Σε μια συνέντευξη που ισορροπεί ανάμεσα στην πολιτική αποτίμηση και την προσωπική εξομολόγηση, ο Ευκλείδης Τσακαλώτος μιλά «χωρίς κοστούμι» στο parapolitika.gr και την Τίνα Μιχαηλίδου. Με χιούμορ, αυτοκριτική και αιχμές, επιστρέφει στο 2015, στη διαπραγμάτευση, στο δημοψήφισμα και στις σχέσεις του με τον Αλέξη Τσίπρα και τον Γιάνη Βαρουφάκη, ενώ μιλά και για την οικογένειά του, τα παιδιά του, τη μαγειρική και το προσωπικό κόστος της πολιτικής. Χωρίς διάθεση αυτοδικαίωσης, αλλά με σαφή πολιτική θέση, περιγράφει όσα έζησε, όσα τον σημάδεψαν και όσα εξακολουθούν να τον απασχολούν.

Διαβάστε: Τι να λέει… η Ράνια Θρασκιά χωρίς κοστούμι στο parapolitika.gr: "Έχω πει πολλές φορές κουράστηκα να είμαι δυνατή" (Βίντεο)


Ευκλείδης Τσακαλώτος: "Δεν φόρεσα ποτέ το κοστούμι του τυπικού πολιτικού"

Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος δεν επιχειρεί να «βγάλει» το κοστούμι της πολιτικής, κυρίως γιατί, όπως λέει, ποτέ δεν το φόρεσε με τον συμβατικό τρόπο. «Τα κοστούμια μου είναι σχεδόν... δήθεν», σχολιάζει με χιούμορ, ξεκαθαρίζοντας πως δεν βλέπει τον εαυτό του ως έναν «τυπικό» πολιτικό.
Η εικόνα του αυστηρού πολιτικού δεν τον εκφράζει. «Προσπαθώ να μιλάω όπως μιλάμε κανονικά», σημειώνει, επιμένοντας σε έναν απλό και όχι επιτηδευμένο λόγο. Το χιούμορ, όπως λέει, ήταν εργαλείο για εκείνον ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές: «Ακόμη και σε δύσκολες διαπραγματεύσεις, ένα αστείο μπορούσε να αποσυμπιέσει την κατάσταση».


Η ταυτότητα του "ξένου" και η διαδρομή μέχρι την πολιτική

Γεννημένος στην Ολλανδία, μεγαλωμένος στην Αγγλία και πολιτικά ενεργός στην Ελλάδα, παραδέχεται πως για χρόνια ένιωθε «ξένος». «Ονειρευόμουν στα αγγλικά», λέει, εξηγώντας ότι ακόμη και οι σημειώσεις του στη Βουλή παραμένουν στη γλώσσα που τον διαμόρφωσε.

Για την πολιτική, δεν ωραιοποιεί τίποτα, και μάλιστα δεν διστάζει να πει πως η πραγματικότητα απείχε από αυτό που περίμενε: «Δεν ήταν όπως την είχα φανταστεί». Συνδέει, δε, αυτή την εμπειρία με μια γενικευμένη κρίση: «Ο κόσμος αισθάνεται ότι η πολιτική δεν τον αφορά».

Η είσοδός του στην πολιτική δεν είχε στόχο την εξουσία, αλλά ήρθε από ρομαντισμό. «Όταν κατεβαίνεις το 2004 με τον ΣΥΡΙΖΑ στην Πρέβεζα, δεν σκέφτεσαι ότι θα γίνεις υπουργός», λέει.

Η πορεία, όπως περιγράφει, είχε μια εξέλιξη που δεν άφηνε περιθώριο σκέψης: «Ήταν σαν να προχωράς, χωρίς να προλαβαίνεις να κοιτάξεις πίσω». Οι αντοχές δοκιμάστηκαν: «Δούλευα 17-18 ώρες, κοιμόμουν 2-3», θυμάται.


Το 2015 και η διαπραγμάτευση: "Ήθελαν ήττα του ΣΥΡΙΖΑ"

Η συζήτηση περνά αναπόφευκτα στο 2015, σε μια από τις πιο καθοριστικές περιόδους της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας, και για τον ίδιο στιγμές που τον σημάδεψαν. Αυτό που τον αιφνιδίασε περισσότερο ήταν «η αδιαλλαξία της άλλης πλευράς» περιγράφει. Κατά τον ίδιο, από νωρίς φάνηκε πως οι ισορροπίες δεν καθορίζονταν μόνο από οικονομικά δεδομένα. «Ήταν ξεκάθαρο ότι ήθελαν μια ήττα του ΣΥΡΙΖΑ», σημειώνει, ενώ για το ΔΝΤ δηλώνει: «Δεν περίμενα ότι θα διαστρεβλώνονται τα στοιχεία».

Για το αν τα πράγματα θα μπορούσαν να εξελιχθούν αλλιώς, ο Ευκλείδης Τσακαλώτος αποφεύγει τα «αν» , καθώς, όπως λέει, η ιστορία δεν γράφεται εκ των υστέρων. «Είχα μεγάλες αμφιβολίες» παραδέχεται, εξηγώντας πως τίποτα δεν ήταν δεδομένο μετά την υπογραφή του μνημονίου. Και προσθέτει: «Δεν ήταν καθόλου προφανές ότι θα βγαίναμε από αυτό με αξιοπρέπεια».

