Η κρίσιµη σηµασία των εκλογών του 2027 είναι να υπάρξει σταθερή διακυβέρνηση. Να ακυρωθούν τα σενάρια που την τελευταία διετία κατακλύζουν τα δηµοσιογραφικά γραφεία και τα στέκια του πολιτικού παρασκηνίου περί διάδοχων κυβερνήσεων βραχείας εντολής, µε διαφορετικούς πρωθυπουργούς και συνθέσεις, που θυµίζουν εν πολλοίς την «κατάρα» που έπληξε τη Βουλγαρία για µία επταετία. Η πολιτική σταθερότητα δεν αποτελεί άσκηση ισορροπίας µεταξύ των κοµµάτων της αντιπολίτευσης.

∆εν αποτελεί καθοριστικό σηµείο για τον στρατηγικό ορίζοντα της χώρας πώς θα αλληλεπιδράσουν τα νέα κόµµατα µε τα υπάρχοντα, διαµορφώνοντας το πολυµορφικό τοπίο του κοµµατικού συστήµατος, που θα ζητήσει ψήφο εµπιστοσύνης από τους πολίτες στις επόµενες κάλπες. Αλλωστε, το Κοινοβούλιο που προέκυψε από τις εκλογές του 2023 ήταν αποτυχηµένο, καθώς διαλύθηκε µέσα στην τριετία, µε διασπάσεις κοµµάτων και αποχωρήσεις ή διαγραφές βουλευτών, που το οδήγησαν στο χάος των 39 ανεξάρτητων βουλευτών στην παρούσα πλέον φάση.

Η πολιτική σταθερότητα που είναι απαραίτητη την επόµενη τετραετία βασίζεται στην τάξη. Και στο πεδίο αυτό υπάρχει µια επιλογή για όσους θέλουν να µιλούν σοβαρά: αυτοδύναµη σε κοινοβουλευτική πλειοψηφία Νέα ∆ηµοκρατία, µε πρωθυπουργό για µια τρίτη θητεία τον Κ. Μητσοτάκη. Συµβαλλόµενος στην πολιτική σταθερότητα είναι το επόµενο Κοινοβούλιο. Απαιτείται και από αυτό ως προς τη σύνθεση και το κλίµα του να είναι διαφορετικό από ό,τι προέκυψε από τις διπλές κάλπες του 2023. Με λιγότερα κόµµατα, πιο συγκροτηµένα, µε πολύ λιγότερο τοξικές ηγεσίες. Τυχόν διπολισµός µεταξύ Νέας ∆ηµοκρατίας υπό Μητσοτάκη και ΕΛΑΣ υπό Τσίπρα δεν µπορεί να µας ανησυχήσει, γιατί θα είναι αναγκασµένοι εκ των συνθηκών να κινηθούν στη βάση της αξιοπρέπειας και της συνείδησης των ευθυνών τους σε έναν κόσµο ρευστότητας, αναδιάταξης ή ευκαιριών και σε µια Ελλάδα που θα πρέπει να οργανωθεί και όχι αναδιοργανωθεί δοµικά για την εποχή 2030-2035.

Ο κ. Μητσοτάκης θα είναι ένας πρωθυπουργός που θα ασχολείται βασίµως µε το εθνικό κληροδότηµά του στις επόµενες αυτού πολιτικές και κοινωνικές γενιές, µε τη µικροπολιτική της επανεκλογής να µη διεγείρει την προσοχή του, αφού είναι προβλεπτό ότι κάπου στη διαδροµή της τρίτης θητείας θα ανακοινώσει ότι µετά τη λήξη της θα αποχωρήσει από την πολιτική, έχοντας κλείσει τον τελικά µνηµειώδη κύκλο του σε αυτήν. Ο κ. Τσίπρας, από την άλλη, ως επικεφαλής της Αριστεράς-Κεντροαριστεράς θα πρέπει να δικαιώσει το rebranding και να βρει τη θεώρηση πραγµάτων, τον συσχετισµό στελεχών, αλλά και τη συνοχή που θα επιτρέψουν στην Αριστερή Συµπαράταξη να είναι εκεί και στην επόµενη Ελλάδα. Με άλλα λόγια, η «κυβερνώσα Αριστερά» θα πρέπει να διασφαλίσει την προοπτική της από τη θέση της αξιωµατικής αντιπολίτευσης. Στον ρόλο δηλαδή που έχασε την πολιτική της επάρκεια την περίοδο 2019-2023, γεµίζοντας το Κοινοβούλιο µε ανολοκλήρωτα πολιτικά σχήµατα από τις διασπάσεις της.

