Οι Πόντιοι ως… εσωτερικός εχθρός
Ο εξ'απορρήτων
Με την έναρξη του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου άρχισε «η εκκαθάριση θυλάκων μη τουρκικών πληθυσμών που είχαν συγκεντρωθεί σε στρατηγικά σημεία»
Συμπληρώνονται σήμερα 107 χρόνια από τη Γενοκτονία των Ποντίων, που ακολούθησε τη Γενοκτονία των Αρμενίων από το καθεστώς των Νεότουρκων. Η επίσημη απόφαση για τις γενοκτονίες πάρθηκε τον Οκτώβριο του 1911 σε ένα συνέδριο στην οθωμανική Θεσσαλονίκη. Ηταν εκεί που οι Νεότουρκοι αποφάσισαν την εξόντωση των μη τουρκικών εθνοτήτων.
Σε μια ανταπόκριση του περιοδικού «The Times of London» με τίτλο «Οι Νεότουρκοι και το πρόγραμμά τους», παρακολουθούμε την επικράτηση των ακραία σοβινιστικών επιλογών στο συνέδριο του κομιτάτου «Ενωση και Πρόοδος», που βρισκόταν ήδη στην εξουσία. Οι αποφάσεις αυτές οδήγησαν στη γενοκτονία. Η αφομοίωση διά της βίας όλων των κατοίκων αποφασίζεται τελεσίδικα. Το μέσο θα ήταν οι εξοπλισμένοι μουσουλμάνοι. Bασικό στοιχείο της οικονομικής πολιτικής των Νεότουρκων υπήρξε το μποϊκοτάζ κατά των ελληνικών επιχειρήσεων, που στη συνέχεια θα επεκτεινόταν και κατά των Αρμενίων και των υπόλοιπων χριστιανικών κοινοτήτων. Την κατάσταση που επικρατούσε στη Μικρά Ασία περιγράφει γλαφυρά το 1909 η σοσιαλιστική εφημερίδα «Ο λαός», που εκδιδόταν στην Κωνσταντινούπολη.
Mετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, η γραμμή του 1911 εκφράστηκε με τη δημιουργία συγκεκριμένων θεσμών, όπως το Γραφείο Εγκατάστασης Φυλών και Μεταναστών. Ο Τανέρ Ακσάμ γράφει: «Υπάρχουν αποδείξεις ότι ο Ζιγιά Γκιοκάλπ (σ.σ.: πατέρας του παντουρκισμού) συνέταξε ειδικές μελέτες για τις μειονότητες της αυτοκρατορίας, συμπεριλαμβανομένων και των Αρμενίων. Αυτές ήταν μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου να συγκεντρωθεί λεπτομερής γνώση για την εθνικοθρησκευτική δομή της Ανατολίας. Ενα ειδικό τμήμα, το Γραφείο Εγκατάστασης Φυλών και Μεταναστών, το οποίο συστάθηκε το 1913, ασχολούνταν ειδικά με ζητήματα διασκορπισμού και επανεγκατάστασης πληθυσμών».
Υπάρχουν καταγγελίες ότι από το 1913 ξεκίνησαν οι μαζικές εκτοπίσεις από την περιοχή των Δαρδανελίων. Ο Τζον Ουίλιαμς γράφει ότι μια αποστολή ανέφερε πως στις 7 Ιουλίου του 1913 τα οθωμανικά στρατεύματα συνέλαβαν τους Ελληνες της Καλλίπολης με βίαιο τρόπο και ότι «καταστράφηκαν, λεηλατήθηκαν και κάηκαν όλα τα ελληνικά χωριά κοντά στην Καλλίπολη».
Για την υλοποίηση των σχεδιασμών είχε δημιουργηθεί μια παρακρατική οργάνωση με την επονομασία Ειδική Επιτροπή (Teskilat i Mahsusa), για να φέρει εις πέρας τις εκτοπίσεις. Η δράση της επιτροπής ξεκίνησε με τους Ελληνες της Ιωνίας. Ο Τανέρ Ακσάμ γράφει: «Η δράση της εναντίον του “εσωτερικού εχθρού” είχε αρχίσει πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η εκτόπιση του ελληνικού πληθυσμού του Αιγαίου, μέσω τρομοκρατίας και απαλλοτρίωσης των ιδιοκτησιών του, είχε πραγματοποιηθεί ως μέρος του σχεδίου για την ομογενοποίηση της Ανατολίας».
