Η Μάρω Κοντού και η νοσταλγία για τις δεκαετίες του ’50 και του ’60
Άρθρο γνώμης
Όταν χάνεται ένας ηθοποιός αυτού του βεληνεκούς, νιώθουµε σαν να χάθηκε ακόµη ένα κοµµάτι µιας εποχής. Και µας πονάει. Αλλά, γιατί ασκεί τέτοια έλξη σε ανθρώπους που δεν έζησαν τότε ούτε καν σαν πιτσιρίκια;
Ένα µικρό διάλειµµα σήµερα από τα πολιτικά (αν και η Μάρω Κοντού ήταν ένας βαθιά πολιτικοποιηµένος άνθρωπος, εκλεγµένη δηµοτική σύµβουλος της Αθήνας και βουλευτής της Α΄ Αθηνών µε τη Νέα ∆ηµοκρατία). Ωστόσο, τη φήµη, τη δόξα και την αναγνώριση δεν τα απέκτησε στην πολιτική, αλλά στον κινηµατογράφο, στο θέατρο, στην τηλεόραση.
Πώς εξηγείται, όµως, η θλίψη που σκόρπισε στο πανελλήνιο, η µελαγχολία που προκάλεσε η είδηση του θανάτου της, οι αµέτρητες αναρτήσεις µε βίντεο και φωτογραφίες της στο Facebook, το X, το Instagram, το TikTok, ακόµα και από τις πολύ νεότερες γενιές; Πώς εξηγείται η απήχηση που εξακολουθεί να έχει µία ηθοποιός που -µε εξαίρεση το «Αν…»- η τελευταία γνωστή ταινία, στην οποία πρωταγωνίστησε, ανέβηκε στα σινεµά πριν από περίπου 45 χρόνια; Αντίστοιχα, η τελευταία της θεατρική παράσταση ανάγεται στις αρχές της δεκαετίας του ’80.
Τα τελευταία 12-13 χρόνια περίπου, τις παραµονές των Χριστουγέννων -κάθε χρονιά ανεξαιρέτως- κάνει τον γύρο των µέσων κοινωνικής δικτύωσης µία φωτογραφία, συγκεντρώνοντας κάθε φορά παρεµφερή γλυκά και νοσταλγικά σχόλια. Προέρχεται από το φωτογραφικό αρχείο του Μουσείου Μπενάκη και αποτυπώνει µια εικόνα της γιορτινής Αθήνας του 1960 (του φωτογράφου Κώστα Μπαλάφα) στην οδό Σταδίου. ∆ρόµος στολισµένος, κόσµος πολύς, λαµπιόνια φωτεινά, αυτοκίνητα αρκετά, κάποια λεωφορεία. Γιατί άραγε ανεβάζουµε στα social media, σχολιάζουµε και συγκινούµαστε µε τη συγκεκριµένη φωτογραφία, αλλά και µε άλλες αντίστοιχες ή ανάλογες κατά καιρούς;
Η νοσταλγία για τις δεκαετίες του ’50, του ’60, του ’70 είναι έκδηλη. Και όταν χάνεται ένας ηθοποιός του βεληνεκούς της Μάρως Κοντού, πρωταγωνίστρια σε αγαπηµένες ταινίες της περιόδου αυτής, νιώθουµε σαν να χάθηκε ακόµη ένα κοµµάτι αυτής της εποχής. Και αυτό µας πονάει. ∆εν έχει λογική όλο αυτό τις περισσότερες φορές: Η Αθήνα ήταν σε πολύ χειρότερη κατάσταση τότε από πλευράς υποδοµών, φωτισµού, καθαριότητας, µέσων µαζικής µεταφοράς, ύδρευσης -στα πάντα σχεδόν. Η περιφέρεια σε ακόµα χειρότερη µοίρα. Η θέση της γυναίκας στο σπίτι, στον επαγγελµατικό βίο, στην κοινωνία, είναι η µέρα µε τη νύχτα σε σχέση µε τη σηµερινή εποχή.
