Είναι πράγµατι καινοτόµες οι προτάσεις του κυβερνώντος κόµµατος για την αναθεώρηση του συντάγµατος, δεδοµένου ότι πέραν του ότι εκφράζουν µια προσπάθεια για τη βελτίωση της λειτουργίας του κράτους, ικανοποιούν και πάγια λαϊκά αιτήµατα, όπως λ.χ. η ίδρυση µη κρατικών πανεπιστηµίων, αλλά και την εµπέδωση της εµπιστοσύνης των πολιτών στο πολιτικό σύστηµα, µε το νέο πλαίσιο για την ποινική ευθύνη των υπουργών, και στη ∆ικαιοσύνη, µέσω της ενίσχυσης της ανεξαρτησίας της µε την αλλαγή στον τρόπο επιλογής των ανωτάτων δικαστικών. Ειδικώς µάλιστα όσον αφορά τα µη κρατικά ΑΕΙ, η κοινή γνώµη πιστεύει ότι και τα υπάρχοντα Ιδρύµατα θα βελτιωθούν διά του ανταγωνισµού, και το γονικό οικονοµικό βάρος θα είναι µικρότερο, αφού οι γονείς δεν θα αναγκάζονται να στέλνουν τα παιδιά τους στο εξωτερικό. ∆εδοµένου ότι η προχειρότητα των εκπαιδευτικών µεταρρυθµίσεων στα χρόνια της Μεταπολίτευσης µάλλον υποβάθµισε το επίπεδο της Παιδείας, η προβλεπόµενη αύξηση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης από εννέα σε ένδεκα χρόνια και η συνταγµατική επίσης κατοχύρωση της προστασίας της ελληνικής γλώσσας -προς την οποία άλλες χώρες έχουν δείξει περισσότερο σεβασµό απ’ ό,τι εµείς- αποτελούν σηµαντικό βήµα αναβάθµισης του επιπέδου εκπαίδευσης.

Εξίσου σηµαντικό βήµα -απέναντι στο οποίο θα πρέπει να λάβουν θέση τα κόµµατα της αντιπολίτευσης- είναι οι αλλαγές στο πολύπαθο ∆ηµόσιο, ώστε να βελτιωθεί η λειτουργία του και κατ’ επέκταση οι παρεχόµενες υπηρεσίες στον πολίτη. Έτσι, επανακαθορίζεται η έννοια της µονιµότητας των δηµοσίων υπαλλήλων, καθώς η αξιολόγηση της αποδόσεώς τους και του ήθους τους µπορεί να οδηγήσει ακόµη και σε παύση ύστερα από απόφαση του υπηρεσιακού συµβουλίου. Και πάντως -και αυτό έχει σηµασία για την καλύτερη λειτουργία των δηµόσιων υπηρεσιών- καθιερώνεται η αξιολόγησή τους στην οποία θα συµµετέχει και το ΑΣΕΠ. Όσον αφορά στη δηµιουργία προϋποθέσεων για να εµπεδωθεί η δικαίως κλονισµένη εµπιστοσύνη των πολιτών προς το πολιτικό σύστηµα και τα µέλη του, οι αλλαγές που προτείνει η κυβέρνηση στο άρθρο 86 περί ευθύνης υπουργών στην ουσία ενισχύουν τη λογοδοσία τους απέναντι στην κοινωνία. Οι πολίτες επιθυµούν ένα περισσότερο αξιόπιστο πολιτικό σύστηµα, το οποίο εξασφαλίζεται µε την κατάργηση προνοµίων στους πολιτικούς, οι οποίοι έχουν δώσει πλείστα όσα παραδείγµατα προκλητικής χρήσης των προνοµίων αυτών. Την προκαταρκτική εξέταση θα την κάνουν ανώτατοι δικαστικοί λειτουργοί, ενώ τις διώξεις τις αποφασίζει η Βουλή µε ονοµαστική ψηφοφορία, ώστε κανείς να µην κρύβεται πίσω από τη µυστική, ενώ προβλέπονται και αυξηµένες εγγυήσεις ως προς τη δίωξη.