Καθοριστική ήταν μια φράση που άκουσε τότε από έναν άνθρωπο που εκτιμούσε βαθιά: ότι η Αριστερά δεν μπορεί να αποσύρεται όταν τα πράγματα δυσκολεύουν. «Αλλιώς, πότε τη θέλουμε; Όταν όλα πηγαίνουν καλά;» λέει.

Σήμερα, κοιτώντας πίσω, δεν μιλά ούτε με όρους δικαίωσης, ούτε με απόλυτη βεβαιότητα: «Κάποια πράγματα θα μπορούσαν να είχαν γίνει καλύτερα, κάποια άλλα δεν γινόταν να γίνουν αλλιώς». Αυτό που κρατά, ωστόσο, είναι το αποτέλεσμα. «Καταφέραμε περισσότερα απ' όσα περίμενα», σημειώνει, αναφέροντας ως βασικό στοιχείο ότι η έξοδος από το μνημόνιο συνδυάστηκε, όπως υποστηρίζει, με μείωση της φτώχειας και των ανισοτήτων. Μια εξέλιξη που, κατά τον ίδιο, αποτυπώθηκε και εκλογικά.


Δημοψήφισμα 2015: "Δεν ήταν τακτική, ήταν αναγκαιότητα"

Η συζήτηση περιστρέφεται αναπόφευκτα γύρω από το δημοψήφισμα του 2015. Στο ερώτημα αν ήταν λανθασμένη επιλογή, ο Ευκλείδης Τσακαλώτος αποφεύγει τις εύκολες, μονοδιάστατες απαντήσεις και επιχειρεί να επανατοποθετήσει τα γεγονότα στο πραγματικό πλαίσιο εκείνων των στιγμών. Όπως επισημαίνει, ήδη από τον Απρίλιο είχε διαφανεί πως τα περιθώρια για έναν ουσιαστικό συμβιβασμό ήταν εξαιρετικά περιορισμένα. «Δεν ήθελαν συμβιβασμό», σημειώνει, περιγράφοντας ένα κλίμα όπου, κατά την εκτίμησή του, η άλλη πλευρά επιδίωκε μια πολιτική ήττα της ελληνικής κυβέρνησης.

Το δημοψήφισμα, όπως λέει, δεν ήταν επιλογή τακτικής, αλλά αναγκαιότητα. «Έπρεπε να απευθυνθούμε στον ελληνικό λαό και να ζητήσουμε δύναμη για να διαπραγματευτούμε καλύτερα», τονίζει, απορρίπτοντας τα σενάρια περί εξόδου από το ευρώ ως πραγματικού στόχου εκείνης της απόφασης.

Όπως σημειώνει ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, το δημοψήφισμα δεν λειτούργησε μόνο ως εσωτερικό πολιτικό γεγονός, αλλά ενεργοποίησε και αντανακλαστικά σε ευρωπαϊκό επίπεδο. «Οι οικονομολόγοι του Ολάντ και της Μέρκελ άρχισαν να λένε "τι είναι αυτά τα πράγματα;"», αναφέρει, εξηγώντας πως υπήρξε έντονη ανησυχία για τις πιθανές συνέπειες μιας ρήξης. Σύμφωνα με την αποτίμησή τους, μια ενδεχόμενη έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ δεν θα αποτελούσε ένα μεμονωμένο γεγονός, αλλά θα μπορούσε να λειτουργήσει ως καταλύτης ευρύτερης αποσταθεροποίησης για την Ευρωζώνη. «Αν φύγει η Ελλάδα, κινδυνεύει ολόκληρο το οικοδόμημα», μεταφέρει ως το κυρίαρχο κλίμα εκείνης της περιόδου.


Οι δύσκολες αποφάσεις και οι "ήττες"

Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος δεν κρύβει το βάρος εκείνης της περιόδου. «Πολλές φορές ήμασταν σε οριακό σημείο», παραδέχεται, περιγράφοντας διαπραγματεύσεις όπου «κάποια πράγματα χάναμε και κάποια κερδίζαμε». Ωστόσο, υπήρξαν και στιγμές που βίωσε ως καθαρές ήττες. Ξεχωρίζει την απώλεια του ΕΚΑΣ, την οποία χαρακτηρίζει «μεγάλη ήττα», και μάλιστα, όπως λέει, «μια ήττα που δεν χρειαζόταν». Το πιο δύσκολο, όμως, δεν ήταν μόνο οι αποφάσεις, αλλά και ο ρυθμός με τον οποίο έπρεπε να λαμβάνονται. «Ήταν σαν στρατηγική: να έρχονται όλα τόσο γρήγορα, που να μην προλαβαίνεις να αντιδράσεις».


"Το άγχος μου είναι τι έρχεται"

Η συζήτηση μετατοπίζεται στο σήμερα και, κυρίως, σε όσα διαγράφονται στον ορίζοντα. «Το άγχος μου είναι τι έρχεται», επισημαίνει ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, εκφράζοντας τον προβληματισμό του ότι το διεθνές περιβάλλον ενδέχεται να οδηγείται προς μια κρίση ακόμη βαθύτερη από εκείνη της Παγκόσμια Χρηματοπιστωτική Κρίση του 2008. Όπως σημειώνει, ήδη πριν από την έκρηξη των πολεμικών συγκρούσεων, η διεθνής οικονομική κοινότητα αναζητούσε τα σημάδια της επόμενης αναταραχής. «Οι οικονομολόγοι συζητούσαν από πού θα προκύψει η επόμενη κρίση», αναφέρει, εκτιμώντας ότι οι τρέχουσες εξελίξεις δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να επιταχύνουν αυτό το ενδεχόμενο.