Η νοσταλγία όµως χτυπάει στο θυµικό, όχι στον νου. Πολλές γυναίκες βλέπουν µε αγάπη τη Ρένα («Τα κίτρινα γάντια») που έχει έναν σύζυγο παθολογικά ζηλιάρη µεν, πιστό στην ίδια δε, που -κατά βάθος- την αγαπά και τη νοιάζεται. Γελούν µε την πονηριά της Φωφώς («Ο φίλος µου ο Λευτεράκης») που κοντεύει να τρελάνει τον άντρα της, ο οποίος την απατάει µε άλλη. Συµπάσχουν µε τη Ρίτα («Αλίµονο στους νέους») που δεν µπορεί να παντρευτεί αυτόν που πραγµατικά αγαπά, λόγω της βαθιάς φτώχειας στην οποία βρίσκεται -µε τον ίδιο τρόπο συµπάσχουν εξάλλου οι άντρες µε τον Ανδρέα (∆ηµήτρης Χορν). ∆ιασκεδάζουν µε την άνεση της Λιλής («Η σωφερίνα»), συγκινούνται µε την ιστορία της Μαρίνας («Καπετάν φάντης µπαστούνι»). Αγωνιούν να τα καταφέρει η κυρία Μαίρη («Ο στρίγγλος που έγινε αρνάκι») και να πείσει τον πλοίαρχο για τον αδελφό της, παρά τη µικρή «απάτη» που του έστησε και την οποία βέβαια της συγχωρούν. Όλοι εξάλλου -άντρες και γυναίκες- βλέπουν µε ξεχωριστή αγάπη και συµπάθεια το ζευγάρι του Αντωνάκη και της Ελένης («Η γυνή να φοβήται τον άνδρα»), αλλά και -υπό άλλο βέβαια πρίσµα- αυτό του Αντώνη και της Μπιάνκα («Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη»).
Όλα τα παραπάνω κινηµατογραφικά ζευγάρια κινούνται σε µία χώρα που έχει βγει από µια δεκαετία σχεδόν γερµανικής Κατοχής και εµφυλίου πολέµου στη συνέχεια, που γλείφει τις πληγές της, ανακάµπτει σταδιακά, χάνει κάθε χρόνο χιλιάδες νέους ανθρώπους µε τη µαζική µετανάστευση στη δυτική Ευρώπη και τις ΗΠΑ, που προσπαθεί να ορθοποδήσει. Κινηµατογραφικά ζευγάρια που παλεύουν να τα φέρουν εις πέρας -λίγο µε τη δουλειά, λίγο µε την πονηριά, λίγο µε τη βοήθεια και τη στήριξη των φίλων και της γειτονιάς-, µέσα σε µια φτώχεια που διαπερνά ωστόσο οριζόντια την ελληνική κοινωνία.
Αν το σκεφτεί κανείς ορθολογικά, δεν θα ήθελε να γυρίσει στην εποχή εκείνη και να ζει στην Αθήνα ή σε µια επαρχιακή πόλη του τότε. Το θυµικό ωστόσο λέει άλλα, και εκεί άλλωστε ποντάρουν τόσο λαϊκίστικα κόµµατα όσο και ακροδεξιοί -ως επί το πλείστον- πολιτικοί σε όλη την Ευρώπη που «πουλάνε» στο εκλογικό τους ακροατήριο µια υπόσχεση για επιστροφή σε ένα άσπιλο, αµόλυντο, αγνό παρελθόν. Αλλά -είπαµε και στην αρχή του σηµειώµατος- σήµερα κάνουµε διάλειµµα από τα πολιτικά. Και προσπαθούµε να κατανοήσουµε την έλξη που ασκούν οι δεκαετίες του ’50 και του ’60 σε ανθρώπους που δεν τις έχουν ζήσει ούτε καν σαν πιτσιρίκια. Και που θα συνεχίσουν να την ασκούν, παρόλο που προσωπικότητες της τέχνης, όπως η Μάρω Κοντού, δεν είναι πια µαζί µας.
Δημοσιεύθηκε στην Απογευματινή
En