Ηρθε σχετικά πρόσφατα στην Αθήνα από τα Τρίκαλα, τη γενέτειρά του, για να κάνει µεταπτυχιακό και να ασκήσει τη δικηγορία. Ωστόσο, µέσα από πολλές δυσκολίες, ακόµα και απογοητεύσεις, ήρθαν ενώπιόν του ευκαιρίες που δέχθηκε µε αποφασιστικότητα και τώρα τις θυµάται µε ευγνωµοσύνη. Ο Γιώργος Μπαλατσούκας, δικηγόρος, αναπληρωτής εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛΑΣ, µιλά στο «S» για τη γνωριµία του µε τον Αλέξη Τσίπρα, που οδήγησε και στη σηµερινή συνεργασία τους, για τη µαθητική και επαγγελµατική του πορεία, αλλά και το πάθος του για τη ρεµπέτικη µουσική.


Πώς προέκυψε η συνεργασία σας µε τον Αλέξη Τσίπρα;

Να σου πω, κατ’ αρχάς, ότι ήρθα στην Αθήνα από την πόλη µου, τα Τρίκαλα, µόλις πριν από τέσσερα χρόνια, για να κάνω µεταπτυχιακό και να ασχοληθώ µε τη µάχιµη ποινική δικηγορία. Πολλά δεν θα µπορούσα να φανταστώ από τότε. Ούτε ότι θα περνούσα από τρικυµίες ούτε ότι θα άνοιγα δικό µου γραφείο ούτε ότι οι νέοι συνάδελφοί µου θα µε ανέβαζαν τόσο ψηλά στις κάλπες του ∆ικηγορικού Συλλόγου της Αθήνας, όταν κατέβηκα υποψήφιος το 2025. Κυρίως όµως δεν θα µπορούσα να φανταστώ ότι ο Αλέξης Τσίπρας θα µου ζητούσε να βοηθήσω στην οργάνωση «Unmute Now» στην Αθήνα, µιας πρωτοβουλίας νέων, που θα µιλούσαν για τα προβλήµατα και τις αγωνίες τους στην Ελλάδα του 2026. Εκεί γνωριστήκαµε, σε έναν κύκλο νέων, µε πολύ πάθος και όρεξη, κυρίως όµως µε αρκετά βιώµατα που -ω, ναι- µας έφεραν βαθιά στην ανάγκη να µιλήσουµε για πολιτική µε όρους του σήµερα, έχοντας όµως κοινό προβληµατισµό για το πώς θα εργαστούµε, ώστε να φτιάξουµε τους όρους του αύριο, µε τους καθηµερινούς ανθρώπους και τη νέα γενιά πρωταγωνιστές στο παιχνίδι.
mpalatsoukas_me_tsipra


Οταν σας πρότεινε να αναλάβετε αναπληρωτής εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛΑΣ, πώς αντιδράσατε;

Οταν µου το πρότεινε; Σκάλωσα! Λέω: «Εµένα βρήκες; Τόσους έχεις!». ∆εν έχω προλάβει καν εδώ και δύο χρόνια να ανοίξω το γραφείο µου -σε διαβεβαιώ, ρίχνοντας άπειρες ώρες δουλειάς, προετοιµασίας, ραντεβού, διαβάσµατος και γραψίµατος-, θα βάλω κι άλλον µπελά στο κεφάλι µου; Βέβαια, τότε ένας σπουδαίος άνθρωπος, ανιδιοτελής, µε αγνή καρδιά και πολιτικό δαιµόνιο, ο Νίκος Μαραντζίδης, µου είπε: «Κοίτα να δεις, µικρέ, κάποιες ευκαιρίες στη ζωή και στην πολιτική το µόνο που θα µετανιώσεις είναι να µην τις πάρεις». Και το µυαλό µου γύρισε. Τότε είπα στον εαυτό µου: «∆εν γίνεται αλλιώς! Αντιλαµβάνοµαι ότι είναι τεράστια η ευθύνη, αλλά θα στύψω και τις πέτρες για να φανώ αντάξιος αυτής της πρόκλησης, αυτού του κόσµου και της εξαιρετικής οµάδας που πλαισιώνει τη Συµπαράταξη».