"Η εξουσία προφανώς και με άλλαξε"

Στο ερώτημα κατά πόσο η εξουσία τον μεταμόρφωσε ως άνθρωπο, ο Ευκλείδης Τσακαλώτος απαντά χωρίς υπεκφυγές: «Προφανώς και με άλλαξε», παραδέχεται. Παράλληλα, αναγνωρίζει ότι η άσκηση κυβερνητικής ευθύνης τον έφερε αντιμέτωπο με αποφάσεις που δεν μπορούσε πάντοτε να εξηγήσει ή να μοιραστεί όπως θα επιθυμούσε. «Έπαιρνα αποφάσεις χωρίς να έχω τον χρόνο να τις συζητήσω με τους συντρόφους μου», σημειώνει, περιγράφοντας έναν ασφυκτικό ρυθμό που δεν άφηνε περιθώρια ούτε για ουσιαστικό διάλογο ούτε για συλλογική επεξεργασία.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η επισήμανση του Ευκλείδη Τσακαλώτου ότι η μεγαλύτερη φθορά δεν καταγράφηκε στα χρόνια της διακυβέρνησης, αλλά στην περίοδο που ακολούθησε. Μετά το 2019, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ πέρασε στην αντιπολίτευση, περιγράφει μια σαφώς πιο δύσκολη και επιβαρυμένη εμπειρία. «Ένιωθα ότι κάνουμε πολλά λάθη και ότι χάσαμε το αφήγημα», σημειώνει, αναγνωρίζοντας παράλληλα και τις εντονότερες διαφωνίες που είχε με τον Αλέξη Τσίπρα κατά την ίδια περίοδο.


"Έπρεπε να παλέψουμε περισσότερο για το ΕΚΑΣ"


Στην πιο προσωπική ίσως στιγμή της συνέντευξης, ο Ευκλείδης Τσακαλώτος καλείται να τοποθετηθεί για τα λάθη – ακόμη και για εκείνα που θα μπορούσαν να συνοδευτούν από μια συγγνώμη. Δεν αποφεύγει την αυτοκριτική· αντίθετα, την αναπτύσσει σε πολλαπλά επίπεδα.

Ανατρέχοντας στο 2014, στέκεται στη συζήτηση γύρω από την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας και το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών. «Είχαμε την αίσθηση, ένστικτο περισσότερο, ότι υπήρχε μια παγίδα», σημειώνει, αναγνωρίζοντας εκ των υστέρων ότι η συγκεκριμένη επιλογή αποδείχθηκε λανθασμένη. Εστιάζει, ωστόσο, και σε επιλογές της περιόδου διακυβέρνησης. Κάνοντας αναφορά στις φορολογικές επιβαρύνσεις, υποστηρίζει ότι σε μεγάλο βαθμό υπαγορεύτηκαν από τις συνθήκες, χωρίς όμως να αποφεύγει την κριτική σε συγκεκριμένα μέτρα. «Η προκαταβολή φόρου ήταν μεγάλο λάθος», τονίζει, εξηγώντας ότι επηρέασε κυρίως τη ρευστότητα των μικρών επιχειρήσεων. Παράλληλα, αναγνωρίζει πως δεν δόθηκε η αναγκαία μάχη στο πεδίο της κοινωνικής πολιτικής. «Έπρεπε να παλέψουμε περισσότερο για το ΕΚΑΣ», επισημαίνει, αναφερόμενος σε μια απόφαση που άφησε ισχυρό κοινωνικό αποτύπωμα.


"Η χειρότερη στιγμή ήταν με το ΔΝΤ"

Όταν η συζήτηση αγγίζει τις πιο οριακές στιγμές, ο Ευκλείδης Τσακαλώτος δεν διστάζει να ξεχωρίσει εκείνη που, όπως περιγράφει, τον έφερε πραγματικά «με την πλάτη στον τοίχο». «Η χειρότερη στιγμή ήταν με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο», αναφέρει, παραπέμποντας στην περίοδο των μέτρων και των αντίμετρων.

Όπως εξηγεί, η συγκεκριμένη φάση είχε διπλό κόστος — τόσο πολιτικό όσο και ουσιαστικό. «Ήταν μια τεράστια ζημιά», σημειώνει, υπογραμμίζοντας ότι άνοιξε τον δρόμο για τη ρητορική περί «τέταρτου μνημονίου», την οποία, όπως υποστηρίζει, αξιοποίησε η αντιπολίτευση, παρότι τα μέτρα αυτά δεν εφαρμόστηκαν τελικά.

«Εκεί ένιωσα ότι θα είναι πολύ δύσκολο να κερδίσουμε τις εκλογές», παραδέχεται, συνδέοντας ευθέως εκείνη την περίοδο με την εντεινόμενη πολιτική φθορά της κυβέρνησης.


"Ο Τουσκ είπε 'κλειδώνω την πόρτα, δεν φεύγει κανείς αν δεν υπάρξει συμφωνία'"

Στο ερώτημα ποια από τις προσωπικότητες με τις οποίες διαπραγματεύτηκε αποδείχθηκε πιο απαιτητική, ο Ευκλείδης Τσακαλώτος δεν διστάζει: «Ο Πολ Τόμσεν», απαντά χωρίς δεύτερη σκέψη. «Αν υπάρχει κάτι που ενώνει όλες τις κυβερνήσεις, είναι ότι ο Τόμσεν φορούσε το “μαύρο καπέλο”», σημειώνει, χρησιμοποιώντας έναν συμβολισμό που αποτυπώνει τη σκληρή του στάση στις διαπραγματεύσεις.

