H στάση των ελληνικών μεταπολεμικών κυβερνήσεων στο θέμα των κατοχικών γερμανικών δανείων: Από το 1945 ο καθηγητής Αγγελος Αγγελόπουλος είχε ανακινήσει το θέμα των κατοχικών δανείων στο βιβλίο του «Το οικονομικό πρόβλημα της Ελλάδος». Το 1947 υπέβαλε σχετική μελέτη στο Διεθνές Στατιστικό Συνέδριο που είχε συνέλθει στην Ουάσινγκτον, ενώ έγραψε σχετικά άρθρα τόσο σε εφημερίδες όσο και στην εκδιδόμενη από τον ίδιο μηνιαία επιθεώρηση «Νέα Οικονομία», τα οποία έδωσαν λαβή και για συζητήσεις στη Βουλή. Παρά ταύτα, δεν εκδηλώθηκε κανένα απολύτως ενδιαφέρον για τη διευθέτηση του σημαντικού αυτού ζητήματος για την Ελλάδα από τις μεταπολεμικές ελληνικές κυβερνήσεις έως το 1964. 

Τη 17η Απριλίου της προαναφερθείσας χρονιάς, με την ευκαιρία του σχηματισμού της κυβέρνησης της Ενώσεως Κέντρου, ο Αγγ. Αγγελόπουλος δημοσίευσε σε αθηναϊκή εφημερίδα εκτενές άρθρο, παραθέτοντας αναλυτικά και με πλήρη τεκμηρίωση τα δεδομένα του ζητήματος των κατοχικών δανείων και εκφράζοντας την έκπληξή του για το γεγονός ότι οι έως τότε κυβερνήσεις δεν επιδίωξαν την αποπληρωμή από μέρους των Γερμανών και των Ιταλών των πιστώσεων που είχαν λάβει από την Τράπεζα της Ελλάδος κατά την εποχή της Κατοχής. Το άρθρο αυτό αναδημοσιεύτηκε στο τεύχος Μαΐου 1964 της «Νέας Οικονομίας» και το περιεχόμενό του επιβεβαιώθηκε πλήρως από επιστολή του Σπ. Χατζηκυριάκου, διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος κατά την Κατοχή.

Το θέμα των κατοχικών δανείων τέθηκε για πρώτη φορά από μέρους της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας το φθινόπωρο του 1964 από την κυβέρνηση της Ενώσεως Κέντρου. Τότε, ο επί Κατοχής πληρεξούσιος του Ράιχ στην Ελλάδα, Αλτενμπουργκ, ομολόγησε τη σύναψη των δανείων και την απορρέουσα από αυτή γερμανική οφειλή.

Την 21η Οκτωβρίου 1966 δημοσιεύτηκε στον ελληνικό Τύπο δήλωση του δρος Γ. Ράινχαρτ, πρώην γενικού διευθυντή του γερμανικού υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, ο οποίος αποκάλυπτε τα όσα ανέφερε επί του ζητήματος δύο χρόνια νωρίτερα (το 1964) στον τότε πρωθυπουργό, Γεώργιο Παπανδρέου.

Είναι αξιοπρόσεκτα τα όσα δήλωσε ο Γερμανός αξιωματούχος: «Οπως έγραψα εις επιστολήν μου προς τον τότε πρόεδρον της ελληνικής κυβερνήσεως, κ. Γ. Παπανδρέου, τον Οκτώβριον του 1964 και του ανέφερα και προσωπικώς κατά την επίσκεψίν μου εις Αθήνας, ως προσκεκλημένος του Ιδρύματος Οικονομικών Ερευνών, τον Δεκέμβριον του έτους εκείνου, κατά τας διαπραγματεύσεις που προηγήθησαν της συμφωνίας περί χορηγήσεως γερμανικού δανείου προς την Ελλάδα το 1958, η τότε ελληνική κυβέρνησις παρητήθη προφορικώς των κατοχικών απαιτήσεων της Ελλάδος».

