Η εκτίµηση του προέδρου του Κοινοβουλίου και παλαίµαχου στελέχους της Αριστεράς, Ν. Βούτση, σύµφωνα µε την οποία η διαδικασία κύρωσης της Συµφωνίας των Πρεσπών θα οδηγήσει σε δοµική αλλαγή του πολιτικού σκηνικού, είχε συζητηθεί µε ένταση στα δηµοσιογραφικά γραφεία όταν προ µηνών είχε γίνει. Τις τελευταίες εβδοµάδες, σε κάθε περίπτωση, επιβεβαιώνεται µε τον πλέον απόλυτο τρόπο. Και µπορεί οι ραγδαίες εξελίξεις να µην είναι αποκλειστικά αποτέλεσµα της ερχόµενης προς ψήφιση πλέον από το Ελληνικό Κοινοβούλιο συνθήκης, αλλά αυτή αποτελεί τον καταλύτη.
Πρώτον, για τη διάσπαση και διάλυση του κυβερνητικού συνασπισµού ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝ.ΕΛ., αλλά και για τις µαζικές µετακινήσεις βουλευτών από κόµµα σε κόµµα.

Ως προς το πρώτο, ιδιαίτερα αποκαλυπτική ήταν και η τοποθέτηση του επικεφαλής των ΑΝ.ΕΛ., Π. Καµµένου, στη συνεδρίαση της Βουλής για την παροχή ψήφου εµπιστοσύνης προς την κυβέρνηση, µετά την αποχώρησή του από το υπουργείο Αµυνας, σύµφωνα µε την οποία ο πρωθυπουργός Αλ. Τσίπρας, σε διαφορετικά χρονικά διαστήµατα, του είχε υποσχεθεί αρχικά ότι η συµφωνία µε τα Σκόπια θα ερχόταν προς κύρωση από την Ελλάδα µετά τις εκλογές.

Στη συνέχεια και συγκεκριµένα τον προηγούµενο Νοέµβριο -στην περίφηµη συνάντησή τους στη Στρατιωτική Λέσχη (ΛΑΕ∆)- είχαν συµφωνήσει να έρθει τον ερχόµενο Μάρτιο, οπότε και πάλι η χώρα θα έµπαινε σε εκλογική περίοδο µε αφορµή τις αυτοδιοικητικές εκλογές και τις ευρωεκλογές του Μαΐου. Τελικά, όµως, τον αιφνιδίασε φέρνοντας τη συνθήκη προς ψήφιση από τις αρχές του χρόνου, ελάχιστες ηµέρες µετά την κύρωσή της από το Κοινοβούλιο των Σκοπίων.

ΑΠΟΧΩΡΟΥΝ

Η διάλυση του συνασπισµού ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝ.ΕΛ., που άσκησε τη διακυβέρνηση της χώρας για σχεδόν µία τετραετία µε ελάχιστους ή µηδαµινούς κραδασµούς, παρά τις απολύτως αντίθετες ιδεολογικοπολιτικές αφετηρίες, εξελίσσεται µε απολύτως «ασύµµετρο» τρόπο, µε τους Ανεξάρτητους Ελληνες κυριολεκτικά να διαλύονται.

Μια πλειάδα από στελέχη τους, όπως η Ε. Κουντουρά, ο Β. Κόκκαλης, ο Θ. Παπαχριστόπουλος, η Μ. Χρυσοβελώνη, ο ήδη σε συνθήκες διαγραφής Τ. Κουίκ και ο συνεργαζόµενος Κ. Ζουράρις, δήλωσαν ανυπακοή στις επιλογές του κόµµατος και του κ. Καµµένου, δίδοντας άλλοι ψήφο εµπιστοσύνης στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, διατηρώντας υπουργικές θέσεις, ενώ άλλοι θεωρείται βέβαιο ότι θα υπερψηφίσουν τη Συµφωνία των Πρεσπών, που αποτελούσε εξαρχής «κόκκινη γραµµή» για τους ΑΝ.ΕΛ., και άλλοι θα κάνουν και τα δύο.

Η «υπαρξιακή κρίση», όµως, δεν αφορά µόνο το κόµµα των ΑΝ.ΕΛ., που δέχεται το τέλος της συγκυβέρνησης. Αφορά και τις παρασκηνιακές µεθοδεύσεις του Μεγάρου Μαξίµου για πρόσκτηση βουλευτών, προκειµένου να διατηρήσει την απόλυτη πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο και µετά τη διάσπαση του κυβερνητικού συνασπισµού, όπως συνέβη και µε την ψήφο εµπιστοσύνης, αλλά και τα άλλα κόµµατα της ελάσσονος αντιπολίτευσης, όπως είναι το Ποτάµι και η Ενωση Κεντρώων. Το κρίσιµο ζήτηµα που σχετίζεται µε τα κόµµατα αυτά είναι όχι µόνον η Συµφωνία των Πρεσπών, αλλά το τυπικό τέλος του κύκλου των Μνηµονίων.

