Τι να λέει… η Ράνια Θρασκιά χωρίς κοστούμι στο parapolitika.gr: "Έχω πει πολλές φορές κουράστηκα να είμαι δυνατή" (Βίντεο)
Η Ράνια Θρασκιά ξεδιπλώνει τη διαδρομή της χωρίς ωραιοποιήσεις
Η Ράνια Θρασκιά μιλά "χωρίς κοστούμι" στο parapolitika.gr για την πολιτική, τη Βουλή και τις προσωπικές της μάχες
Η Ράνια Θρασκιά συνηθίζει να μιλά με ουσία και χωρίς περιστροφές. Και στη συνέντευξή της στο parapolitika.gr και την Τίνα Μιχαηλίδου αφήνει στην άκρη το «κοστούμι» και μιλά για τον άνθρωπο πίσω από αυτό. Μέσα από τις αντιφάσεις, τους φόβους και τις προσωπικές της εμπειρίες, ξεδιπλώνει τη διαδρομή της χωρίς ωραιοποιήσεις. Από την τηλεόραση και την πολιτική μέχρι τις πιο προσωπικές της στιγμές, επιλέγει να τοποθετείται με ειλικρίνεια, χωρίς να κρύβει την ευαλωτότητά της.
Διαβάστε: Τι να λέει… η Μαριάννα Παπαμακαρίου χωρίς κοστούμι στην Τίνα Μιχαηλίδου και στο parapolitika.gr: "Έχω χάσει δουλειές, μου έχουν κλείσει πόρτες μόνο για τα κιλά" (Βίντεο)
Η ίδια ξεκαθαρίζει από την αρχή πως η πολιτική είναι ένα σχετικά νέο κεφάλαιο στη ζωή της. «Το καινούργιο για μένα είναι το κοστούμι», σημειώνει, περιγράφοντας μια διαδρομή που έχει ως βάση τον άνθρωπο πίσω από τους ρόλους: τη μητέρα, την ψυχολόγο, τη γυναίκα που ζει και εξελίσσεται μέσα από τις σχέσεις της.
Ανατρέχοντας στην αρχή της διαδρομής της παραδέχεται: «Όσο πιο μικρή ήμουν, τόσο πιο μεγάλη ήταν η συστολή», εξηγώντας πως για μεγάλο διάστημα προσπαθούσε να χωρέσει στα αυστηρά πρότυπα του «σωστού» και του «λάθους». Η εικόνα της σοβαρότητας την περιόριζε, κάνοντάς τη να νιώθει ακόμη και ενοχές για τις πιο χαλαρές πλευρές του εαυτού της. «Μου φαινόταν υπερβολική έκθεση να γελάω στην τηλεόραση», θυμάται. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, αυτή η εσωτερική σύγκρουση άρχισε να υποχωρεί. «Αυτά τα δύο αρχίζουν και συναντιούνται πια», λέει, περιγράφοντας τη συμφιλίωση των διαφορετικών πλευρών της. Σήμερα δηλώνει πιο ελεύθερη, αναγνωρίζοντας ωστόσο πως πρόκειται για μια διαρκή διαδικασία: «Έχω πολύ δρόμο ακόμη», ενώ με αυτοσαρκασμό προσθέτει πως πλέον μπορεί να γελά «ακόμη και στη Βουλή».
Παρά την ηρεμία που εκπέμπει, δεν κρύβει ότι υπάρχουν στιγμές που θυμώνει. «Υπάρχουν στιγμές που μπορεί να γίνω έξαλλη», αναφέρει, εξηγώντας πως πρόκειται κυρίως για εσωτερική ένταση. Όπως εξηγεί, η εμπειρία της στη Βουλή έχει ενισχύσει αυτή την εσωτερική ένταση. «Όσο πιο θυμωμένη είμαι, τόσο πιο ανέκφραστη γίνομαι», περιγράφει. Κι όμως δεν είναι οι αντιπαραθέσεις που τη δυσκολεύουν, όσο η συνολική κουλτούρα σύγκρουσης. «Όταν βλέπω τόση βία, καταλαβαίνω ότι κάτι πάει βαθιά λάθος», τονίζει.
