική για το ντοκιμαντέρ του και με κάλεσε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βομβάης. Εκεί, στην Ινδία, μαγεύτηκαν τα αυτιά μου. Βρήκα δάσκαλο, αγόρασα ένα σιτάρ, το έφερα πίσω στη Νέα Υόρκη και το ενέταξα στο ρεπερτόριό μου. Έτσι, η κιθάρα μου, που ξεκίνησε από το ροκ εν ρολ και πήγε στην τζαζ, απέκτησε έναν νέο σύντροφο. Την ίδια στιγμή, το μπουζούκι ήταν ένα όργανο που πάντα λάτρευα. Μου θύμιζε έντονα το μαντολίνο—το όργανο που έπαιζε ο παππούς μου. Ήταν, λοιπόν, μια πολύ φυσική και βαθιά εσωτερική εξέλιξη για μένα να παντρέψω την κιθάρα, το μπουζούκι και το σιτάρ.
Τι με κάνει, λοιπόν, να "σταθώ" σε ένα είδος μουσικής; Η προσωπική, βιωματική σύνδεση. Δεν επιλέγω ένα όργανο ή μια παράδοση επειδή είναι απλώς "εξωτική", αλλά επειδή συνδέεται με μια ανάμνηση, με την οικογένειά μου, με τα εφηβικά μου χρόνια, με έναν άνθρωπο που γνώρισα. Στέκομαι εκεί όπου η μουσική συναντά την ίδια μου τη ζωή.
Υπάρχει κάτι που η συμφωνική ορχήστρα μπορεί να πει για τον σύγχρονο κόσμο και δεν μπορεί να το πει ένας ηλεκτρονικός ήχος;
Αυτό που μπορεί να πει μια συμφωνική ορχήστρα—και που κανένας ηλεκτρονικός ήχος δεν θα καταφέρει ποτέ—είναι η αξία της συλλογικής ανθρώπινης συνέργειας. Όταν έχεις 60 ή 80 ζωντανούς μουσικούς πάνω στη σκηνή, να κάθονται ο ένας δίπλα στον άλλο, να αναπνέουν μαζί, να συντονίζονται και να παράγουν έναν ήχο που δονεί τον αέρα της αίθουσας σε πραγματικό χρόνο, αυτό είναι μια πολιτική και κοινωνική δήλωση για τον κόσμο μας. Είναι η απόδειξη του τι μπορούν να καταφέρουν οι άνθρωποι όταν ενώνονται για έναν κοινό, ανώτερο σκοπό. Η ορχήστρα κουβαλάει την ομορφιά της ανθρώπινης ατέλειας. Αυτό το ανεπαίσθητο "ξύσιμο" της δοξαριάς, η ανάσα του πνευστού, το ζεστό κύμα του ήχου που σε χτυπάει στο στήθος και σε κάνει να ανατριχιάζεις μέσα στην αίθουσα... αυτά δεν προγραμματίζονται σε κανένα software. Σε μια εποχή που η τεχνολογία και η AI μπορούν να αναπαράγουν τα πάντα, η συμφωνική ορχήστρα παραμένει το απόλυτο, ζωντανό καταφύγιο της ανθρώπινης ψυχής. Μας θυμίζει τι σημαίνει να είμαστε ζωντανοί, μαζί, στον ίδιο χώρο. Κι αυτό είναι το πιο ισχυρό μήνυμα που χρειαζόμαστε σήμερα.