Η συζήτηση μεταφέρεται στη δραματική διαπραγμάτευση του καλοκαιριού του 2015, τη λεγόμενη «17ωρη». Ο ίδιος, ωστόσο, δίνει μια διαφορετική διάσταση: «Για μένα δεν ήταν 17 ώρες, αλλά 24», θυμάται. Μαζί με τον Αλέξη Τσίπρα ανεβοκατέβαιναν διαρκώς στις αίθουσες των συνομιλιών και εκεί όπου ήταν η ελληνική αποστολή, σε μια διαδικασία εξαντλητική.

«Τρεις φορές απορρίψαμε τη συμφωνία», αναφέρει, περιγράφοντας τον κύκλο έντασης και επαναλαμβανόμενων αδιεξόδων. Η πιο κρίσιμη καμπή, όπως λέει, ήρθε στην τέταρτη προσπάθεια. «Η Άνγκελα Μέρκελ σηκώθηκε και είπε “δεν μπορώ να το δεχτώ αυτό, τελειώνουμε εδώ”», μεταφέρει, αποτυπώνοντας το κλίμα οριακής ρήξης. Σε εκείνο το σημείο, σύμφωνα με την περιγραφή του, καθοριστική υπήρξε η παρέμβαση του Ντόναλντ Τουσκ: «Είπε "κλειδώνω την πόρτα, δεν φεύγει κανείς αν δεν υπάρξει συμφωνία"».


Το σχόλιο για τον Αλέξη Τσίπρα: "Όταν έχεις την πλειοψηφία, δεν μπορείς να μεταθέτεις την ευθύνη αλλού"

Η αναφορά στο βιβλίο του Αλέξη Τσίπρα οδηγεί τον Ευκλείδη Τσακαλώτο σε μια πιο σύνθετη αποτίμηση της κοινής τους πορείας. Όπως σημειώνει, η περίοδος έως το 2019 αποτυπώνεται, σε γενικές γραμμές, με ακρίβεια. Ωστόσο, διαφοροποιείται αισθητά όταν η συζήτηση μεταφέρεται στα επόμενα χρόνια. «Μετά το 2019 το βιβλίο δεν έχει καμία σχέση με το προηγούμενο κομμάτι», σχολιάζει, εκτιμώντας ότι χάνει το βάθος και το στοιχείο της αυτοκριτικής που χαρακτήριζε τα προηγούμενα κεφάλαια.

Και εκεί διατυπώνει την πιο αιχμηρή του παρατήρηση: «Όταν έχεις την πλειοψηφία, δεν μπορείς να μεταθέτεις την ευθύνη αλλού», τονίζει, απορρίπτοντας την προσέγγιση ότι η πορεία ενός κόμματος μπορεί να ερμηνευθεί αποκλειστικά μέσα από εσωτερικές αντιστάσεις.

Κλείνοντας, ο Ευκλείδης Τσακαλώτος μιλώντας σε πιο γενικό επίπεδο, εστιάζει στην έννοια της ηγεσίας. «Ο ηγέτης πρέπει να φέρνει εις πέρας και το έργο και την ομάδα», σημειώνει, υπογραμμίζοντας ότι η συνοχή δεν αποτελεί δευτερεύον στοιχείο, αλλά αναπόσπαστο μέρος της πολιτικής ευθύνης.

Στη συνέχεια, η κουβέντα περνά και στις προσωπικές σχέσεις εντός του πολιτικού χώρου, με ιδιαίτερη αναφορά στη σημερινή του σχέση με τον Αλέξη Τσίπρα. Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος δεν κρύβει ότι η μεταξύ τους επικοινωνία είναι πλέον σχεδόν ανύπαρκτη. «Μια φορά στη Βουλή είπαμε να πιούμε έναν καφέ», αναφέρει, παρομοιάζοντάς το με τις υποσχέσεις που ανταλλάσσουν παλιοί φίλοι, αλλά σπάνια υλοποιούνται.


"Ο κόσμος λέει “ενωθείτε”"

Παράλληλα, αναφέρεται, τόσο στο άνοιγμα των εσωκομματικών διαδικασιών όσο και στον τρόπο λειτουργίας της ηγεσίας. «Δεν μιλάω με συλλογικότητες, αλλά μόνο κατά μόνας», περιγράφει ως μια λογική που, κατά την άποψή του, περιορίζει τον ουσιαστικό διάλογο εντός του χώρου. Και εκεί διατυπώνει την πιο καθαρή πολιτική του θέση: «Ο κόσμος λέει “ενωθείτε”», σημειώνει, τονίζοντας ότι το βασικό ζητούμενο για την κοινωνία δεν είναι ποιος θα επικρατήσει, αλλά αν μπορεί να διαμορφωθεί μια κοινή απάντηση απέναντι στην κυβέρνηση του Κυριάκος Μητσοτάκης.


"Με τον Αλέξη Τσίπρα δεν ήμασταν φίλοι"

Στο πιο προσωπικό σκέλος της σχέσης του με τον Αλέξη Τσίπρα, ο Ευκλείδης Τσακαλώτος παραδέχεται ότι η απόσταση που έχει δημιουργηθεί σήμερα δεν τον αφήνει ανεπηρέαστο. «Ναι, με στεναχωρεί», αναφέρει χωρίς περιστροφές. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, διευκρινίζει ότι η σχέση τους δεν είχε ποτέ τα χαρακτηριστικά μιας στενής προσωπικής φιλίας. «Δεν ήμασταν φίλοι», σημειώνει, εξηγώντας πως ο δεσμός τους ήταν κυρίως πολιτικός και επαγγελματικός, θεμελιωμένος στην κοινή πορεία και την αλληλεγγύη σε κρίσιμες στιγμές.