∆εν µπορεί να περάσει απαρατήρητο το γεγονός ότι το σύνολο σχεδόν των δηµοσκοπήσεων, από τις αρχές του φθινοπώρου, δείχνει ότι τα τρία αυτά κόµµατα δεν θα περάσουν το όριο του 3% στις επερχόµενες εκλογές, άσχετα αν αυτές θα πραγµατοποιηθούν τον Μάιο ή τον Οκτώβριο. Αυτό, όπως είναι προβλεπτό, δηµιουργεί συνθήκες νευρικότητας στους βουλευτές και διάθεση κινητικότητας προς άλλους κοµµατικούς σχηµατισµούς και ειδικά στα µεγάλα κόµµατα, τη Ν.∆. και τον ΣΥΡΙΖΑ, προκειµένου να έχουν πιθανότητες για την επανεκλογή τους.

Αυτό γίνεται φανερό από το γεγονός ότι µια πλειάδα βουλευτών έχουν µετακινηθεί από αυτά, πολύ πριν τεθεί καν χρονοδιάγραµµα για την κύρωση της Συµφωνίας των Πρεσπών από το ελληνικό Κοινοβούλιο.

ΠΡΟΣΧΩΡΗΣΕΙΣ

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγµα της αποχώρησης και της ανεξαρτητοποίησης του κ. ∆. Καµµένου από τους ΑΝ.ΕΛ., των Χ. Θεοχάρη, Ι. Φωτήλα, Αικ. Μάρκου, Α. Ιλχάν και Κ. Μπαργιώτα από το Ποτάµι, µε τους παραπάνω, πλην των δύο τελευταίων, που κινήθηκαν στο ΚΙΝ.ΑΛ., να εντάσσονται στη φιλική Ν.∆., και των Θ. Μεγαλοοικονόµου, Γ. Καρρά, Γ. Κατσιαντώνη, Γ. Λαζαρίδη και Αρ. Φωκά, που µετακινούνται από την Ενωση Κεντρώων προς ΣΥΡΙΖΑ, Ν.∆. και ΚΙΝ.ΑΛ., ανεξαρτητοποιούνται ή ακόµη και προσχωρούν, όπως ο τελευταίος, στους ΑΝ.ΕΛ. Το πρόβληµα των κοµµάτων αυτών, όπως επανειληµµένως, πέραν των δηµοσκοπήσεων, έθιξε η πολιτική ανάλυση, ήταν και είναι ότι µετά το τέλος των Μνηµονίων δεν έχουν κάτι ιδιαίτερο να πουν για µια επόµενη Ελλάδα, αλλά δεν µπορούν ούτε πολιτικό χώρο ως κόµµατα «διαµαρτυρίας» να διεκδικήσουν, µε αποτέλεσµα να δείχνουν τελικά µη βιώσιµα.

Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση του περιβάλλοντος που έχει δηµιουργηθεί στην παρούσα φάση στο Ποτάµι ενόψει της ψηφοφορίας για τη Συµφωνία των Πρεσπών, µε τον Σπ. ∆ανέλλη, εκ των βουλευτών του, να έχει διαγραφεί τις τελευταίες ηµέρες, αφού έδωσε ψήφο εµπιστοσύνης στον ΣΥΡΙΖΑ. Οι µεν Στ. Θεοδωράκης, Γ. Μαυρωτάς και Σπ. Λυκούδης βλέπουν ως θετική τη συµφωνία -αυτός ήταν άλλωστε και ο λόγος που αποχώρησε το Ποτάµι από τη συµµαχία µε το ΚΙΝ.ΑΛ. πρόσφατα-, ενώ οι Γρ. Ψαριανός και Γ. Αµυράς, µε την αποχώρησή τους από το κόµµα και τη συµµετοχή τους στα ψηφοδέλτια της Ν.∆. στις επερχόµενες εκλογές, όχι µόνο στέκονται αρνητικά απέναντι στη συµφωνία, αλλά είναι έτοιµοι να αποχωρήσουν άµεσα αν υπερψηφιστεί από τους υπολοίπους.

Η έντονη κινητικότητα του Μητσοτάκη

Το έλλειµµα συνοχής και οι οριακοί συσχετισµοί οδηγούν κόµµατα όπως το Ποτάµι αλλά και το ΚΙΝ.ΑΛ. στο να βρίσκουν διέξοδο στην ψήφο κατά συνείδηση, αλλά η αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού δεν εξελίσσεται µόνον εξαιτίας της προβληµατικής κατάστασης και του ελλείµµατος προοπτικής των κοµµάτων της ελάσσονος αντιπολίτευσης.