Η στάση της απέναντι σε κάθε μορφή βίας, λεκτικής ή ψυχολογικής, είναι ξεκάθαρη. Όπως αποκαλύπτει, η είσοδός της στην πολιτική τη φέρνει αντιμέτωπη με μια πιο σκληρή πραγματικότητα, ιδιαίτερα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. «Από εκεί που ήμουν καλομαθημένη σε όμορφα σχόλια, βρέθηκα αντιμέτωπη με τοξικότητα», σημειώνει.
Σε αυτό το πλαίσιο, αναδεικνύει τη σημασία των προσωπικών ορίων. «Δεν επιτρέπω σε κανέναν να ασκεί βία, ούτε σε εμένα ούτε σε όσους με διαβάζουν», ξεκαθαρίζει, υπογραμμίζοντας πως «το όριο δεν το βάζουμε στους άλλους. Το βάζουμε στον εαυτό μας». Όπως λέει, δεν διστάζει «ούτε να μπλοκάρω ούτε να σταματήσω να ακολουθώ ανθρώπους», επιλέγοντας συνειδητά να προστατεύει τόσο τον εαυτό της όσο και τον δημόσιο λόγο. «Ο καθένας μπορεί να κάνει ό,τι θέλει», σημειώνει, «αλλά εγώ έχω βάλει το δικό μου όριο».
Η μετάβασή της στην πολιτική δεν ήταν προδιαγεγραμμένη. Αντίθετα, ξεκίνησε με άρνηση. «Το πρώτο που σκέφτηκα ήταν αποκλείεται να το κάνω εγώ αυτό», παραδέχεται περιγράφοντας τη στιγμή που δέχτηκε την πρόταση. Ωστόσο, η αρχική αυτή αντίδραση μετατράπηκε σε έναν εσωτερικό διάλογο: «Αν όχι τώρα, πότε;», θυμάται να σκέφτεται.
Καθοριστικό ρόλο έπαιξε η φάση ζωής στην οποία βρισκόταν. «Ήμουν σε μια ώριμη φάση, γεμάτη», λέει καθώς είχε ολοκληρώσει σημαντικούς κύκλους στον χώρο της ψυχικής υγείας. Για την ίδια, η πολιτική δεν αποτέλεσε ποτέ επιλογή καριέρας, αλλά προσφορά. «Πάντα είχα μια πιο ρομαντική αντίληψη για την πολιτική... ότι δεν ζεις από την πολιτική, αλλά δίνεις». Η σκέψη των παιδιών της και η εικόνα της Θεσσαλονίκης λειτούργησαν καταλυτικά: «Έχεις δύο παιδιά στην εφηβεία που σκέφτονται αν θα μείνουν ή θα φύγουν από τη χώρα... έχεις μια πόλη που τη βλέπεις να μην αλλάζει... και τώρα σου δίνεται η ευκαιρία να συμμετέχεις και θα πεις όχι;». Έτσι, το «όχι» έγινε «ναι», ένα «ναι» που, όπως τονίζει, συνοδεύεται από «τεράστια ευθύνη».
Ο φόβος ήταν κυρίαρχο συναίσθημα στην αρχή. «Τι πάω να κάνω;», αναρωτιόταν, μιλώντας για τον φόβο της αποτυχίας αλλά και για τη ματαιοδοξία που, όπως παραδέχεται, υπάρχει σε όλους. «Υπήρχε και αυτό... να μην πάει καλά και να νιώσω αποτυχημένη». Παράλληλα, όμως, υπήρχε και ο ενθουσιασμός. «Αυτό με κινητοποίησε πάρα πολύ», σημειώνει, εξηγώντας πως τελικά επικράτησε το πάθος: «Το ότι μπορώ να αποτελέσω κομμάτι της αλλαγής που θέλω να δω... αυτό ξεπέρασε όλα τα άλλα». Ο φόβος, όπως λέει, δεν φεύγει ποτέ: «Είναι πάντα εκεί... μικραίνει, μεγαλώνει... αλλά προχωράς μαζί του».
Παρά τις δυσκολίες, δηλώνει κατηγορηματικά: «Δεν το μετάνιωσα ούτε δευτερόλεπτο». Ωστόσο, αναγνωρίζει πως υπάρχουν στιγμές που νιώθει «πολύ έξω από αυτό». Τότε επιστρέφει στην προσωπική της «πυξίδα»: «Θα βαδίσω σε αυτόν τον χώρο έτσι όπως νομίζω». Και ξεκαθαρίζει: «Αν κάτι δεν είναι συμβατό με τον αξιακό μου κώδικα, μπορώ να φύγω». Για την ίδια, το βασικό ζητούμενο είναι ένα: «Το ζητούμενο είναι να είμαι χρήσιμη».