Σήμερα, όπως υπογραμμίζει, η απόσταση αυτή φαίνεται να έχει παγιωθεί — όχι μόνο σε προσωπικό επίπεδο, αλλά και σε πολιτικό. Και καταλήγει με μια φράση που συμπυκνώνει τη σημερινή πραγματικότητα: «Δεν ταιριάζουν τα σχέδια που θέλουμε να ακολουθήσουμε».


"Η εικόνα του εξώστη ήταν υποτιμητική"

Η αναφορά στον «εξώστη» της παρουσίασης του βιβλίου «Ιθάκη» του Αλέξη Τσίπρα οδηγεί τον Ευκλείδη Τσακαλώτο σε μία από τις πιο αιχμηρές του τοποθετήσεις. Χωρίς περιστροφές, χαρακτηρίζει την εικόνα «υποτιμητική», επισημαίνοντας ότι η επιλογή να βρεθούν στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και πρόσωπα της Νέας Αριστεράς σε δεύτερο πλάνο δεν μπορεί να εκληφθεί ως ουδέτερη. «Το θεωρώ υποτιμητικό», επαναλαμβάνει, αποδίδοντας σαφή πολιτική σημασία στον συμβολισμό.
Πίσω από αυτή την εικόνα, διακρίνει μια βαθύτερη αντίφαση. Από τη μία πλευρά, όπως σημειώνει, αναγνωρίζεται η περίοδος 2015–2019 ως θετική· από την άλλη, φαίνεται να υποβαθμίζεται ο ρόλος προσώπων που συνέβαλαν καθοριστικά σε αυτή τη διαδρομή. «Δεν γίνεται τα θετικά να ανήκουν σε έναν και τα αρνητικά στους άλλους», τονίζει.

Όπως εξηγεί, αυτή η αντίφαση δυσχεραίνει κάθε προοπτική κοινής πορείας. Για τον ίδιο, το ζήτημα δεν είναι τυπικό, αλλά βαθιά πολιτικό, καθώς αγγίζει τον τρόπο με τον οποίο οικοδομούνται -ή υπονομεύονται- οι σχέσεις εμπιστοσύνης στον ευρύτερο προοδευτικό χώρο.


"Αν έρθει, θα το δούμε σοβαρά"

Συνεχίζοντας στο ίδιο θέμα, ο Ευκλείδης Τσακαλώτος διαχωρίζει με σαφήνεια τι συνιστά, κατά την άποψή του, μια ουσιαστική πολιτική πρωτοβουλία και τι όχι. Όπως επισημαίνει, μια σοβαρή πρόταση δεν μπορεί να περιορίζεται σε μια γενική πρόσκληση χωρίς όρους, αλλά οφείλει να συνοδεύεται από συγκεκριμένη πολιτική ατζέντα. «Αν έβαζε στο τραπέζι οκτώ προτεραιότητες και έλεγε “ελάτε να συζητήσουμε όλοι μαζί — ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, Νέα Αριστερά”», τότε, όπως τονίζει, «θα ήταν κάτι σοβαρό».

Στο ερώτημα γιατί δεν τίθεται -τουλάχιστον προς το παρόν- το ενδεχόμενο επιστροφής ή συμμετοχής σε ένα νέο σχήμα υπό τον Αλέξη Τσίπρα, δεν κλείνει την πόρτα. «Αν έρθει, θα το δούμε σοβαρά», σημειώνει, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο διαλόγου, υπό την προϋπόθεση όμως ότι θα υπάρξει μια συγκροτημένη και σαφής πολιτική βάση.


"Ελπίζω πως θα ήταν αλλιώς, αλλιώς δεν θα ήμουν υποψήφιος"

Στο υποθετικό σενάριο της ανάληψης της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ μετά τις εσωκομματικές εκλογές του 2023, ο Ευκλείδης Τσακαλώτος απαντά με ειλικρίνεια, αλλά και εμφανή επιφύλαξη. «Ελπίζω πως θα ήταν αλλιώς — αλλιώς δεν θα ήμουν υποψήφιος», σημειώνει, αφήνοντας να διαφανεί ότι διέθετε μια διαφορετική στρατηγική για την πορεία του κόμματος. Όπως εξηγεί, το βασικό πεδίο αλλαγής θα αφορούσε την εσωτερική λειτουργία και τη συνοχή. «Θα μπορούσαμε να συγκροτήσουμε το κόμμα και να ξαναβρούμε τις ρίζες μας», τονίζει, δίνοντας έμφαση στην ανάγκη για μια ουσιαστική και «έντιμη συζήτηση» γύρω από τα λάθη, τη φυσιογνωμία και τα μεγάλα πολιτικά διακυβεύματα.


Για τον Στέφανο Κασσελάκη: "Δεν είχε καμία σχέση με την Αριστερά"

Αναφερόμενος στην εκλογή του Στέφανο Κασσελάκη, ο Ευκλείδης Τσακαλώτος υποστηρίζει ότι εξέφραζε μια πορεία που, κατά την εκτίμησή του, απομάκρυνε τον ΣΥΡΙΖΑ από τα βασικά χαρακτηριστικά της Αριστεράς. «Δεν είχε καμία σχέση με την Αριστερά, όπως φάνηκε», σημειώνει, επισημαίνοντας μια βαθύτερη ιδεολογική απόσταση.