Ποιος είναι ο στόχος σας;

∆ύσκολο ερώτηµα. Γιατί ενέχει τον κίνδυνο του κλισέ, αλλά είναι ταυτόχρονα και πολύ σηµαντικό, δηλωτικό µιας φιλοδοξίας πολύ µεγαλύτερης από εµένα τον ίδιο. Νοµίζω πως ο στόχος µου είναι η αλήθεια µας, η αλήθεια των απλών ανθρώπων, να έρθει στο προσκήνιο, να γίνει η βάση µιας πολιτικής πρότασης και ενός οράµατος που θα αλλάξει πραγµατικά την Ελλάδα. Που θα της δώσει την πνοή για να βγει από µια παρακµιακή αντίληψη ενός καθηλωτικού παρασιτισµού, που δεν µας αφήνει να είµαστε πραγµατικά ελεύθεροι, να δηµιουργούµε, να σχεδιάζουµε το µέλλον και, εντέλει, να ζούµε µε αξιοπρέπεια σε µια δίκαιη κοινωνία.


Πείτε µας λίγα πράγµατα για την πορεία σας.

Είµαι γέννηµα-θρέµµα των Τρικάλων, µιας πόλης που έχω πραγµατικά µέσα στην καρδιά µου για την καλοσύνη των ανθρώπων της, αλλά και για το σύγχρονο και προοδευτικό της πνεύµα. Στα φοιτητικά µου χρόνια ανακάλυψα τη Σαλονίκη µε τα ρεµπετάδικά της και µέσα από τα αµφιθέατρα της Νοµικής ένιωσα να αποκαλύπτεται µπροστά µου µια επιστήµη που δεν πίστευα ότι θα άλλαζε τόσο ριζικά τη σκέψη µου. Ταυτόχροναη συνδικαλιστική δράση ήταν η µόνη διέξοδός µου σε έναν κόσµο που διαρκώς κατέρρεε και στο perception ότι δεν υπάρχει τίποτα κεκτηµένο, αλλά απαιτείται διαρκής αγώνας για να κατακτήσεις αυτά που έχουν σηµασία. Ηµουν βέβαια ενεργός στα κοινά ήδη από την Ε’ ∆ηµοτικού, οπότε εκλεγόµουν πρόεδρος στα 5µελή και στα 15µελή του Γυµνασίου και του Λυκείου - µέσα στα χρόνια της µαύρης κρίσης αυτό βέβαια ήταν κάπως διαφορετικό. Ωστόσο, όσο κυλούσε ο χρόνος, καλούµουν όλο και πιο έντονα να αντιµετωπίσω το πρόβληµα της επιβίωσης και τόσο περισσότερο ριζοσπαστικοποιούµουν. Κάπως έτσι, ενώ τελείωσα τον Στρατό και τη δικηγορική άσκηση, ήρθα στην Αθήνα χωρίς να ξέρω κανέναν, χωρίς να προέρχοµαι από δικηγορική οικογένεια, για να βρω δουλειά και να κάνω το µεταπτυχιακό µου στο Ευρωπαϊκό Ποινικό ∆ίκαιο.


Ποια ήταν η πιο δύσκολη απόφαση που έχετε πάρει;

Οταν ήρθα στην Αθήνα, το καλοκαίρι του ’22, δεν περίµενα ότι θα δυσκολευτώ τόσο πολύ. Κυρίως δεν περίµενα ότι θα έψαχνα για συνεχόµενους µήνες δουλειά και θα εισέπραττα συµπεριφορές τόσο ανάξιες για κάθε νέο άνθρωπο που θέλει να ανοίξει τα φτερά του. Εργασιακή εκµετάλλευση, 13άωρα µε µισθούς πείνας και νοίκια στον Θεό. Το πιο συγκλονιστικό ήταν όταν είχα πάει για συνέντευξη σε ένα γραφείο και µου λένε: «∆εν είναι Τρίκαλα εδώ να κάνεις σιέστα το µεσηµέρι. Θα δουλεύεις 13 ώρες και ξέχνα το µεταπτυχιακό». Και -ενώ έβραζα µέσα µου και φόρτωνα- ρώτησα τον συγκεκριµένο υποψήφιο «εργοδότη» τι µισθό θα µου έδινε για όλα αυτά τα υπερπρονόµια. Μου απάντησε «350 ανά δεκαπενθήµερο». Και ευγενικά του είπα, αν θέλει, να του τα δίνω εγώ τόσο πολλά, αλλά υπό τον όρο να µου δώσει το 50% του γραφείου του. Προφανώς καταλαβαίνεις πώς έφυγα… Εκεί λοιπόν αισθανόµουν γυµνός µέσα στον παγετό του απόλυτου αδιεξόδου. Οι δικοί µου µε παρακαλούσαν να έρθουν να µε πάρουν για να γυρίσω στα Τρίκαλα και να διαβάσω για να περάσω στο ∆ικαστικό. ∆εν το ήθελα, που να γκρεµιζόταν ο κόσµος. Ηθελα να γίνω δικηγόρος και να κάνω Ποινικό! Κι έτσι πήρα την πιο παράλογη ίσως απόφαση: να µείνω στην Αθήνα και να ανοίξω το γραφείο/σπίτι µου µέχρι να βρω µια καλύτερη ευκαιρία. Και -ευτυχώς για µένα- αυτή ήρθε. Με πολύ κόπο, αλλά ήρθε. Και γι’ αυτό είµαι ευγνώµων.