Ιδιαίτερη θέση στη ζωή της έχει η Θεσσαλονίκη. «Μοιράζομαι τη ζωή μου ανάμεσα στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη», λέει, επισημαίνοντας πως η επιστροφή της στη συμπρωτεύουσα ήταν ένα προσωπικό όνειρο, όχι απλώς μια επαγγελματική επιλογή. Γι' αυτό και όταν της προτάθηκε να είναι υποψήφια στον Β' Τομέα Αθηνών, η απάντησή της ήταν ξεκάθαρη. «Δεν είχα το πάθος να αλλάξω πράγματα στην Αθήνα. Το πάθος μου είναι στη Θεσσαλονίκη». Όπως τονίζει, η πολιτική για εκείνη προϋποθέτει συναισθηματική σύνδεση: «Αν δεν κινητοποιηθώ συναισθηματικά, δεν έχω λόγο να μπω».
Η εικόνα που δίνει για το πολιτικό περιβάλλον είναι ρεαλιστική. «Χρειάζονται πάρα πολλά ψυχικά αντισώματα», σημειώνει τονίζοντας πως η δυσκολία δεν περιορίζεται στην ευθύνη, αλλά επεκτείνεται και στη διαχείριση συμπεριφορών και εντάσεων. Ως ψυχολόγος περιγράφει τη Βουλή ως «μικρογραφία της κοινωνίας», με «τριακόσιες διαφορετικές προσωπικότητες». Η ένταση, όπως λέει, έχει αυξηθεί αισθητά.
«Είναι πολύ δύσκολο», παραδέχεται, εξηγώντας πως συχνά απαιτείται αποστασιοποίηση. Η ίδια επιλέγει να επιστρέφει στις αξίες της: «Τι ήθελες να κάνεις όταν μπήκες; Ποια είσαι;». Απέναντι στις επιθέσεις δεν σιωπά, αλλά απαντά: «Έχει τύχει να δεχτώ επίθεση στη Βουλή. Δεν κάθισα στα αυγά μου. Απάντησα, αλλά απάντησε με σεβασμό στον άνθρωπο, αλλά πρώτα απ' όλα στον εαυτό μου». Ξεκαθαρίζει, ωστόσο: «Δεν θα χρησιμοποιήσω επιθετικά εργαλεία».
Παράλληλα, αφήνει χώρο για αλλαγή: «Όλα θεραπεύονται», λέει, επισημαίνοντας ότι προϋπόθεση είναι η επίγνωση: «Η αρχή είναι να καταλάβεις ότι κάτι δεν πάει καλά».
Με χιούμορ σχολιάζει: «Το αστείο στους διαδρόμους της Βουλής είναι ότι θα μπορούσα να ανοίξω παράρτημα εκεί μέσα», αλλά ξεκαθαρίζει: «Δεν θα διάλεγα κανέναν που δεν θα ερχόταν μόνος του».
Όταν η συζήτηση έρχεται στη σύγκριση τηλεόρασης και πολιτικής, παραδέχεται: «Μέχρι να μπω στη Βουλή, έλεγα ότι πιο δύσκολος είναι ο χώρος της τηλεόρασης», εξηγώντας πως εκεί κυριαρχούν η ματαιοδοξία, ο ανταγωνισμός και η έντονη αυτοαναφορικότητα. «Στην πολιτική όλα αυτά είναι πολλαπλασιασμένα». Και καταλήγει: «Είναι πολύ πιο δύσκολος χώρος». Ο ανταγωνισμός, όπως λέει, υπάρχει ακόμη και εντός κομμάτων: «Οι αντίπαλοι δεν είναι απ' έξω, είναι μέσα». Η ίδια, όμως, θέλει «να τους νιώθω συντρόφους» και τονίζει: «Δεν μπορώ να βγάλω τον ρομαντισμό από την πολιτική... γιατί τότε δεν θα είμαι εγώ».