Ο Ράινχαρτ πρόσθεσε ότι ο Γ. Παπανδρέου κατά τη συνάντησή τους του δήλωσε ότι η κυβέρνηση θεωρούσε το θέμα ανοιχτό και ότι κατά την επίσκεψή του στη Δυτική Γερμανία θα το έθετε στον καγκελάριο Ερχαρτ. Μάλιστα, θα έστελνε στη Βόννη για προκαταρκτικές συζητήσεις επί του θέματος τον, βουλευτή τότε, Ανδρέα Παπανδρέου.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου τον επόμενο χρόνο (1965) επισκέφτηκε τη γερμανική πρωτεύουσα, όπου είχε διπλωματικές επαφές με τον τότε γενικό διευθυντή του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, Κάιζερ, ο οποίος επανέλαβε την 26η Μαρτίου 1965 όσα είχε δηλώσει λίγους μήνες νωρίτερα ο Ράινχαρτ, ότι δηλαδή η ελληνική κυβέρνηση το 1958 είχε δεσμευτεί προφορικά πως δεν θα διεκδικούσε πλέον τα κατοχικά δάνεια.

Υπήρξε ελληνική κυβέρνηση που έδειξε τόση ενδοτικότητα σε ένα κεφαλαιώδους σημασίας εθνικό θέμα ή μήπως η μομφή που της αποδόθηκε ήταν επινόημα των Γερμανών, για να δικαιολογήσουν την άρνησή τους να αποπληρώσουν το κατοχικό τους χρέος; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι δύσκολη.

Πάντως, εκφράστηκε αντίλογος στο γερμανικό επιχείρημα από Ελληνες πολιτικούς οι οποίοι συμμετείχαν στις ελληνογερμανικές συνομιλίες που έγιναν στη Βόννη τον Νοέμβριο του 1958.

Συγκεκριμένα, την 22α Οκτωβρίου 1966 δημοσιεύτηκε στον Τύπο δήλωση του υποδιοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος, Δ. Γαλάνη, ο οποίος ήταν μέλος της ελληνικής αντιπροσωπείας στις συζητήσεις με τους Γερμανούς κυβερνητικούς παράγοντες το 1958: «Ουδεμία εγένετο παραίτησις εκ της ελληνικής αξιώσεως, αλλ’ ουδέ καν εθίγη το θέμα των γερμανικών κατοχικών δανείων κατά τας συνομιλίας» (εφημερίδα «Μακεδονία», φύλλο της 25ης Οκτωβρίου 1966).

Συμπερασματικά, η αναβλητική πολιτική που εφάρμοσε η Δυτική Γερμανία στο ζήτημα εξυπηρέτησης του κατοχικού δανείου οφειλόταν στις αποφάσεις που έλαβε η διάσκεψη του Λονδίνου τον Φεβρουάριο του 1953.

Εκεί, με πρόταση του Αμερικανού εκπροσώπου, αποφασίστηκε η αναστολή αποπληρωμής όλων των οικονομικών υποχρεώσεων της Δυτικής Γερμανίας, ώσπου να υπογραφεί η συνθήκη ειρήνης ανάμεσα στις νικήτριες κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο δυνάμεις και την ενιαία Γερμανία. Με τη Συνθήκη αυτή θα οριστικοποιούνταν τα καταβλητέα ποσά των πολεμικών αποζημιώσεων και επανορθώσεων.

Οι Γερμανοί πολιτικοί, εκτιμώντας ότι λόγω του Ψυχρού Πολέμου θα καθυστερούσε πολύ η ενοποίηση της Γερμανίας, ακολουθούσαν παρελκυστική πολιτική, με την ελπίδα ότι τελικά θα διαγραφόταν –όπως και έγινε– το μεγαλύτερο μέρος του χρέους του γερμανικού κράτους, πράγμα που συνέτεινε στη μεγάλη οικονομική ανάπτυξή του κατά τη μεταπολεμική περίοδο.

Αυτή την πραγματικότητα την ξεχνούν οι σημερινοί Γερμανοί πολιτικοί, οι οποίοι εξακολουθούν να κερδοσκοπούν σε βάρος του ελληνικού λαού. Ευθύνη βέβαια γι’ αυτό έχουν και οι ελληνικές κυβερνήσεις, οι οποίες δεν τόλμησαν να διεκδικήσουν, κυρίως μετά την ενοποίηση της Γερμανίας (την 31η Αυγούστου 1990), την αποπληρωμή του κατοχικού δανείου που συνήφθη με διεθνή συμφωνία.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Παραπολιτικά"