Σταθερότητα και… πάσης Ελλάδος
Άρθρο γνώμης
Όσοι οµνύουν στην κυβερνητική και κοινωνική οµαλότητα θα πρέπει και να αναλάβουν τις ευθύνες τους, δίνοντας καθαρό στίγµα ενόψει εκλογών
Κατά καιρούς, από αυτήν εδώ τη γωνιά, έχει υπογραµµιστεί η ανάγκη να σταθεί το σύνολο των λεγόµενων θεσµικών πολιτικών δυνάµεων της χώρας στο ύψος των περιστάσεων, ενόψει των επικείµενων εθνικών εκλογών αλλά και της κρίσιµης συγκυρίας εντός και εκτός συνόρων. Αυτό δεν είναι κάποιο «κόλληµα» της στιγµής ούτε κάποιο δηµοσιογραφικό κλισέ, δεδοµένων των συνθηκών και των ισορροπιών που διαµορφώνονται. Είναι το πραγµατικό διακύβευµα της επερχόµενης κάλπης, αλλά και το στοιχείο εκείνο που θα κρίνει το περιβάλλον στο οποίο θα κληθούν να ζήσουν οι Έλληνες τα επόµενα χρόνια, παράµετρος απολύτως συνυφασµένη µε το µέλλον της χώρας και των ιδίων φυσικά. Πολύ απλά, σε λίγους µήνες θα φανεί αν η Ελλάδα θα συνεχίσει στον δρόµο της µεταµνηµονιακής εποχής ή αν θα ανοίξει και πάλι την πόρτα στον κίνδυνο του λαϊκισµού, µε ό,τι αυτό µπορεί να συνεπάγεται. Και αν πράγµατι στην Ευρώπη έχουµε το παράδειγµα της επέλασης ή και της ανόδου στην εξουσία αντίστοιχων δυνάµεων (αν και εσχάτως οι εξελίξεις στην Ουγγαρία δείχνουν πως ίσως πια βαδίζουµε σε µια διαφορετική κατεύθυνση), χωρίς πολλές φορές τις δραµατικές συνέπειες που θα περίµεναν όλοι, τα πράγµατα στην Ελλάδα είναι πολύ διαφορετικά. Βλέπετε, παρά τα βήµατα που έχουν γίνει σε σχέση µε την προηγούµενη δεκαετία, είναι σαφές πως η πατρίδα µας είναι ακόµη ευάλωτη σε µια σειρά από σηµαντικά µέτωπα, πολλώ δε µάλλον αν οι επικίνδυνες αυτές καταστάσεις πηγάζουν εκ των έσω.
Ως εκ τούτου, για ακόµη µία φορά θα πούµε πως εκείνοι που έχουν αποδείξει εµπράκτως ή θέλουν να αποδείξουν ότι ανήκουν στο στρατόπεδο όσων οµνύουν στην πολιτική και κοινωνική σταθερότητα και τη θεωρούν ως απαραίτητο παράγοντα στην εξίσωση της αντιµετώπισης των δυσκολιών και της διόρθωσης των κακώς κειµένων θα πρέπει και να αναλάβουν τις ευθύνες τους, δίνοντας καθαρό στίγµα ενόψει της εθνικής εκλογικής αναµέτρησης. Έτσι όπως έχουν έρθει τα πράγµατα και ανεξαρτήτως της φθοράς που καταγράφεται αλλά και των αστοχιών της δεύτερης τετραετίας, η παρούσα κυβέρνηση έχει κερδίσει -χάριν ορισµένων σηµαντικών παρεµβάσεων σε όλα τα επίπεδα και ελλείψει πειστικής εναλλακτικής πρότασης διακυβέρνησης- το στοίχηµα της ταύτισής της µε τις παραπάνω έννοιες. Μένει ωστόσο το πιο σηµαντικό. Να πείσει τους πολίτες ότι µπορεί να µπει σε µια διαδικασία αυτοκριτικής και ολικής επαναφοράς στη µεταρρυθµιστική οδό της πρώτης τετραετίας και κατά συνέπεια να διεκδικήσει µε αξιώσεις την ανανέωση της εµπιστοσύνης τους, όσο δύσκολο και αν είναι αυτό στη σηµερινή πραγµατικότητα. Από την άλλη, δεν λείπουν και εκείνοι οι σχηµατισµοί ή και τα µεµονωµένα πρόσωπα που -ανεξάρτητα ή και απέναντι από την κυβέρνηση- τοποθετούνται στο ίδιο κάδρο. Πρώτο και καλύτερο το ΠΑΣΟΚ, τα λάθη του οποίου το φέρνουν τριτοτέταρτο πια στις µετρήσεις, όπως αναλύαµε την προηγούµενη εβδοµάδα. Η εικόνα αυτή είναι βέβαιο πως έχει πείσει πια τον Νίκο Ανδρουλάκη και τα κορυφαία στελέχη του άλλοτε κραταιού Κινήµατος πως η προσπάθεια ισορρόπησης ταυτόχρονα στις βάρκες της ιστορικής θεσµικότητας της Χαριλάου Τρικούπη από τη µια και της µόδας του λαϊκισµού από την άλλη συνιστούσε επί της ουσίας µία διαρκή πολιτική αυτοκτονία. Στο πλαίσιο αυτό, θα έχει ενδιαφέρον να δούµε τη στρατηγική που θα επιλεγεί από δω και στο εξής.
Μιλώντας για µεµονωµένα πρόσωπα, θα έχει -αν µη τι άλλο- εξαιρετικό ενδιαφέρον να δούµε τι θα κάνουν οι δύο «γαλάζιοι» πρώην πρωθυπουργοί, Κώστας Καραµανλής και Αντώνης Σαµαράς. Ο Μεσσήνιος οφείλει να αφήσει ένα αποτύπωµα διαφοροποίησης από εκείνους που επιµένουν ότι η δεύτερη εκδοχή της Πολιτικής Άνοιξης αποτελεί ένα ακόµη πολιτικό γινάτι απέναντι σε έναν δεύτερο Μητσοτάκη. Αλλά, ό,τι και αν συµβεί, θα πρόκειται για µία προσπάθεια βασισµένη στο -όχι και τόσο απώτερο- πρωθυπουργικό παρελθόν του Αντώνη Σαµαρά, όταν κόντρα στην απόλυτη έξαρση του εγχώριου και εισαγόµενου λαϊκισµού έπαιξε καταλυτικό ρόλο προκειµένου η Ελλάδα να έρθει στα ίσα της. Αλλιώς, πολύ φοβάµαι ότι, µετά την πολιτική έρηµο, η µοίρα και η ιστορία της παράταξης που τον τίµησε -παρά τα γεγονότα του ’93- θα του επιφυλάσσει µια θέση που θα αδικεί κατάφωρα την πορεία του τη διετία 2012-2014. Όσο για τον µακροβιότερο αρχηγό στην ιστορία της Ν∆, ήρθε η ώρα να τοποθετηθεί χωρίς περιστροφές για το τι θεωρεί ο ίδιος καλύτερο ή χειρότερο για τη χώρα, ανταποκρινόµενος στην ιστορία του επωνύµου που κουβαλά. Και επιπλέον, να απαντήσει σε όσους δικαίως επισηµαίνουν ότι στη διάρκεια της τετραετίας Τσίπρα, όπου η Ελλάδα πήγε να γυρίσει ανάποδα, επέλεγε να µείνει σιωπηλός έναντι των εξελίξεων και πλέον ασκεί κριτική έναντι της κυβέρνησης σε κάθε ευκαιρία.
Άφησα για το τέλος τον Τσίπρα, ο οποίος πια θα κληθεί να καταδείξει αν άφησε πίσω του τον Αλέξη του «ενός νόµου και ενός άρθρου», του προγράµµατος της Θεσσαλονίκης και του «go back, madame Merkel» και έγινε ένας σύγχρονος θεσµικός πολιτικός, που θα διεκδικήσει κάτι παραπάνω από τη δεξαµενή της Κωνσταντοπούλου, του Βαρουφάκη, του ετοιµοθάνατου ΣΥΡΙΖΑ και κάποιων πικραµένων ή εγκάθετων πασόκων. Αν θα είναι δηλαδή ένας ακόµη εκπρόσωπος των λαϊκίστικων θεωριών µε το λούστρο του πρώην πρωθυπουργού και µιας σειράς πεπραγµένων της µετά δηµοψήφισµα εποχής ή µια πολιτική επιλογή που δεν θα… φοβίζει πια τη µεσαία τάξη (όπως συνοµολογούν ακόµη και επί χρόνια συνοδοιπόροι του) και συνολικά τον κόσµο πέραν της Αριστεράς. Οµολογώ ότι πριν από µερικούς µήνες θα έλεγα πως ο Τσίπρας όντως άλλαξε, µέχρι τη στιγµή που εισήλθε εκ νέου στις γραµµές µιας επιχειρηµατολογίας που θυµίζει τον αρχηγό της αξιωµατικής αντιπολίτευσης πριν από το 2015…
Δημοσιεύθηκε στην Απογευματινή
En