«Τρέμω σε κάθε αλλαγή», παραδέχεται, αποκαλύπτοντας πως η πορεία της συνοδεύτηκε από «πολλά κλάματα, απελπισία και αυτοαμφισβήτηση». Παρ’ όλα αυτά, συνεχίζει: «Τίποτα δεν γίνεται χωρίς φόβο... τον φόβο τον παίρνουμε μαζί μας». «Κάποιες φορές ακούς τη δική σου φωνή, κάποιες άλλες τη δική του. Αυτός είναι ο αγώνας» συνεχίζει και αποκαλύπτει: «Φοβάμαι πάρα πολλά πράγματα, φοβάμαι τα αεροπλάνα», παρότι ταξιδεύει διαρκώς. «Αλλά, ναι είμαι γενναία και δεν φοβάμαι το γάμο» συνεχίζει με χιούμορ.
Μιλώντας για την πορεία της παραδέχεται: «Έχω περάσει πολλές δύσκολες περιόδους», επισημαίνοντας ότι πλέον αντιμετωπίζει τον εαυτό της με περισσότερη κατανόηση. «Έχουμε την τάση να κάνουμε bullying στον εαυτό μας του χθες... κάνουμε αυτό που αντέχουμε».
Οι πολλαπλοί ρόλοι της -πολιτική, ψυχοθεραπεία, μητρότητα- έχουν, όπως λέει, «υψηλό βαθμό δυσκολίας αλλά και ικανοποίησης». Σήμερα, ο πιο απαιτητικός ρόλος είναι αυτός της μητέρας δύο εφήβων: «Είναι συναρπαστικό, αλλά δοκιμάζει τις αντοχές σου σε όλα τα επίπεδα».
«Έχω κουραστεί πολλές φορές να είμαι δυνατή», παραδέχεται, επισημαίνοντας πως για μια γυναίκα στην προσωπική της ζωής αυτό μπορεί να σημαίνει «έναν μοναχικό δρόμο». Σήμερα επιδιώκει ισορροπία: «Θέλω σε μια σχέση να μπορώ να είμαι και δυνατή και αδύναμη, να κλαίω, να φοβάμαι και να είναι εντάξει».
Όσο για τον έρωτα, αναφέρει με ειλικρίνεια: «Τον έχω αφήσει σε ρόλο... κομπάρσου», αναγνωρίζοντας πως αυτό είναι κάτι που θα ήθελε να αλλάξει. «Δεν πρέπει να με αφήσει ο άλλος να είμαι ευάλωτη, πρέπει εγώ να το διεκδικήσω», λέει υπογραμμίζοντας πως μια σχέση χτίζεται από δύο ανθρώπους ισότιμα.
Δείτε ολόκληρη τη συνέντευξη της Ράνιας Θρασκιά:
Διαβάστε: Τι να λέει… η Μαριάννα Παπαμακαρίου χωρίς κοστούμι στην Τίνα Μιχαηλίδου και στο parapolitika.gr: "Έχω χάσει δουλειές, μου έχουν κλείσει πόρτες μόνο για τα κιλά" (Βίντεο)
Η ίδια ξεκαθαρίζει από την αρχή πως η πολιτική είναι ένα σχετικά νέο κεφάλαιο στη ζωή της. «Το καινούργιο για μένα είναι το κοστούμι», σημειώνει, περιγράφοντας μια διαδρομή που έχει ως βάση τον άνθρωπο πίσω από τους ρόλους: τη μητέρα, την ψυχολόγο, τη γυναίκα που ζει και εξελίσσεται μέσα από τις σχέσεις της.
Ανατρέχοντας στην αρχή της διαδρομής της παραδέχεται: «Όσο πιο μικρή ήμουν, τόσο πιο μεγάλη ήταν η συστολή», εξηγώντας πως για μεγάλο διάστημα προσπαθούσε να χωρέσει στα αυστηρά πρότυπα του «σωστού» και του «λάθους». Η εικόνα της σοβαρότητας την περιόριζε, κάνοντάς τη να νιώθει ακόμη και ενοχές για τις πιο χαλαρές πλευρές του εαυτού της. «Μου φαινόταν υπερβολική έκθεση να γελάω στην τηλεόραση», θυμάται. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, αυτή η εσωτερική σύγκρουση άρχισε να υποχωρεί. «Αυτά τα δύο αρχίζουν και συναντιούνται πια», λέει, περιγράφοντας τη συμφιλίωση των διαφορετικών πλευρών της. Σήμερα δηλώνει πιο ελεύθερη, αναγνωρίζοντας ωστόσο πως πρόκειται για μια διαρκή διαδικασία: «Έχω πολύ δρόμο ακόμη», ενώ με αυτοσαρκασμό προσθέτει πως πλέον μπορεί να γελά «ακόμη και στη Βουλή».