Παράλληλα, τονίζει ότι είχε ήδη παγιωθεί ένα μοντέλο λειτουργίας που δεν τον εξέφραζε. «Είχε εμπεδωθεί ο αρχηγισμός», αναφέρει, περιγράφοντας μια μετάβαση από τη συλλογικότητα σε μια πιο προσωποκεντρική λογική. «Από τον έναν αρχηγό, ψάχναμε τον επόμενο», προσθέτει χαρακτηριστικά.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η αποχώρηση —όπως λέει— δεν αποτέλεσε επιλογή, αλλά αναγκαιότητα. «Δεν είχαμε άλλη επιλογή», σημειώνει, αποτυπώνοντας το αίσθημα αδιεξόδου. Και καταλήγει με μια αιχμηρή αποτίμηση, τοποθετώντας στο ίδιο κάδρο τον Αλέξη Τσίπρας και τον Στέφανο Κασσελάκη: «Θεωρώ ότι και οι δύο οδήγησαν στην περιθωριοποίηση της Αριστεράς», επισημαίνει, συνοψίζοντας το πολιτικό του συμπέρασμα.

Η συζήτηση επιστρέφει στον Στέφανο Κασσελάκη και στην περίοδο πριν από την αποχώρηση, με τον Ευκλείδη Τσακαλώτο να περιγράφει ένα κλίμα που, όπως λέει, είχε φτάσει σε οριακό σημείο ήδη από τον Σεπτέμβριο. Δεν αποφεύγει να αναγνωρίσει την ένταση και τη σύγκρουση. «Ήταν πολύ επιθετικός», σημειώνει, προσθέτοντας ωστόσο ότι, από την άλλη πλευρά, θα μπορούσε να υποστηριχθεί πως και τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ δεν τον στήριξαν όσο θα έπρεπε.

Για τον ίδιο, πάντως, το κρίσιμο ζήτημα δεν ήταν η ένταση, αλλά η ουσία. «Ήταν ένας άνθρωπος που δεν είχε καμία σχέση με τον χώρο», αναφέρει, περιγράφοντας μια βαθιά πολιτική και πολιτισμική απόσταση.

Όπως εξηγεί, το βασικό σημείο τριβής εντοπιζόταν στην αντίληψη για το ίδιο το κόμμα. «Το έβλεπε σαν μια εταιρεία», λέει χαρακτηριστικά, αποδίδοντας στον αρχηγό τον ρόλο του CEO και στα στελέχη επιμέρους λειτουργίες.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει και σε έναν ακόμη παράγοντα: την εντύπωση ότι αποτελούσε επιλογή ή έστω «προτίμηση» του Αλέξη Τσίπρα. «Το έπαιξε εύκολα ότι ήταν ο υποψήφιος του Τσίπρα», λέει, εκτιμώντας πως αυτό επηρέασε σημαντικά την εξέλιξη. Ο ίδιος θεωρεί πως εκεί έγινε ένα κρίσιμο λάθος. «Αν ήμουν στη θέση του Τσίπρα, θα έβγαζα μια ξεκάθαρη δήλωση ότι δεν υποστηρίζω κανέναν», σημειώνει, υποστηρίζοντας ότι μια τέτοια κίνηση θα είχε αποτρέψει παρερμηνείες και πιθανώς θα υπήρχε διαφορετική έκβαση. Χωρίς να είναι απόλυτος για τις προθέσεις, εκτιμά ότι η στάση αυτή είχε στόχο να περιορίσει την επιρροή της Έφης Αχτσιόγλου. «Ήθελε να "ψαλιδίσει" τη δυναμική της», λέει χαρακτηριστικά.

Πηγαίνοντας ένα βήμα πίσω, εντοπίζει το σημείο καμπής ήδη στο 2019. Αναφέρεται στη δήλωση του Τσίπρα μετά τις εκλογές «θα τα αλλάξω όλα», την οποία χαρακτηρίζει κομβική. «Όταν έχεις ανθρώπους που έχουν δώσει μάχη, αυτό το μήνυμα τους ακυρώνει», σημειώνει, περιγράφοντας το αίσθημα απογοήτευσης που, όπως λέει, δημιουργήθηκε στη βάση. «Σαν να τους λες ότι δεν τους χρειάζεσαι», καταλήγει, συνοψίζοντας την πολιτική και συναισθηματική διάσταση εκείνης της στιγμής. Για τον ίδιο, το μήνυμα που εισπράχθηκε ήταν βαθιά προσβλητικό. «Σαν να λες ότι όλο αυτό δεν άξιζε», σημειώνει.


"Όταν κάτι δεν προχωρά, πρέπει να το αναθεωρείς"

Στο ζήτημα των πολιτικών συνεργασιών, ο Ευκλείδης Τσακαλώτος περιγράφει δύο διακριτά σχέδια. «Είχαμε ένα plan A», λέει, δανειζόμενος, όπως σημειώνει, τον όρο από τον Γιάνη Βαρουφάκη. Αυτό το σχέδιο προέβλεπε τη συγκρότηση ενός ευρύτερου «λαϊκού μετώπου», με στόχο μια κοινή πολιτική απάντηση απέναντι στην κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη. Στην εξίσωση αυτή τοποθετεί τη Νέα Αριστερά, το ΠΑΣΟΚ, το ΜέΡΑ25 και τον Αλέξη Τσίπρα, υπογραμμίζοντας ότι υπήρχε, κατά την εκτίμησή του, κοινωνική απαίτηση για συνεννόηση. Ωστόσο, όπως λέει, το σχέδιο αυτό δεν προχώρησε. Επιρρίπτει ευθύνες τόσο στο ΠΑΣΟΚ και τον Νίκο Ανδρουλάκη, που, όπως σημειώνει, επιμένει σε αυτόνομη πορεία, όσο και στον Αλέξη Τσίπρα, τον οποίο κατηγορεί για απροθυμία ουσιαστικού διαλόγου. Αντίστοιχη στάση εντοπίζει και στο ΜέΡΑ25, κάνοντας λόγο για παρόμοια «αρχηγικά» χαρακτηριστικά.