Ισχύει ότι παίζετε µπουζούκι; Πού µάθατε;

Ω, ναι, το µεγάλο µου πάθος είναι το αυθεντικό, αστικό, λαϊκό τραγούδι, που εν συντοµία ονοµάζουµε ρεµπέτικο. Είναι ο ήχος της ζωής µου. Παίζω τρίχορδο µπουζούκι από την ηλικία των 12-13 και είµαι αυτοδίδακτος. Το πιο ωραίο είναι όταν µαζευόµαστε παρέες, ενώνουµε τραπέζια και παίζουµε όλοι µαζί. Εκεί, νοµίζω, καταξιώνεται η ύπαρξη!

Παίζω τρίχορδο µπουζούκι από την ηλικία των 12-13 και είµαι αυτοδίδακτος. Το πιο ωραίο είναι όταν µαζευόµαστε παρέες, ενώνουµε τραπέζια και παίζουµε όλοι µαζί. Εκεί, νοµίζω, καταξιώνεται η ύπαρξη!

Στο σχολείο τι µαθητής ήσασταν;

Ηµουν ένας επιµελής µαθητής, αυτό που θα ονοµάζαµε «σπασικλάκι», αλλά µε τον δικό µου τρόπο. Αρνούµουν πεισµατικά να γίνω απουσιολόγος, γιατί ήθελα, εκτός από το να είµαι καλός µαθητής, να κάνω παρέα µε όλα τα παιδιά, εκείνα που κάθονταν στα πρώτα, αλλά και στα τελευταία θρανία. Μάλιστα, θυµάµαι ότι την πρώτη µου «δικηγορική» αγόρευση την είχα κάνει στο Λύκειο, στο συµβούλιο των καθηγητών, για έναν συµµαθητή µου που είχε υπερβεί το όριο των απουσιών, και µετά την πετυχηµένη υπεράσπιση έκανε πάρτι όλο το σχολείο. Ηταν µια συναρπαστική εµπειρία, που είχε πάρει τον καλύτερο βαθµό, γιατί τον είχαν δώσει οι συµµαθητές µου.


Γιατί να συµµετέχουν οι νέοι στην πολιτική;

Ας βάλουµε στην άκρη τη λέξη «πολιτική». Την έχουν κάνει να φαίνεται σαν µπαµπούλας. Η συµµετοχή έχει πραγµατική αξία, γιατί χωρίς αυτή δεν αλλάζει τίποτα. Τίποτα δεν είναι δεδοµένο! Ούτε στη ζωή ούτε στην πολιτική. Και να µην ξεχνάµε ότι η ίδια η απόσυρση είναι πολιτική επιλογή. Γιατί, αν δεν σηκώσεις το χέρι σου να πεις «είµαι κι εγώ εδώ και έχω άποψη», τότε η άποψη κάποιου άλλου θα υπερισχύσει και θα επηρεάσει και τη δική σου ζωή. Οι νέοι λοιπόν, αν πράγµατι αισθάνονται -και πιστεύω πως το νιώθουν βαθιά µέσα τους- ότι η ζωή τους πρέπει και µπορεί να αλλάξει, τότε πρέπει να είναι όχι απλώς παρόντες, αλλά πρωταγωνιστές στη διεκδίκηση µιας καλύτερης ζωής για όλους.

Δημοσιεύθηκε στο Secret της εφημερίδας Παραπολιτικά