Ζούμε σε μια εποχή όπου κυριαρχεί η εικόνα. Νιώθετε ότι η μουσική εξακολουθεί να έχει τη δύναμη να δημιουργεί εσωτερικές εικόνες χωρίς να χρειάζεται να τις επιβάλει;
Βιώνουμε τον κόσμο μέσα από τα μάτια μας σαν κάτι που βρίσκεται έξω από εμάς. Αντίθετα, βιώνουμε τον ήχο μέσα από τα αυτιά μας σαν κάτι που βρίσκεται μέσα μας. Ζούμε πράγματι σε μια κοινωνία που κυριαρχείται από την εικόνα, όπου δεχόμαστε συνεχώς μια επιθετική οπτική διέγερση, ενώ ταυτόχρονα είμαστε εκτεθειμένοι σε έναν απίστευτο θόρυβο γύρω μας. Αν όμως δούμε στην οθόνη την εικόνα κάποιου που κλαίει από πόνο, αλλά δεν τον ακούσουμε, η εμπειρία δεν είναι ούτε στο ελάχιστο τόσο καθηλωτική όσο το να κλείσουμε τα μάτια μας και να ακούσουμε αυτό το κλάμα. Πιστεύω ότι η μουσική έχει μια πόρτα που οδηγεί κατευθείαν στο εσωτερικό μας, και η πόρτα αυτή είναι τα αυτιά μας. Όμως, δεν ακούμε μόνο με τα αυτιά. Ακούμε με κάθε κύτταρο του σώματός μας. Τα μάτια μας κοιτάζουν μόνο μπροστά. Τον ήχο, όμως, τον νιώθουμε παντού· μπορούμε να τον αισθανθούμε όταν βρίσκεται πίσω μας, όταν μας περιβάλλει ολόκληρους. Γι' αυτό και η μουσική δεν χρειάζεται την έτοιμη εικόνα μιας οθόνης για να επιβληθεί. Έχει τη δύναμη να γεννά τις δικές της, εσωτερικές εικόνες, γιατί δεν μας ζητάει να κοιτάξουμε κάτι ξένο, αλλά μας αναγκάζει να κοιτάξουμε μέσα μας. Όταν κλείνεις τα μάτια και αφήνεις τον ήχο να σε τυλίξει, ο καθένας προβάλλει στη δική του εσωτερική οθόνη τη δική του αλήθεια, τις δικές του αναμνήσεις και τα δικά του τοπία. Η εικόνα μάς περιορίζει σε αυτό που βλέπουμε· η μουσική μάς απελευθερώνει σε αυτό που μπορούμε να φανταστούμε.»
Το νέο σας άλμπουμ "Between Worlds" μοιάζει να συγκεντρώνει διαφορετικές χρονικές στιγμές της δημιουργικής σας διαδρομής. Το αντιμετωπίζετε ως ανασκόπηση ή ως καινούργια αφετηρία;
Και τα δύο. Δεν μπορείς να έχεις το ένα χωρίς το άλλο. Από τη μία πλευρά, είναι αναμφίβολα μια ανασκόπηση. Είναι το απόσταγμα όλης της ζωής μου και των κόσμων από τους οποίους πέρασα. Μέσα στο άλμπουμ κλείνεται η έφηβη που άκουγε Hendrix και τραγουδούσε στο σχολικό λεωφορείο στην Ελλάδα, η φοιτήτρια στο Κολοράντο, το ταξίδι και η μαγεία του σιτάρ στην Ινδία, η επιστροφή στη Νέα Υόρκη, η μνήμη του παππού μου μέσα από το μπουζούκι. Έπρεπε να κοιτάξω πίσω, να μαζέψω όλες αυτές τις σκόρπιες αναμνήσεις, τις εμπειρίες και τα όργανα, και να τα βάλω να συνομιλήσουν με μια μεγάλη συμφωνική ορχήστρα. Με αυτή την έννοια, το άλμπουμ κλείνει έναν μεγάλο κύκλο. Την ίδια στιγμή, όμως, είναι και μια ολοκαίνουργια αφετηρία. Κάθε φορά που καταφέρνεις να αποτυπώσεις τον εαυτό σου τόσο καθαρά και να βγάλεις ένα άλμπουμ στο φως, νιώθεις ότι αδειάζεις για να ξαναγεμίσεις. Αυτή η πρώτη ζωντανή παρουσίαση των κομματιών στην Ελλάδα, αμέσως μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ, δεν είναι το τέλος του ταξιδιού, αλλά το άνοιγμα μιας νέας πόρτας.