Έτσι, περνά στο plan B. «Όταν κάτι δεν προχωρά, πρέπει να το αναθεωρείς», λέει, περιγράφοντας μια πιο ρεαλιστική προσέγγιση: την ανάγκη να υπάρχει μια διακριτή πολιτική φωνή στη Βουλή, που να θέτει ζητήματα τα οποία, όπως εκτιμά, δεν αναδεικνύονται επαρκώς από τα υπόλοιπα κόμματα.
Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρεται και σε πρόσωπα της επόμενης γενιάς, ξεχωρίζοντας τον Γαβριήλ Σακελλαρίδη ως μια περίπτωση που συνδυάζει πολιτικό βάρος και πιο ανοιχτό προφίλ.


Για τον Γιάνη Βαρουφάκη: "Δεν μιλάμε, θεωρεί ότι τον πρόδωσα"

Η συζήτηση φτάνει ξανά στον Γιάνη Βαρουφάκη, με τον Ευκλείδη Τσακαλώτο να επισημαίνει μια ειρωνική σύμπτωση: «Λέει σχεδόν το ίδιο πράγμα με τον Τσίπρα, “όποιος θέλει, ας έρθει σε μένα”», σημειώνει, εντοπίζοντας κοινή λογική πίσω από διαφορετικές πολιτικές αφετηρίες. Αποκαλύπτει, μάλιστα, ότι δεν διατηρούν πλέον επαφή. «Δεν μιλάμε», λέει, προσθέτοντας πως, κατά την εκτίμησή του, ο Βαρουφάκης θεωρεί ότι τον «πρόδωσε», επειδή δεν τον ακολούθησε μετά τη ρήξη του 2015. Μάλιστα, παραδέχεται πως η απόσταση μεταξύ τους κρατά χρόνια. Όπως εξηγεί, βλέπει δύο δρόμους για να γεφυρωθούν τέτοιες διαφορές: «Είτε κάθεσαι και συζητάς σοβαρά για το 2015, τι έγινε, τι θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, τι κάναμε σωστά και τι λάθος, είτε λες ότι δεν συμφωνούμε και το αφήνουμε στην άκρη».


"Θα καθόμασταν να φάμε μαζί"

Στο πιο προσωπικό κομμάτι της κουβέντας, η συζήτηση επιστρέφει στις σχέσεις του με πρόσωπα-κλειδιά της περιόδου, όπως ο Αλέξης Τσίπρας και ο Γιάνης Βαρουφάκης. Στο υποθετικό ενδεχόμενο ενός τηλεφωνήματος από τον Γιάνη Βαρουφάκη, η απάντησή του είναι άμεση, αλλά χωρίς αυταπάτες. «Θα το σήκωνα, φυσικά», λέει, σπεύδοντας ωστόσο να προσθέσει πως κάτι τέτοιο το θεωρεί «εξίσου απίθανο, όσο να τον καλέσει ο Αλέξης Τσίπρας».

Ο ίδιος δεν αποκλείει να κάνει εκείνος το πρώτο βήμα, αλλά θέτει σαφή όρο: «Θα τηλεφωνούσα αν υπήρχε κάτι να συζητήσουμε». Και ξεκαθαρίζει πως η συζήτηση, για να έχει νόημα, δεν μπορεί να είναι προσωπική, αλλά πολιτική και, κυρίως, συλλογική. «Δεν θεωρώ ότι πρέπει να είμαι "κλαρίνο" της Αριστεράς», σημειώνει χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας ότι όποιος θέλει διάλογο μαζί του θα πρέπει να απευθυνθεί συνολικά στη Νέα Αριστερά.

Η κουβέντα κλείνει με ένα πιο ανάλαφρο, αλλά αποκαλυπτικό υποθετικό σενάριο: ένα κοινό δείπνο με τους δύο πρώην συνομιλητές του. Ο Τσακαλώτος δεν δείχνει καμία προσωπική αμηχανία. «Θα καθόμασταν να φάμε μαζί», απαντά, διευκρινίζοντας όμως ότι κάτι τέτοιο δεν θα είχε πολιτικό περιεχόμενο, αλλά καθαρά ανθρώπινο χαρακτήρα.


"Η μαγειρική είναι το μόνο πράγμα που θεωρώ ότι κάνω που είναι δημιουργικό"

Η κουβέντα χαλαρώνει όταν περνά στο αγαπημένο του καταφύγιο: τη μαγειρική. «Τα ινδικά είναι η σπεσιαλιτέ μου» λέει και με εμφανή ενθουσιασμό μιλά για τις κουζίνες του κόσμου, από το Μεξικό μέχρι την Ιαπωνία, αλλά και για τις διαφορετικές περιοχές της Ινδίας, δείχνοντας μια πλευρά του πολύ μακριά από τα στερεότυπα του «στεγνού» οικονομολόγου. Για τον ίδιο, η μαγειρική δεν είναι απλώς χόμπι, αλλά μια βαθιά δημιουργική διαδικασία. «Είναι το μόνο πράγμα που θεωρώ ότι κάνω που είναι δημιουργικό», λέει, εξηγώντας πως εκείνη τη στιγμή αποσυνδέεται από τα πάντα.