Τι να λέει… η Ράνια Θρασκιά "χωρίς κοστούμι" στην Τίνα Μιχαηλίδου: "Όταν βλέπω τόση βία, καταλαβαίνω ότι κάτι πάει βαθιά λάθος"
Παρά την ηρεμία που εκπέμπει, δεν κρύβει ότι υπάρχουν στιγμές που θυμώνει. «Υπάρχουν στιγμές που μπορεί να γίνω έξαλλη», αναφέρει, εξηγώντας πως πρόκειται κυρίως για εσωτερική ένταση. Όπως εξηγεί, η εμπειρία της στη Βουλή έχει ενισχύσει αυτή την εσωτερική ένταση. «Όσο πιο θυμωμένη είμαι, τόσο πιο ανέκφραστη γίνομαι», περιγράφει. Κι όμως δεν είναι οι αντιπαραθέσεις που τη δυσκολεύουν, όσο η συνολική κουλτούρα σύγκρουσης. «Όταν βλέπω τόση βία, καταλαβαίνω ότι κάτι πάει βαθιά λάθος», τονίζει. Η στάση της απέναντι σε κάθε μορφή βίας, λεκτικής ή ψυχολογικής, είναι ξεκάθαρη. Όπως αποκαλύπτει, η είσοδός της στην πολιτική τη φέρνει αντιμέτωπη με μια πιο σκληρή πραγματικότητα, ιδιαίτερα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. «Από εκεί που ήμουν καλομαθημένη σε όμορφα σχόλια, βρέθηκα αντιμέτωπη με τοξικότητα», σημειώνει.
Σε αυτό το πλαίσιο, αναδεικνύει τη σημασία των προσωπικών ορίων. «Δεν επιτρέπω σε κανέναν να ασκεί βία, ούτε σε εμένα ούτε σε όσους με διαβάζουν», ξεκαθαρίζει, υπογραμμίζοντας πως «το όριο δεν το βάζουμε στους άλλους. Το βάζουμε στον εαυτό μας». Όπως λέει, δεν διστάζει «ούτε να μπλοκάρω ούτε να σταματήσω να ακολουθώ ανθρώπους», επιλέγοντας συνειδητά να προστατεύει τόσο τον εαυτό της όσο και τον δημόσιο λόγο. «Ο καθένας μπορεί να κάνει ό,τι θέλει», σημειώνει, «αλλά εγώ έχω βάλει το δικό μου όριο».
Η μετάβασή της στην πολιτική δεν ήταν προδιαγεγραμμένη. Αντίθετα, ξεκίνησε με άρνηση. «Το πρώτο που σκέφτηκα ήταν αποκλείεται να το κάνω εγώ αυτό», παραδέχεται περιγράφοντας τη στιγμή που δέχτηκε την πρόταση. Ωστόσο, η αρχική αυτή αντίδραση μετατράπηκε σε έναν εσωτερικό διάλογο: «Αν όχι τώρα, πότε;», θυμάται να σκέφτεται.