Με την έναρξη του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου άρχισε «η εκκαθάριση θυλάκων μη τουρκικών πληθυσμών που είχαν συγκεντρωθεί σε στρατηγικά σημεία» (Celal Bayar, «Ben Yazdim»). Το σχέδιο είχε την απόλυτη υποστήριξη των Γερμανών συμμάχων των Νεότουρκων και κάποια σημεία του υλοποιήθηκαν από κοινού. O Τανέρ Ακσάμ αναφέρει: «Συντάχθηκαν λεπτομερή σχέδια για τον εκτουρκισμό της Ανατολίας μέσω της εκκαθάρισης των χριστιανικών πληθυσμών. Τα ίδια μέτρα εφαρμόστηκαν στην περιοχή του Αιγαίου από την άνοιξη του 1914. Η Επιτροπή “Ενωση και Πρόοδος” πήρε μια ξεκάθαρη απόφαση. Η πηγή των προβλημάτων στη Δυτική Ανατολία θα απομακρυνόταν, οι Ελληνες θα εκδιώκονταν με πολιτικά και οικονομικά μέτρα. Πριν από οτιδήποτε άλλο, ήταν ανάγκη να αποδυναμωθούν οι οικονομικά ισχυροί Ελληνες… Αποφασίστηκε να επικεντρωθούν οι δραστηριότητες γύρω από τη Σμύρνη, που θεωρείτο κέντρο της υπονομευτικής δραστηριότητας».
Ο δρ Σακίρ, ηγετικό στέλεχος του κομιτάτου «Ενωση και Πρόοδος», διακήρυσσε τον Φεβρουάριο του 1916: «Είναι επιτακτική η ανάγκη να υπάρχει μόνο ένας μουσουλμανικός πληθυσμός από την Κωνσταντινούπολη προς την Ινδία και την Κίνα, με τη Συρία να χρησιμεύει ως σύνδεσμος μεταξύ των ισλαμικών κόσμων της Ασίας και της Αφρικής. Αυτό το τεράστιο έργο θα επιτευχθεί μέσα από την επιστημονική ιδιοφυΐα και το οργανωτικό ταλέντο των Γερμανών και το γενναίο χέρι των Τούρκων».
Η πολιτική αυτή θα αποδώσει άμεσα: «Αυστραλοί στρατιώτες, ναύτες και πιλότοι είδαν πορείες των Αρμενίων, Ασσυρίων και των Ελληνίδων γυναικών και παιδιών, που αναγκάζονται σε πορείες θανάτου κατά μήκος της υπαίθρου. Είδαν σε ποια θλιβερή και ταλαιπωρημένη κατάσταση ήταν. Τα σπίτια, οι εκκλησίες, τα μοναστήρια και τα σχολεία αυτών των ανθρώπων έγιναν τα στρατόπεδα κράτησης των συλληφθέντων Αυστραλών στρατιωτών (Anzacs) και των συμμάχων τους».
Από το 1916 η πολιτική αυτή θα εφαρμοστεί με ιδιαίτερη ένταση στον Δυτικό Πόντο. Ηταν τέτοια η ένταση και η έκταση των διωγμών, ώστε ακόμα και οι σύμμαχοι των Τούρκων διατύπωσαν εγγράφως τις αντιρρήσεις τους. Ο μαρκήσιος Παλαβιτσίνι έγραφε τον Ιανουάριο του 1918: «Είναι σαφές ότι οι εκτοπισμοί του ελληνικού στοιχείου δεν υπαγορεύονται ουδαμώς από στρατιωτικούς λόγους και επιδιώκουν κακώς εννοούμενους πολιτικούς σκοπούς». Την ίδια άποψη εξέφραζαν και σώφρονες Τούρκοι, όπως ο Βεχίπ πασά, ο οποίος υποστήριζε ότι ο εκτοπισμός των Ελλήνων ήταν περιττός από στρατιωτικής άποψης.
