Πρόσφυγες με διαβατήρια "νομίμως τεθεωρημένα"
O εξ'απορρήτων
Παρά την αλλαγή του κλίματος, η φιλοβασιλική κυβέρνηση των Αθηνών δεν εκμεταλλεύτηκε το 1921 καμία διπλωματική ευκαιρία για μια έντιμη απαγκίστρωση από το μικρασιατικό μέτωπο
Στο διπλωματικό πεδίο
Κατά τον επόμενο ενάμιση χρόνο (Μάιος 1919 - Οκτώβριος 1920) οι ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις, για να αντιμετωπίσουν τον «κλεφτοπόλεμο» που έκαναν οι αντάρτες του Μουσταφά Κεμάλ, προέλασαν στο εσωτερικό της Μ. Ασίας, καθιστώντας έτσι δυσχερή τον ανεφοδιασμό τους. Την 1η Νοεμβρίου 1920 έγιναν στην Ελλάδα εκλογές, τις οποίες «κέρδισε» η Ενωμένη Αντιπολίτευση, με το σύνθημα ότι θα τερμάτιζε τη Μικρασιατική Εκστρατεία, ενώ στις 22 Νοεμβρίου διεξήχθη νόθο δημοψήφισμα για την επάνοδο του γερμανόφιλου βασιλιά Κωνσταντίνου, ο οποίος είχε εγκαταλείψει τον θρόνο και τη χώρα το 1917, ύστερα από ναυτικό αποκλεισμό που είχαν κάνει οι Αγγλογάλλοι. Η παλινόρθωσή του έδωσε το πρόσχημα στις δυνάμεις της Entente, κυρίως στην Ιταλία και τη Γαλλία, να προσεγγίσουν διπλωματικά τον Μουσταφά Κεμάλ.Παρά την αλλαγή του κλίματος, η φιλοβασιλική κυβέρνηση των Αθηνών δεν εκμεταλλεύτηκε το 1921 καμία διπλωματική ευκαιρία για μια έντιμη απαγκίστρωση από το μικρασιατικό μέτωπο. «Μια διαπραγμάτευσις, διεξαγομένη ευθύς μετά την μεταπολίτευσιν της 1ης Νοεμβρίου, με βάσιν την εκκένωσιν της Μ. Ασίας έναντι οριστικής κατακυρώσεως της (Ανατολικής) Θράκης και διεθνούς εξασφαλίσεως των εν Ανατολία εθνικών μειονοτήτων, είχε, μέχρι των μέσων του 1921, πολλάς πιθανότητας επιτυχίας» (Φάνης Κλεάνθης, «Ετσι χάσαμε τη Μικρασία», ιστορική έρευνα, σ. 188, Αθήνα 1983).
Τον Αύγουστο του 1921, ο ελληνικός Στρατός, παρά τη γενναιότητα που επέδειξε, ηττήθηκε στον Σαγγάριο κυρίως εξαιτίας της έλλειψης πολεμοφοδίων και αναγκάστηκε να συμπτυχθεί στη γραμμή Εσκί Σεχίρ, Κιουτάχεια, Αφιόν Καραχισάρ. Για περίπου έναν χρόνο η γραμμή του μετώπου έμεινε αμετακίνητη. Οι Ελληνες κατείχαν μια ζώνη 100 περίπου χιλιάδες τετραγωνικά χιλιόμετρα, όπως δήλωνε στη Βουλή στις αρχές Οκτωβρίου 1921 ο πρωθυπουργός Δ. Γούναρης.