Το στοίχηµα, µε την έννοια αυτή, του κ. Τσίπρα δεν θα είναι αν θα βρεθεί στη θέση του πρωθυπουργού στις επόµενες εκλογές, αλλά αν θα επαναδιατυπώσει µε τους «συντρόφους» του, παλιούς και νέους, την ιστορία της Αριστεράς µε προβολή στο µέλλον.

Πέραν αυτών των δύο πόλων της εποχής µετάβασης από το µεταπολεµικό πολιτειακό σύστηµα της Ελλάδας, οι πολίτες έχουν την ευθύνη να ψηφίσουν ένα Κοινοβούλιο πέντε κοµµάτων, διεκδικώντας για τον εαυτό τους και τα συµφέροντά τους επαρκή κόµµατα και λιγότερο θόρυβο σε µεσοπρόθεσµο ορίζοντα.

Η Ελλάδα θα πρέπει να ολοκληρώσει τον µετασχηµατισµό της, τις βελτιώσεις και τις αναβαθµίσεις, για να συναντήσει τη νέα εποχή για το εθνικό κράτος. Και πράγµατι ο πρωθυπουργός κ. Μητσοτάκης έχει αποδειχθεί ο πλέον κατάλληλος για να οδηγήσει την Ελλάδα σε πιο ευρωπαϊκές προδιαγραφές και αναβαθµίσεις, καθώς και σε διεθνείς συµµαχίες και µοντέλα που υπερβαίνουν τη δοµική ανευθυνότητα προηγούµενων δεκαετιών. Από εκεί και πέρα, το παρόν πολιτικό σύστηµα δεν µπορεί να προσδιορίσει το µέλλον.

Η Ελλάδα πάσχει από παρακµή, ευτέλεια, έλλειµµα φιλοδοξίας και αυτοπεποίθησης, όραµα. Χάθηκε στη µαταιοδοξία της δεκαετίας 2000-2010 –του «µιλένιουµ»– και στην απόγνωση της χρεοκοπίας του 2010-2018. Χρειάζεται επαναπροσδιορισµό της από φυσικές εθνικές ελίτ, όπως ο κόσµος της θάλασσας, οι «καπεταναίοι» και οι εφοπλιστές της, για να οδηγηθεί ως πολιτειακή τάξη προς έναν νέο κοσµοπολιτισµό και ευηµερία, χωρίς κρατικές επιδοτήσεις στο «διά ταύτα».

Αυτό που περιέγραψε ο πρωθυπουργός Μητσοτάκης στον χαιρετισµό των εγκαινίων του φετινού µήνα της ναυτιλίας στην Ελλάδα, τα «Ποσειδώνια», αποτελεί υπόµνηση για το µέλλον που δεν µπορεί να αγνοηθεί: «Καταλαβαίνετε, λοιπόν, πόσο σηµαντική γεωπολιτική αλλά και γεωοικονοµική δύναµη προσδίδει στη χώρα µας το γεγονός ότι το 25% του παγκόσµιου στόλου και πάνω από το 80% του ευρωπαϊκού στόλου µεταφοράς πετρελαίου και LNG ανήκει στους δικούς µας πλοιοκτήτες, ενώ πολύ υψηλά είναι και τα ποσοστά στη µεταφορά ξηρού φορτίου. Είναι κρίσιµα αγαθά και πρώτες ύλες αυτές που µεταφέρονται µε ελληνικά πλοία, όχι µόνο προφανώς από τα δικά µας λιµάνια, αλλά, όπως είδαµε, καλύπτοντας τις ανάγκες άνω των 170 χωρών.

Είναι ένας συντελεστής ισχύος για την πατρίδα µας, που συνδέεται µε την ανθεκτικότητα και τη στρατηγική αυτονοµία, όχι µόνο της Ελλάδας … αλλά και της Ευρώπης, καθιστώντας τη χώρα µας έναν σηµαντικό ‘‘παίκτη’’, µε έναν κοµβικό ρόλο διεθνώς, µε σηµαντική διαπραγµατευτική επιρροή, αλλά και µε ευθύνη να προστατεύει την ελευθερία της ναυσιπλοΐας και τις ζωές των ναυτικών, πάνω στους οποίους στηρίζεται εξάλλου η παγκόσµια ανάπτυξη και ευηµερία».

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Παραπολιτικά"