"Πάντα είχα μια πιο ρομαντική αντίληψη για την πολιτική"
Καθοριστικό ρόλο έπαιξε η φάση ζωής στην οποία βρισκόταν. «Ήμουν σε μια ώριμη φάση, γεμάτη», λέει καθώς είχε ολοκληρώσει σημαντικούς κύκλους στον χώρο της ψυχικής υγείας. Για την ίδια, η πολιτική δεν αποτέλεσε ποτέ επιλογή καριέρας, αλλά προσφορά. «Πάντα είχα μια πιο ρομαντική αντίληψη για την πολιτική... ότι δεν ζεις από την πολιτική, αλλά δίνεις». Η σκέψη των παιδιών της και η εικόνα της Θεσσαλονίκης λειτούργησαν καταλυτικά: «Έχεις δύο παιδιά στην εφηβεία που σκέφτονται αν θα μείνουν ή θα φύγουν από τη χώρα... έχεις μια πόλη που τη βλέπεις να μην αλλάζει... και τώρα σου δίνεται η ευκαιρία να συμμετέχεις και θα πεις όχι;». Έτσι, το «όχι» έγινε «ναι», ένα «ναι» που, όπως τονίζει, συνοδεύεται από «τεράστια ευθύνη».Ο φόβος ήταν κυρίαρχο συναίσθημα στην αρχή. «Τι πάω να κάνω;», αναρωτιόταν, μιλώντας για τον φόβο της αποτυχίας αλλά και για τη ματαιοδοξία που, όπως παραδέχεται, υπάρχει σε όλους. «Υπήρχε και αυτό... να μην πάει καλά και να νιώσω αποτυχημένη». Παράλληλα, όμως, υπήρχε και ο ενθουσιασμός. «Αυτό με κινητοποίησε πάρα πολύ», σημειώνει, εξηγώντας πως τελικά επικράτησε το πάθος: «Το ότι μπορώ να αποτελέσω κομμάτι της αλλαγής που θέλω να δω... αυτό ξεπέρασε όλα τα άλλα». Ο φόβος, όπως λέει, δεν φεύγει ποτέ: «Είναι πάντα εκεί... μικραίνει, μεγαλώνει... αλλά προχωράς μαζί του».
Παρά τις δυσκολίες, δηλώνει κατηγορηματικά: «Δεν το μετάνιωσα ούτε δευτερόλεπτο». Ωστόσο, αναγνωρίζει πως υπάρχουν στιγμές που νιώθει «πολύ έξω από αυτό». Τότε επιστρέφει στην προσωπική της «πυξίδα»: «Θα βαδίσω σε αυτόν τον χώρο έτσι όπως νομίζω». Και ξεκαθαρίζει: «Αν κάτι δεν είναι συμβατό με τον αξιακό μου κώδικα, μπορώ να φύγω». Για την ίδια, το βασικό ζητούμενο είναι ένα: «Το ζητούμενο είναι να είμαι χρήσιμη».
Ιδιαίτερη θέση στη ζωή της έχει η Θεσσαλονίκη. «Μοιράζομαι τη ζωή μου ανάμεσα στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη», λέει, επισημαίνοντας πως η επιστροφή της στη συμπρωτεύουσα ήταν ένα προσωπικό όνειρο, όχι απλώς μια επαγγελματική επιλογή. Γι' αυτό και όταν της προτάθηκε να είναι υποψήφια στον Β' Τομέα Αθηνών, η απάντησή της ήταν ξεκάθαρη. «Δεν είχα το πάθος να αλλάξω πράγματα στην Αθήνα. Το πάθος μου είναι στη Θεσσαλονίκη». Όπως τονίζει, η πολιτική για εκείνη προϋποθέτει συναισθηματική σύνδεση: «Αν δεν κινητοποιηθώ συναισθηματικά, δεν έχω λόγο να μπω».
Η εικόνα που δίνει για το πολιτικό περιβάλλον είναι ρεαλιστική. «Χρειάζονται πάρα πολλά ψυχικά αντισώματα», σημειώνει τονίζοντας πως η δυσκολία δεν περιορίζεται στην ευθύνη, αλλά επεκτείνεται και στη διαχείριση συμπεριφορών και εντάσεων. Ως ψυχολόγος περιγράφει τη Βουλή ως «μικρογραφία της κοινωνίας», με «τριακόσιες διαφορετικές προσωπικότητες». Η ένταση, όπως λέει, έχει αυξηθεί αισθητά.
«Είναι πολύ δύσκολο», παραδέχεται, εξηγώντας πως συχνά απαιτείται αποστασιοποίηση. Η ίδια επιλέγει να επιστρέφει στις αξίες της: «Τι ήθελες να κάνεις όταν μπήκες; Ποια είσαι;». Απέναντι στις επιθέσεις δεν σιωπά, αλλά απαντά: «Έχει τύχει να δεχτώ επίθεση στη Βουλή. Δεν κάθισα στα αυγά μου. Απάντησα, αλλά απάντησε με σεβασμό στον άνθρωπο, αλλά πρώτα απ' όλα στον εαυτό μου». Ξεκαθαρίζει, ωστόσο: «Δεν θα χρησιμοποιήσω επιθετικά εργαλεία».
Παράλληλα, αφήνει χώρο για αλλαγή: «Όλα θεραπεύονται», λέει, επισημαίνοντας ότι προϋπόθεση είναι η επίγνωση: «Η αρχή είναι να καταλάβεις ότι κάτι δεν πάει καλά».