Αλλά και στο θέµα του Προέδρου της ∆ηµοκρατίας -ο θεσµός του οποίου έχει κατ’ επανάληψη γίνει «όπλο» για πολιτικές εξελίξεις όχι πάντα προς την ορθή κατεύθυνση- προβλέπεται µία και µόνη θητεία εξαετούς διάρκειας. Αν και, όπως έχουµε αναφέρει και στο παρελθόν, θα έπρεπε να ενισχύονταν οι αρµοδιότητές του, ώστε πράγµατι να αποτελεί ρυθµιστικό παράγοντα, όπως στο παρελθόν, πριν από τη σχετική αναθεώρηση που κατοχύρωσε ένα πρωθυπουργοκεντρικό σύστηµα. Το περιεχόµενο του καταστατικού χάρτη της χώρας πρέπει να εξασφαλίζει και τη διάρκειά του, έτσι ώστε να σταµατήσει το φαινόµενο των συχνών αναθεωρήσεων, που δεν απαντώνται σε καµία άλλη χώρα. Συγχρόνως οι προβλέψεις του θα πρέπει να τύχουν ιδιαιτέρας προσοχής, έτσι ώστε να µην παρατηρούνται οι ατέλειες που κατέστησαν αναγκαία και τη νέα αναθεώρηση του συντάγµατος. Με βάση επίσης την εµπειρία του παρελθόντος, θα λέγαµε ότι µε το νέο σύνταγµα πρέπει να καλύπτονται µόνο οι βασικές και απαρέγκλιτες αρχές λειτουργίας του πολιτεύµατος. Αντιθέτως, η προσαρµογή του στην εξέλιξη των πραγµάτων, των αναγκών και των κοινωνιών πρέπει να γίνεται, για λόγους ευελιξίας, µέσα από νοµοθετικές ρυθµίσεις χωρίς να ανατρέχουν οι κυβερνήσεις στο σύνταγµα και να διαπιστώνουν την ύπαρξη εµποδίων για τις αναγκαίες προσαρµογές. Κατάσταση που βιώσαµε στο παρελθόν.

Τώρα, µετά τις προτάσεις του κυβερνώντος κόµµατος, η ευθύνη περιέρχεται στα κόµµατα της αντιπολιτεύσεως, τα οποία οφείλουν να δείξουν το απαραίτητο πνεύµα συναίνεσης ώστε να εξασφαλισθεί η µακροβιότητα του νέου καταστατικού χάρτη. Οι δε βουλευτές, όλων των κοµµάτων, να µη βλέπουν τις αναθεωρητέες διατάξεις µέσα από το πρίσµα του στενού προσωπικού οφέλους, διότι ένα σύγχρονο πολιτικό σύστηµα δεν είναι για να εξυπηρετεί τους πολιτικούς, αλλά το κράτος και τον λαό του. Από εδώ και στο εξής, µετά τη γνωστοποίηση των κυβερνητικών προτάσεων αυτών, εκείνο που έχει ενδιαφέρον είναι η αντίδραση της ευρύτερης αντιπολίτευσης και ειδικότερα η αιτιολόγηση τυχόν άρνησής της να συγκατανεύσει στις προτάσεις αυτές, πολύ περισσότερο αν δεν έχει να υποβάλει εναλλακτικές. ∆ιότι, σε τελευταία ανάλυση, κάτω από συνθήκες πλήρους πολιτικής κυριαρχίας του κυβερνώντος κόµµατος, µπορεί µεν να φαίνεται εύκολη η φθορά µιας κυβέρνησης, όταν µάλιστα είναι τόσα χρόνια στην εξουσία, αλλά συνήθως αποδεικνύεται ευκολότερη η φθορά της αντιπολίτευσης από την ανυπαρξία πολιτικού λόγου και εφικτών εναλλακτικών προτάσεων. Όπως συµβαίνει σήµερα και που αποτελεί τον προφανή λόγο για τον οποίον σε όλες τις δηµοσκοπήσεις κανένας εκ των υπολοίπων πολιτικών αρχηγών δεν επιλέγεται ως κατάλληλος για την πρωθυπουργία, όπως και κανένα κόµµα για να κυβερνήσει.

Δημοσιεύθηκε στην Απογευματινή