Σχεδόν συγχρόνως, ο Αυστριακός πρόξενος της Αμισού, Κβιατόφσκι, ανέφερε σε υπηρεσιακή επιστολή του ότι ο εκτοπισμός των Ελλήνων της ποντιακής παραλίας βρισκόταν στο πλαίσιο του προγράμματος των Νεότουρκων, με το οποίο επιδιωκόταν η εξασθένηση του χριστιανικού στοιχείου. Θεωρούσε ο ίδιος ότι η καταστροφή αυτή θα είχε μεγαλύτερη απήχηση στην Ευρώπη από ό,τι οι σφαγές που είχαν διαπράξει κατά των Αρμενίων.
Oι φόβοι του Κβιατόφσκι εδράζονταν στη διαπίστωσή του ότι η καθολική εξόντωση του ελληνικού στοιχείου ήταν επιθυμία του τουρκικού λαού. Εξάλλου, του είχε ειπωθεί από υψηλόβαθμους αξιωματούχους ότι «τελικά πρέπει να κάνουμε με τους Ελληνες ό,τι κάναμε με τους Αρμένιους… Πρέπει με τους Ελληνες τώρα να τελειώνουμε». Και ο ίδιος ο Tαλαάτ (ο οποίος είχε λάβει τους τίτλους του πασά και του μεγάλου βεζίρη) είχε αναφέρει ότι «βλέπει να πλησιάζει η αναγκαιότητα να ξοφλήσει με τους Ελληνες, ακριβώς όπως παλαιότερα και με τους Αρμένιους».
Οι Αυστρογερμανοί διαπίστωναν ότι η πολιτική της γενικευμένης εθνικής εκκαθάρισης υπαγορεύτηκε από την παντουρκιστική ιδεολογία που τότε κυριαρχούσε στους τουρκικούς πληθυσμούς, καθώς και από «…τη βουλιμία των Τούρκων για την πλούσια ελληνική περιουσία». Ετσι θα πραγματοποιηθεί η πρώτη φάση της γενοκτονίας. Στο τέλος του πολέμου θα επιχειρηθεί η καταγραφή των αποτελεσμάτων που οδήγησαν στη Γενοκτονία των Ποντίων. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο θα εκδώσει το 1919 τον απολογισμό με τίτλο «Μαύρη Βίβλος διωγμών και μαρτυριών του εν Τουρκία Ελληνισμού (1914-1918)». Η «Μαύρη Βίβλος» συντάχθηκε από την Κεντρική Επιτροπή υπέρ των Μετατοπισθέντων Ελληνικών Πληθυσμών. Εκδόθηκε στα ελληνικά και τα γαλλικά.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Παραπολιτικά"
Σε μια ανταπόκριση του περιοδικού «The Times of London» με τίτλο «Οι Νεότουρκοι και το πρόγραμμά τους», παρακολουθούμε την επικράτηση των ακραία σοβινιστικών επιλογών στο συνέδριο του κομιτάτου «Ενωση και Πρόοδος», που βρισκόταν ήδη στην εξουσία. Οι αποφάσεις αυτές οδήγησαν στη γενοκτονία. Η αφομοίωση διά της βίας όλων των κατοίκων αποφασίζεται τελεσίδικα. Το μέσο θα ήταν οι εξοπλισμένοι μουσουλμάνοι. Bασικό στοιχείο της οικονομικής πολιτικής των Νεότουρκων υπήρξε το μποϊκοτάζ κατά των ελληνικών επιχειρήσεων, που στη συνέχεια θα επεκτεινόταν και κατά των Αρμενίων και των υπόλοιπων χριστιανικών κοινοτήτων. Την κατάσταση που επικρατούσε στη Μικρά Ασία περιγράφει γλαφυρά το 1909 η σοσιαλιστική εφημερίδα «Ο λαός», που εκδιδόταν στην Κωνσταντινούπολη.
Mετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, η γραμμή του 1911 εκφράστηκε με τη δημιουργία συγκεκριμένων θεσμών, όπως το Γραφείο Εγκατάστασης Φυλών και Μεταναστών. Ο Τανέρ Ακσάμ γράφει: «Υπάρχουν αποδείξεις ότι ο Ζιγιά Γκιοκάλπ (σ.σ.: πατέρας του παντουρκισμού) συνέταξε ειδικές μελέτες για τις μειονότητες της αυτοκρατορίας, συμπεριλαμβανομένων και των Αρμενίων. Αυτές ήταν μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου να συγκεντρωθεί λεπτομερής γνώση για την εθνικοθρησκευτική δομή της Ανατολίας. Ενα ειδικό τμήμα, το Γραφείο Εγκατάστασης Φυλών και Μεταναστών, το οποίο συστάθηκε το 1913, ασχολούνταν ειδικά με ζητήματα διασκορπισμού και επανεγκατάστασης πληθυσμών».
