Η Ελλάδα ζει εδώ και αιώνες με τους σεισμούς ως δεδομένο της καθημερινότητάς της. Δεν είναι κάτι «αν και όταν». Είναι κάτι που συμβαίνει και θα συνεχίσει να συμβαίνει. Για αυτό και κάθε προειδοποίηση από την επιστημονική κοινότητα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται σαν μία ακόμη είδηση που περνάει. Όταν ο έμπειρος και πολύ σοβαρός σεισμολόγος Γεράσιμος Παπαδόπουλος μίλησε τις προηγούμενες ημέρες στα Παραπολιτικά 90,1 FM για τον Κορινθιακό Κόλπο και είπε ότι «η αντίστροφη μέτρηση έχει ξεκινήσει», προσδιορίζοντας μάλιστα ως πιο επικίνδυνη την επόμενη τριετία, αυτό που στην ουσία λέει είναι πως μπαίνουμε σε μια περίοδο αυξημένης πιθανότητας για ισχυρό γεγονός. Και αυτό δεν αφορά μόνο μία περιοχή. Αφορά συνολικά τη χώρα και κυρίως τα μεγάλα αστικά κέντρα της.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι αγνοούμε τη σεισμικότητα της Ελλάδας. Το πρόβλημα είναι ότι μεγάλο κομμάτι του δομημένου περιβάλλοντος δεν έχει ελεγχθεί ποτέ όπως θα έπρεπε. Τα τελευταία χρόνια έχει ξεκινήσει μια προσπάθεια προσεισμικών ελέγχων σε δημόσια κτίρια, όμως στην πράξη η εικόνα παραμένει αποσπασματική. Χιλιάδες σχολεία, νοσοκομεία και δημόσιες υπηρεσίες έχουν μείνει σε παλιότερες κατασκευαστικές εποχές, με διαφορετικούς ή και ανύπαρκτους αντισεισμικούς κανόνες.

Στην Αθήνα και στον Πειραιά το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο πιεστικό. Μιλάμε για πόλεις με τεράστιο αριθμό παλαιών πολυκατοικιών, κυρίως πριν από το 1980, αλλά και για εγκαταλελειμμένα κτίρια που μένουν για χρόνια χωρίς καμία συντήρηση. Οι δήμοι έχουν ήδη εντοπίσει εκατοντάδες τέτοιες περιπτώσεις. Στην Αθήνα οι τεχνικές υπηρεσίες καταγράφουν συνεχώς επικίνδυνα ή ετοιμόρροπα κτίρια στο ιστορικό κέντρο και σε πυκνοκατοικημένες γειτονιές. Στον Πειραιά, αντίστοιχα, υπάρχουν δεκάδες παλιά κελύφη κοντά στο λιμάνι και σε συνοικίες που έχουν χαρακτηριστεί επικίνδυνα ή χρειάζονται άμεση παρέμβαση.

Το σημαντικό όμως είναι κάτι που συχνά δεν λέγεται ξεκάθαρα: οι δήμοι δεν μπορούν να λύσουν μόνοι τους το πρόβλημα. Και δεν είναι θέμα διάθεσης. Είναι θέμα νομοθεσίας, γραφειοκρατίας και κυρίως χρημάτων. Για να κατεδαφιστεί ή να ενισχυθεί ένα επικίνδυνο κτίριο απαιτούνται διαδικασίες που συχνά μπλέκουν με ιδιοκτησιακά ζητήματα, δικαστικές αποφάσεις και εγκρίσεις από πολλούς φορείς. Ακόμη και όταν υπάρχει σαφής τεχνική έκθεση ότι ένα κτίριο είναι επικίνδυνο, η υλοποίηση μπορεί να καθυστερήσει για χρόνια.

Ειδικοί στον αντισεισμικό σχεδιασμό επισημαίνουν ότι αυτό που λείπει είναι ένας ενιαίος, γρήγορος μηχανισμός παρέμβασης. Όχι μόνο έλεγχος, αλλά και άμεση δυνατότητα δράσης όπου υπάρχει κίνδυνος. Παράλληλα, τονίζουν την ανάγκη να δοθεί προτεραιότητα σε σχολεία και νοσοκομεία, γιατί εκεί σε έναν σεισμό δεν υπάρχει περιθώριο λάθους. Επίσης, επανέρχεται συνεχώς η πρόταση για πλήρη ψηφιακή καταγραφή όλων των παλαιών κτιρίων και για υποχρεωτικό επανέλεγχο σε τακτά χρονικά διαστήματα.

Η πραγματικότητα είναι απλή και μάλλον σκληρή: ζούμε σε μια χώρα όπου ο σεισμός δεν είναι εξαίρεση αλλά κανόνας. Και όσο τα παλιά κτίρια παραμένουν χωρίς ουσιαστικό έλεγχο και παρεμβάσεις τόσο ο κίνδυνος δεν μειώνεται. Παραμένει και απειλεί ανθρώπινες ζωές, σε μια περιοχή όπου, δυστυχώς, φτάσαμε να κατοικεί πλέον η μισή Ελλάδα.

Δημοσιεύθηκε στην Απογευματινή