Κύρια παράµετρος είναι η στρατηγική που ακολουθούν τα κεντρικά κόµµατα διακυβέρνησης, που δεν είναι άλλα από τη Νέα ∆ηµοκρατία στην Κεντροδεξιά και τον ΣΥΡΙΖΑ στην Κεντροαριστερά. «Γυρολόγους» χαρακτηρίζει τους βουλευτές που µετακινούνται µε στόχο την επανεκλογή τους ο πρόεδρος Κ. Μητσοτάκης και «κόµµατα ευκαιρίας» τους πολιτικούς σχηµατισµούς που δηµιουργήθηκαν την περίοδο των Μνηµονίων, εκφράζοντας την αντίδραση της κοινωνικής δοµής στα ασφυκτικά δηµοσιονοµικά µέτρα προσαρµογής για τη διαχείριση της χρεοκοπίας που επιβλήθηκαν από Ε.Ε.-∆ΝΤ.

Για τη Ν.∆. η στρατηγική της αυτοδυναµίας που ακολουθεί δεν επιτρέπει περιθώρια για σχηµατισµό βιώσιµων πολιτικών σχηµάτων στα δεξιά της, πλην της Χρυσής Αυγής, που δεν λογίζεται όµως µέρος του κοινοβουλευτικού τόξου. Ταυτόχρονα µε τα δυναµικά και πειστικά «ανοίγµατα» που επιχειρεί προς το Κέντρο, ειδικά επί προεδρίας Μητσοτάκη, αποδιοργανώνει σχήµατα όπως το Ποτάµι, αλλά και µια πτέρυγα του ΚΙΝ. ΑΛ. σε δεύτερη φάση, αυξάνοντας την επιρροή της στον «µεσαίο χώρο».

Από την άλλη πλευρά, σε κλίµα ανακούφισης τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ -κίνηση των «53+», Φίλης, Σκουρλέτης- αλλά και το κεντρικό επιτελείο στο πρωθυπουργικό γραφείο αντιµετωπίζουν το τέλος της «συγκατοίκησης» µε τους ΑΝ.ΕΛ. και τον κ. Καµµένο.

Ενδεικτική η δευτερολογία του πρωθυπουργού Αλ. Τσίπρα στη συνεδρίαση για την ψήφο εµπιστοσύνης, όπου µίλησε πολύ αναλυτικά αλλά και καθαρά για «µέτωπο των προοδευτικών δυνάµεων» απέναντι στις «συντηρητικές δυνάµεις», για έναν νέο «διπολισµό», επιχειρώντας να προσελκύσει στελέχη και ψηφοφόρους της Κεντροαριστεράς και του ΠΑΣΟΚ προς τον ΣΥΡΙΖΑ.

Πολύ ενδιαφέρουσα και η τοποθέτηση του αντιπροέδρου Γ. ∆ραγασάκη στην ίδια συνεδρίαση, όπου µίλησε για αλλαγή του πολιτικού σκηνικού το 2011-2012 και για έναν δεύτερο κύκλο στην παρούσα φάση, ενόψει εκλογών. Η στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ ενόψει εκλογών είναι επίσης σαφής. Από τη µια πλευρά, να µην επιτρέψει βιώσιµο εκλογικά πολιτικό σχήµα αριστερά του -τύπου Λαφαζάνη ή Κωνσταντοπούλου- πλην του ΚΚΕ, που όµως δεν σχετίζεται µε την ανανεωτική Αριστερά Κεντροαριστερά και τη διακυβέρνηση, και ταυτόχρονα ένταξη των στελεχών της Κεντροαριστεράς, «εκσυγχρονιστών», «παπανδρεϊκών» ή της ∆ΗΜ.ΑΡ., που µένουν εγκλωβισµένοι στη «σκιά» του ΠΑΣΟΚ, το ΚΙΝ.ΑΛ.

Μάλιστα για τον ΣΥΡΙΖΑ θεωρείται ρεαλιστικός στόχος να βρεθεί στην Ευρωπαϊκή Σοσιαλιστική Οµάδα, µε ό,τι σηµατοδοτεί αυτό, µετά τις ευρωεκλογές και αυτός θεωρείται ένας από τους λόγους που επιδιώκει εθνικές εκλογές τον Οκτώβριο και όχι τον Μάιο.

Θα πρόκειται για πλήρη αναστροφή των δεδοµένων της δεκαετίας του ’80, την εποχή που ο Α. Παπανδρέου χρησιµοποιούσε την Αριστερά για να διαφηµίζει υπέρ του ΠΑΣΟΚ το «µέτωπο των προοδευτικών δυνάµεων».

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, ο κύκλος της αναδιάρθρωσης του πολιτικού σκηνικού στη µεταµνηµονιακή Ελλάδα, που άνοιξε στο παρόν Κοινοβούλιο, προβλέπεται να συνεχιστεί και να κλιµακωθεί µετά τις εθνικές εκλογές και τον συσχετισµό δυνάµεων στο επόµενο Κοινοβούλιο, µε πολλές πιθανότητες να µην καταλήξει σε έναν δικοµµατισµό κατά το µοντέλο ΠΑΣΟΚΝ.∆. της Μεταπολίτευσης, αλλά σε έναν διπολισµό γερµανικού ή βρετανικού τύπου, µε πάγιες συµµαχίες κοµµάτων ή κοινωνικών κινηµάτων και όχι µονοκοµµατικές κυβερνήσεις.

*Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Παραπολιτικά», 19/01/2019