Το Between Worlds μού έδειξε τον δρόμο για το πώς μπορώ να παντρεύω τους κόσμους μου χωρίς φόβο και χωρίς ταμπέλες. Μου έδωσε μια νέα δημιουργική ελευθερία, και πατώντας πάνω σε αυτό το άλμπουμ, νιώθω έτοιμη να προχωρήσω σε ακόμα πιο ανεξερεύνητα μουσικά μονοπάτια.
Μιλήστε μας για τις εμφανίσεις σας με την Ορχήστρα Nostos στην Αθήνα και την Κάρυστο. Τι θα παρακολουθήσει το κοινό σε αυτές τις συναυλίες;
Αυτές οι δύο εμφανίσεις είναι για μένα μια βαθιά συγκινητική επιστροφή, μια πραγματική κατάθεση ψυχής. Έχουν έναν σχεδόν ιερό, προσωπικό χαρακτήρα, αφού η Αθήνα είναι ο τόπος όπου γεννήθηκαν οι γονείς μου. Το να φέρνω τη μουσική μου εκεί, αλλά και στην πανέμορφη Κάρυστο, ξεπερνά τα όρια μιας απλής συναυλίας· είναι ένας φόρος τιμής στις ρίζες μου. Το κοινό που θα βρεθεί κοντά μας θα παρακολουθήσει μια μοναδική μουσική γιορτή και, ουσιαστικά, τη μεγάλη ζωντανή πρεμιέρα του νέου μου άλμπουμ Between Worlds. Είναι η πρώτη φορά που παρουσιάζω αυτό το υλικό ζωντανά αμέσως μετά την επίσημη κυκλοφορία του. Μαζί μας θα είναι η Ορχήστρα Nostos, η οποία προέρχεται από το Μουσικό Σχολείο Αλίμου—ένα εκπληκτικό σύνολο από νέους, ταλαντούχους μουσικούς γεμάτους πάθος. Θα παρουσιάσουμε τρεις δικές μου ορχηστρικές συνθέσεις, γραμμένες και ενορχηστρωμένες για τον πλούσιο, γεμάτο ήχο μιας κλασικής συμφωνικής ορχήστρας. Οι δικές μου συνθέσεις θα πλαισιώσουν ένα πολύ προσεγμένο πρόγραμμα, αφιερωμένο σε τρεις σπουδαίους πυλώνες του ελληνικού πολιτισμού: τον Μίκη Θεοδωράκη, την Ελένη Καραΐνδρου και τον Μάνο Χατζιδάκι. Το κοινό, λοιπόν, θα βιώσει μια απόλυτα ζωντανή, βιωματική εμπειρία που θα το ταξιδέψει "μεταξύ κόσμων". Θα ακούσει έναν διάλογο ανάμεσα στο κλασικό έργο αυτών των ιερών τεράτων της μουσικής μας και στη δική μου προσωπική ματιά. Σε μια εποχή γεμάτη από ψηφιακό θόρυβο, αυτές οι συναυλίες είναι μια πρόσκληση να νιώσουμε τη δύναμη ζωντανών μουσικών που αναπνέουν μαζί πάνω στη σκηνή, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα γεμάτη νοσταλγία, κινηματογραφικές εικόνες και βαθύ συναίσθημα. Ανυπομονώ να κοιτάξω τον κόσμο στα μάτια και να μοιραστούμε αυτή τη μαγεία.
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
· Δευτέρα 22 Ιουνίου 2026: Συναυλία στη Βίλα Ζωγράφου (Αθήνα).
· Σάββατο 27 Ιουνίου 2026: Συναυλία στο Αμφιθέατρο της Καρύστου.