Απαγόρευση με νομοσχέδιο
Ομως, το ηθικό, η αυτοπεποίθηση και η προσδοκία της νίκης είχαν αλλάξει στρατόπεδο. Διαφαινόταν ότι ήταν πλέον θέμα χρόνου η αντεπίθεση του Κεμάλ, η κατάρρευση του ελληνικού μετώπου και η καταστροφή του μικρασιατικού Ελληνισμού. Παρά ταύτα, η φιλοβασιλική κυβέρνηση των Αθηνών, με νομοσχέδιο που εισήγαγε για ψήφιση στη Βουλή την 31η Μαΐου 1922, έκλεινε προληπτικά την είσοδο στην Ελλάδα των αναμενόμενων προσφύγων. Στην εφημερίδα «Εμπρός» (φύλλο της 1ης Ιουνίου 1922) δημοσιεύτηκε το περιεχόμενο του νομοσχεδίου αυτού:
«Περί παρανόμου μεταφοράς προσώπων, ομαδόν (=ομαδικά) ερχομένων εις ελληνικούς λιμένας εκ της αλλοδαπής». «Απαγορεύεται η εις την Ελλάδα αποβίβασις προσώπων ομαδόν αφικνουμένων εκ της αλλοδαπής, εφ’ όσον ταύτα δεν είναι εφοδιασμένα διά τακτικών διαβατηρίων, νομίμως τεθεωρημένων, ή διά των εγγράφων των εκάστοτε οριζομένων διά Β.Δ. (=βασιλικών διαταγμάτων)». «Πας πλοιοκτήτης, πράκτωρ, πλοίαρχος ή άλλο οιονδήποτε μέλος του πληρώματος πλοίου τινός όστις ήθελεν αναλάβει όπως διευκολύνη ή δεχθή την εις την Ελλάδα μεταφοράν των περί ων η απαγόρευσις προσώπων τιμωρείται διά φυλακίσεως 6 τουλάχιστον μηνών και διά χρηματικής ποινής από 3.000 - 10.000 δραχμών δι’ έκαστον, κατά παράβασιν του παρόντος νόμου, μεταφερόμενον πρόσωπον».
«Προκειμένου περί πλοιάρχου ή άλλου μέλους του πληρώματος η καταδικαστική απόφασις δύναται να επιφέρη εις βάρος του ενόχου και την οριστικήν ή προσωρινήν στέρησιν του δικαιώματος της παρ’ αυτού ασκήσεως του ναυτικού επαγγέλματος. Αι υποθέσεις αύται εισάγονται δι’ απευθείας κλήσεως ενώπιον του αρμοδίου Πλημμελειοδικείου. Το ενεργήσαν παράνομον μεταφοράν πλοίον θεωρείται υπέγγυον (=δεσμευμένο από το κράτος) διά την πληρωμήν της χρηματικής ποινής, της λιμενικής Αρχής υποχρεουμένης να μην επιτρέπη τον απόπλουν μέχρι της καταβολής της χρηματικής ποινής».
Υπάρχουν και άλλες γραπτές πηγές που δείχνουν την προσπάθεια της φιλοβασιλικής κυβέρνησης να αποτρέψει την άφιξη στην Ελλάδα Μικρασιατών προσφύγων. Στις 17 Αυγούστου 1922, όταν είχε αρχίσει η κατάρρευση του μετώπου, ο ύπατος αρμοστής Σμύρνης, Αριστείδης Στεργιάδης, έστειλε τηλεγράφημα στην κυβέρνηση των Αθηνών: «Αποστείλατε τάχιστα πλοία προς παραλαβήν στρατού μετά υλικού πολέμου και του πληθυσμού». Την επόμενη μέρα ο πρωθυπουργός Δ. Γούναρης του απάντησε: «Αποφύγετε δημιουργία προσφυγικού ζητήματος» (εφημερίδα «Πατρίς», φύλλα από 5 έως 13 Ιανουαρίου 1930).
Βέβαια, όταν ο Κεμάλ κατέλαβε τη Σμύρνη, η ελληνική κυβέρνηση δεν μπορούσε να μείνει άπραγη μπροστά στο δράμα του μικρασιατικού Ελληνισμού. Εστειλε πλοία, τα οποία μετέφεραν στην Ελλάδα χιλιάδες πρόσφυγες. Ασφαλώς τα πληρώματα των πλοίων δεν έλεγξαν αν οι δυστυχείς αυτοί άνθρωποι είχαν διαβατήρια «νομίμως τεθεωρημένα»…
En