Με χιούμορ σχολιάζει: «Το αστείο στους διαδρόμους της Βουλής είναι ότι θα μπορούσα να ανοίξω παράρτημα εκεί μέσα», αλλά ξεκαθαρίζει: «Δεν θα διάλεγα κανέναν που δεν θα ερχόταν μόνος του».
"Μέχρι να μπω στη Βουλή, έλεγα ότι πιο δύσκολος είναι ο χώρος της τηλεόρασης"
Όταν η συζήτηση έρχεται στη σύγκριση τηλεόρασης και πολιτικής, παραδέχεται: «Μέχρι να μπω στη Βουλή, έλεγα ότι πιο δύσκολος είναι ο χώρος της τηλεόρασης», εξηγώντας πως εκεί κυριαρχούν η ματαιοδοξία, ο ανταγωνισμός και η έντονη αυτοαναφορικότητα. «Στην πολιτική όλα αυτά είναι πολλαπλασιασμένα». Και καταλήγει: «Είναι πολύ πιο δύσκολος χώρος». Ο ανταγωνισμός, όπως λέει, υπάρχει ακόμη και εντός κομμάτων: «Οι αντίπαλοι δεν είναι απ' έξω, είναι μέσα». Η ίδια, όμως, θέλει «να τους νιώθω συντρόφους» και τονίζει: «Δεν μπορώ να βγάλω τον ρομαντισμό από την πολιτική... γιατί τότε δεν θα είμαι εγώ».«Τρέμω σε κάθε αλλαγή», παραδέχεται, αποκαλύπτοντας πως η πορεία της συνοδεύτηκε από «πολλά κλάματα, απελπισία και αυτοαμφισβήτηση». Παρ’ όλα αυτά, συνεχίζει: «Τίποτα δεν γίνεται χωρίς φόβο... τον φόβο τον παίρνουμε μαζί μας». «Κάποιες φορές ακούς τη δική σου φωνή, κάποιες άλλες τη δική του. Αυτός είναι ο αγώνας» συνεχίζει και αποκαλύπτει: «Φοβάμαι πάρα πολλά πράγματα, φοβάμαι τα αεροπλάνα», παρότι ταξιδεύει διαρκώς. «Αλλά, ναι είμαι γενναία και δεν φοβάμαι το γάμο» συνεχίζει με χιούμορ.
Μιλώντας για την πορεία της παραδέχεται: «Έχω περάσει πολλές δύσκολες περιόδους», επισημαίνοντας ότι πλέον αντιμετωπίζει τον εαυτό της με περισσότερη κατανόηση. «Έχουμε την τάση να κάνουμε bullying στον εαυτό μας του χθες... κάνουμε αυτό που αντέχουμε».
Οι πολλαπλοί ρόλοι της -πολιτική, ψυχοθεραπεία, μητρότητα- έχουν, όπως λέει, «υψηλό βαθμό δυσκολίας αλλά και ικανοποίησης». Σήμερα, ο πιο απαιτητικός ρόλος είναι αυτός της μητέρας δύο εφήβων: «Είναι συναρπαστικό, αλλά δοκιμάζει τις αντοχές σου σε όλα τα επίπεδα».
«Έχω κουραστεί πολλές φορές να είμαι δυνατή», παραδέχεται, επισημαίνοντας πως για μια γυναίκα στην προσωπική της ζωής αυτό μπορεί να σημαίνει «έναν μοναχικό δρόμο». Σήμερα επιδιώκει ισορροπία: «Θέλω σε μια σχέση να μπορώ να είμαι και δυνατή και αδύναμη, να κλαίω, να φοβάμαι και να είναι εντάξει».
Όσο για τον έρωτα, αναφέρει με ειλικρίνεια: «Τον έχω αφήσει σε ρόλο... κομπάρσου», αναγνωρίζοντας πως αυτό είναι κάτι που θα ήθελε να αλλάξει. «Δεν πρέπει να με αφήσει ο άλλος να είμαι ευάλωτη, πρέπει εγώ να το διεκδικήσω», λέει υπογραμμίζοντας πως μια σχέση χτίζεται από δύο ανθρώπους ισότιμα.
Δείτε ολόκληρη τη συνέντευξη της Ράνιας Θρασκιά:
En