Υπάρχουν καταγγελίες ότι από το 1913 ξεκίνησαν οι μαζικές εκτοπίσεις από την περιοχή των Δαρδανελίων. Ο Τζον Ουίλιαμς γράφει ότι μια αποστολή ανέφερε πως στις 7 Ιουλίου του 1913 τα οθωμανικά στρατεύματα συνέλαβαν τους Ελληνες της Καλλίπολης με βίαιο τρόπο και ότι «καταστράφηκαν, λεηλατήθηκαν και κάηκαν όλα τα ελληνικά χωριά κοντά στην Καλλίπολη».
Για την υλοποίηση των σχεδιασμών είχε δημιουργηθεί μια παρακρατική οργάνωση με την επονομασία Ειδική Επιτροπή (Teskilat i Mahsusa), για να φέρει εις πέρας τις εκτοπίσεις. Η δράση της επιτροπής ξεκίνησε με τους Ελληνες της Ιωνίας. Ο Τανέρ Ακσάμ γράφει: «Η δράση της εναντίον του “εσωτερικού εχθρού” είχε αρχίσει πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η εκτόπιση του ελληνικού πληθυσμού του Αιγαίου, μέσω τρομοκρατίας και απαλλοτρίωσης των ιδιοκτησιών του, είχε πραγματοποιηθεί ως μέρος του σχεδίου για την ομογενοποίηση της Ανατολίας».
Με την έναρξη του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου άρχισε «η εκκαθάριση θυλάκων μη τουρκικών πληθυσμών που είχαν συγκεντρωθεί σε στρατηγικά σημεία» (Celal Bayar, «Ben Yazdim»). Το σχέδιο είχε την απόλυτη υποστήριξη των Γερμανών συμμάχων των Νεότουρκων και κάποια σημεία του υλοποιήθηκαν από κοινού. O Τανέρ Ακσάμ αναφέρει: «Συντάχθηκαν λεπτομερή σχέδια για τον εκτουρκισμό της Ανατολίας μέσω της εκκαθάρισης των χριστιανικών πληθυσμών. Τα ίδια μέτρα εφαρμόστηκαν στην περιοχή του Αιγαίου από την άνοιξη του 1914. Η Επιτροπή “Ενωση και Πρόοδος” πήρε μια ξεκάθαρη απόφαση. Η πηγή των προβλημάτων στη Δυτική Ανατολία θα απομακρυνόταν, οι Ελληνες θα εκδιώκονταν με πολιτικά και οικονομικά μέτρα. Πριν από οτιδήποτε άλλο, ήταν ανάγκη να αποδυναμωθούν οι οικονομικά ισχυροί Ελληνες… Αποφασίστηκε να επικεντρωθούν οι δραστηριότητες γύρω από τη Σμύρνη, που θεωρείτο κέντρο της υπονομευτικής δραστηριότητας».
Ο δρ Σακίρ, ηγετικό στέλεχος του κομιτάτου «Ενωση και Πρόοδος», διακήρυσσε τον Φεβρουάριο του 1916: «Είναι επιτακτική η ανάγκη να υπάρχει μόνο ένας μουσουλμανικός πληθυσμός από την Κωνσταντινούπολη προς την Ινδία και την Κίνα, με τη Συρία να χρησιμεύει ως σύνδεσμος μεταξύ των ισλαμικών κόσμων της Ασίας και της Αφρικής. Αυτό το τεράστιο έργο θα επιτευχθεί μέσα από την επιστημονική ιδιοφυΐα και το οργανωτικό ταλέντο των Γερμανών και το γενναίο χέρι των Τούρκων».