"Προφανώς αδίκησα τα παιδιά μου"

Η συζήτηση, ωστόσο, αποκτά πιο προσωπικό βάθος όταν τίθεται το ερώτημα της οικογένειας και του κόστους των επιλογών του. Χωρίς υπεκφυγές, αναγνωρίζει ότι η πολιτική είχε τίμημα. «Προφανώς αδίκησα τα παιδιά μου», παραδέχεται, αναφερόμενος ιδιαίτερα στην περίοδο 2015-2019, όταν οι απαιτήσεις ήταν ακραίες.

Περιγράφει με ειλικρίνεια μια καθημερινότητα σχεδόν απουσίας: «Τα πρώτα χρόνια τα έβλεπα ελάχιστα». Την ίδια στιγμή, όμως, επιχειρεί να δώσει ένα ευρύτερο νόημα στην επιλογή του. «Θα τους έλεγα ότι στη ζωή θα έρθουν στιγμές που θα πρέπει να θυσιάσεις κάτι για κάτι που θεωρείς σημαντικό», σημειώνει.

Η συζήτηση περνά και στην προσωπική του ζωή, με αφορμή το νέο κεφάλαιο που άνοιξε μετά από έναν μακροχρόνιο γάμο. Ο ίδιος δεν κρύβει ότι η αλλαγή αυτή δεν ήταν εύκολη για τα παιδιά του. «Ήταν δύσκολο», παραδέχεται, εξηγώντας πως, ακόμη κι όταν τα παιδιά είναι μεγαλύτερα και πιο ώριμα, μια τέτοια μεταβολή επηρεάζει τις ισορροπίες της οικογένειας. Παρ’ όλα αυτά, όπως σημειώνει, ο διάλογος έπαιξε καθοριστικό ρόλο.

Όσο για το αν υπήρξε αυστηρός πατέρας, η απάντησή του έρχεται με χιούμορ: «Όχι τόσο αυστηρός όσο καθηγητής», λέει, παραπέμποντας στην εικόνα του αυστηρού δασκάλου που, όπως φαίνεται, τον ακολουθεί περισσότερο στην πανεπιστημιακή αίθουσα παρά στο σπίτι.


"Και ο ΠΑΟΚ και η Αριστερά συνηθίζουν να κλέβουν την ήττα από τα σαγόνια της νίκης"

Η κουβέντα κλείνει με μια πιο ανάλαφρη αναφορά στη Θεσσαλονίκη και στον ΠΑΟΚ, ομάδα με την οποία ο Ευκλείδης Τσακαλώτος συνδέθηκε από τα παιδικά του καλοκαίρια στην Ελλάδα. Όπως θυμάται, μεγάλωσε στην Αγγλία, αλλά περνούσε έναν μήνα στην Πρέβεζα και έναν στη Θεσσαλονίκη, δίπλα στις γιαγιάδες του. Εκεί, μέσα από φίλους της μητέρας και της γιαγιάς του, ήρθε και η σχέση με τον ΠΑΟΚ. «Ήταν όλοι ΠΑΟΚτσήδες», λέει, εξηγώντας πως κάπως έτσι δέθηκε με την ομάδα. Και το συνδέει με χιούμορ με την πολιτική του ταυτότητα: «Και ο ΠΑΟΚ και η Αριστερά συνηθίζουν να κλέβουν την ήττα από τα σαγόνια της νίκης», λέει, σχολιάζοντας πως και στα δύο χρειάζεται αντοχή, αφού υπάρχουν «καλές στιγμές αλλά και πολύ μεγάλες κοιλιές».


"Στον Βόρειο Πόλο θα μπορούσα να πάρω τον Άδωνι Γεωργιάδη... και να τον αφήσω εκεί"

Η συζήτηση ολοκληρώνεται με μια πιο ανάλαφρη -και αποκαλυπτική για το χιούμορ του- ερώτηση. Σε ένα υποθετικό σενάριο, καλείται να επιλέξει ποιον πολιτικό θα έπαιρνε μαζί του σε δύο εντελώς διαφορετικά ταξίδια: ένα στον Βόρειο Πόλο και ένα στην Καραϊβική.

Η απάντησή του έρχεται αφοπλιστικά: «Στον Βόρειο Πόλο θα μπορούσα να πάρω τον Άδωνι Γεωργιάδη... και να τον αφήσω εκεί», λέει γελώντας, για να συμπληρώσει με την ίδια διάθεση: «Ίσως του αρέσει το σκι και το ψάρεμα φάλαινας».

Αντίθετα, για την Καραϊβική επιλέγει μια διαφορετική συντροφιά: «Θα πήγαινα με την Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ», αναφέροντας την Αμερικανίδα προοδευτική πολιτικό, με την οποία, όπως αφήνει να εννοηθεί, θα είχε ενδιαφέρον να περάσει ώρες συζήτησης.

Ένα κλείσιμο που, πέρα από τις πολιτικές αποστάσεις, δείχνει και μια πιο ανάλαφρη πλευρά του, επιβεβαιώνοντας ότι το χιούμορ παραμένει για τον ίδιο βασικό εργαλείο ακόμη και στην πολιτική.


Δείτε όλη τη συνέντευξη εδώ: