Σε µια Ελλάδα που βαδίζει στον δρόµο για τις επικείµενες εθνικές εκλογές, µε αναλύσεις επί αναλύσεων από παντός είδους… ειδικούς να δίνουν και να παίρνουν, κόµµατα και πολιτικούς αρχηγούς να παίζουν τα ρέστα τους ώστε να πείσουν για το οικονοµικό πρόγραµµά τους, αποδοµώντας ταυτόχρονα τις θέσεις των αντιπάλων µε µια ρητορική που παραπέµπει σε προηγούµενες δεκαετίες και µε τους Έλληνες να προσπαθούν να βγάλουν συµπέρασµα τι µέλλει γενέσθαι, έρχεται στην επικαιρότητα ένα συµβάν που κάνει όλα τα παραπάνω να φαίνονται µικρά και ασήµαντα. Που θυµίζει τις πραγµατικές αξίες της ζωής και υπογραµµίζει µε τον πλέον εµφατικό τρόπο ότι στην Ελλάδα του 2026 τα αυτονόητα εξακολουθούν σε µεγάλο βαθµό να συνιστούν ζητούµενα.

Η απώλεια του Γιώργου Μαζωνάκη, εκτός της µουσικής της διάστασης, µιας και έφυγε από τη ζωή ένας από τους πλέον δηµοφιλείς και επιδραστικούς καλλιτέχνες στη χώρα τις τελευταίες δεκαετίες, ήρθε να καταστήσει εκ νέου επίκαιρη την παράµετρο της επικίνδυνα συνεχιζόµενης απουσίας υποδοµών και λειτουργιών, οι οποίες θα προλάµβαναν την εγκληµατική προδιάθεση του κάθε… σκιτζή, που στην προκειµένη περίπτωση λανσαριζόταν ως γιατρός (αφού δυστυχώς αντίστοιχα φαινόµενα ευδοκιµούν σε κάθε έκφανση της εγχώριας κοινωνικής ζωής).

Γιατί, ναι, προφανώς και δεν περιµένει κανείς να εντοπίζεται και να ελέγχεται κάθε τέτοιου είδους… φιντάνι που ξεπετάγεται υποσχόµενο φύκια για µεταξωτές κορδέλες. Ούτε βεβαίως µπορεί να παραγνωρίσει κανείς τον απολύτως υπολογίσιµο και κοµβικό παράγοντα της ατοµικής ευθύνης, ο οποίος κυρίως στις µέρες µας πρέπει να συνοδεύει κάθε κοµµάτι των επιλογών µας, πολλώ δε µάλλον όταν µιλάµε για ζητήµατα υγείας. Και επιπλέον, όταν στην… παγίδα της παραϊατρικής πέφτουν άνθρωποι µε ισχυρό στίγµα στο επαγγελµατικό και κοινωνικό πεδίο.

Όµως, πραγµατικά, ποιος µπορεί να αφήσει στην άκρη τις διαχρονικές ασθένειες της ελληνικής κοινωνίας, που -όσα βήµατα και αν κάνει µπροστά σε σηµαντικούς τοµείς- εκείνες δείχνουν να παραµένουν στον οργανισµό της και να κάνουν την εµφάνισή τους σε στιγµές ανύποπτες και µάλιστα µε οδυνηρές συνέπειες; Ο τρόπος µε τον οποίο έφυγε από τη ζωή ο Γιώργος Μαζωνάκης αποκάλυψε µια σκοτεινή φάµπρικα, από αυτές που ευδοκιµούν µονίµως στη χώρα εξαιτίας της έλλειψης δοµών σε ό,τι αφορά απαιτούµενους ελέγχους και µηχανισµούς αποτροπής. Μόνο που εδώ τα συγκεκριµένα κενά δεν αφορούν τις γνωστές καθυστερήσεις σχετικά µε την εξυπηρέτηση των πολιτών σε επίπεδο κρατικής µηχανής, αλλά έχουν να κάνουν µε την ίδια τη ζωή των ασθενών-θυµάτων.

Ως εκ τούτου, θα πρέπει να δοθούν απαντήσεις για τα ανύπαρκτα ανακλαστικά της πολιτείας αλλά και να προκύψουν δεσµεύσεις ότι -αν µη τι άλλο- θα µπει ένα φρένο στην όλη κατάσταση. Προφανώς και το κράτος δεν µπορεί να είναι παντού. Προφανώς καµία χώρα δεν µπορεί να ελέγξει την εγκληµατική δράση στο σύνολό της. Υποχρέωση όµως των Αρχών είναι να µαθαίνουν από όσα συµβαίνουν ώστε τουλάχιστον να περιοριστούν νέες τραγωδίες και να παραδειγµατιστούν οι θύτες.

Αυτή είναι η µία πλευρά. Γιατί υπάρχει και η άλλη. Η προσπάθεια δηλαδή να µπει πολιτικό ή κοµµατικό πρόσηµο σε ένα τέτοιο τραγικό συµβάν χάριν τηλεθέασης ή εξυπηρέτησης µικροκοµµατικών στοχεύσεων.

Και ενώ είναι παρήγορο που οι περισσότερες σώφρονες πολιτικές δυνάµεις δεν µπήκαν σε αυτήν τη διαδικασία, καταδεικνύοντας ότι κάτι έχει αλλάξει στη χώρα ως προς τη διαχείριση του αυτονόητου, ουδείς µπορεί να παραγνωρίσει το εµφανές άγχος ορισµένων εκπροσώπων του σιναφιού µας, που προσεγγίζουν την υπόθεση µε οπτική γωνία άλλων ετών, βγαλµένη από τα πιο γραφικά ριάλιτι της ελληνικής τηλεόρασης. Ευτυχώς όµως, η πλειονότητα πράττει αυτό που πρέπει µε τη δέουσα σοβαρότητα, αναζητώντας ευθύνες και επιχειρώντας να βάλει το µαχαίρι στο κόκαλο χωρίς επιτηδευµένους παροξυσµούς και κρυφές ατζέντες.

Ο επίλογος δεν θα µπορούσε να µην ανήκει στο κενό που άφησε στην εγχώρια δισκογραφία ο Γιώργος Μαζωνάκης. Ένας κανονικός Πειραιώτης από τη Νίκαια, που µε το µοναδικό ταλέντο του και τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του (ανθρώπινα και καλλιτεχνικά) κατέκτησε τις µεγάλες πίστες, τραγούδησε κοµµάτια κάποια από τα οποία έχουν περάσει ήδη στη µουσική ιστορία της χώρας και συγκίνησε εκατοµµύρια Ελλήνων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Έκανε ένα ταξίδι ζωής που αποτελούσε όνειρο, έζησε τα πάθη και τις αδυναµίες του στο έπακρον, ακόµη και αν του στοίχιζαν µέχρι το τέλος, και γύρισε στη γειτονιά από όπου ξεκίνησε. Έδειξε ότι πράγµατι «ανήκε µόνο στον εαυτό του και τα όνειρά του» χωρίς συµβιβασµούς.

Δημοσιεύθηκε στην «Απογευματινή»