Η πολιτική αυτή θα αποδώσει άμεσα: «Αυστραλοί στρατιώτες, ναύτες και πιλότοι είδαν πορείες των Αρμενίων, Ασσυρίων και των Ελληνίδων γυναικών και παιδιών, που αναγκάζονται σε πορείες θανάτου κατά μήκος της υπαίθρου. Είδαν σε ποια θλιβερή και ταλαιπωρημένη κατάσταση ήταν. Τα σπίτια, οι εκκλησίες, τα μοναστήρια και τα σχολεία αυτών των ανθρώπων έγιναν τα στρατόπεδα κράτησης των συλληφθέντων Αυστραλών στρατιωτών (Anzacs) και των συμμάχων τους».
Από το 1916 η πολιτική αυτή θα εφαρμοστεί με ιδιαίτερη ένταση στον Δυτικό Πόντο. Ηταν τέτοια η ένταση και η έκταση των διωγμών, ώστε ακόμα και οι σύμμαχοι των Τούρκων διατύπωσαν εγγράφως τις αντιρρήσεις τους. Ο μαρκήσιος Παλαβιτσίνι έγραφε τον Ιανουάριο του 1918: «Είναι σαφές ότι οι εκτοπισμοί του ελληνικού στοιχείου δεν υπαγορεύονται ουδαμώς από στρατιωτικούς λόγους και επιδιώκουν κακώς εννοούμενους πολιτικούς σκοπούς». Την ίδια άποψη εξέφραζαν και σώφρονες Τούρκοι, όπως ο Βεχίπ πασά, ο οποίος υποστήριζε ότι ο εκτοπισμός των Ελλήνων ήταν περιττός από στρατιωτικής άποψης.
Σχεδόν συγχρόνως, ο Αυστριακός πρόξενος της Αμισού, Κβιατόφσκι, ανέφερε σε υπηρεσιακή επιστολή του ότι ο εκτοπισμός των Ελλήνων της ποντιακής παραλίας βρισκόταν στο πλαίσιο του προγράμματος των Νεότουρκων, με το οποίο επιδιωκόταν η εξασθένηση του χριστιανικού στοιχείου. Θεωρούσε ο ίδιος ότι η καταστροφή αυτή θα είχε μεγαλύτερη απήχηση στην Ευρώπη από ό,τι οι σφαγές που είχαν διαπράξει κατά των Αρμενίων.
Oι φόβοι του Κβιατόφσκι εδράζονταν στη διαπίστωσή του ότι η καθολική εξόντωση του ελληνικού στοιχείου ήταν επιθυμία του τουρκικού λαού. Εξάλλου, του είχε ειπωθεί από υψηλόβαθμους αξιωματούχους ότι «τελικά πρέπει να κάνουμε με τους Ελληνες ό,τι κάναμε με τους Αρμένιους… Πρέπει με τους Ελληνες τώρα να τελειώνουμε». Και ο ίδιος ο Tαλαάτ (ο οποίος είχε λάβει τους τίτλους του πασά και του μεγάλου βεζίρη) είχε αναφέρει ότι «βλέπει να πλησιάζει η αναγκαιότητα να ξοφλήσει με τους Ελληνες, ακριβώς όπως παλαιότερα και με τους Αρμένιους».
Οι Αυστρογερμανοί διαπίστωναν ότι η πολιτική της γενικευμένης εθνικής εκκαθάρισης υπαγορεύτηκε από την παντουρκιστική ιδεολογία που τότε κυριαρχούσε στους τουρκικούς πληθυσμούς, καθώς και από «…τη βουλιμία των Τούρκων για την πλούσια ελληνική περιουσία». Ετσι θα πραγματοποιηθεί η πρώτη φάση της γενοκτονίας. Στο τέλος του πολέμου θα επιχειρηθεί η καταγραφή των αποτελεσμάτων που οδήγησαν στη Γενοκτονία των Ποντίων. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο θα εκδώσει το 1919 τον απολογισμό με τίτλο «Μαύρη Βίβλος διωγμών και μαρτυριών του εν Τουρκία Ελληνισμού (1914-1918)». Η «Μαύρη Βίβλος» συντάχθηκε από την Κεντρική Επιτροπή υπέρ των Μετατοπισθέντων Ελληνικών Πληθυσμών. Εκδόθηκε στα ελληνικά και τα γαλλικά.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Παραπολιτικά"
En