Ο τρόπος που διαχειρίζεται τα µέτωπα της Ανατολής η οµάδα Τραµπ µπορεί να µοιάζει ανάρµοστος ως προς τη συνέπεια ή την ευταξία του, αλλά τελικά δηµιουργεί νέα δεδοµένα για την περιοχή, που όλοι οι περιφερειακοί δρώντες καλούνται όχι µόνο να διαχειριστούν, αλλά να προσαρµοσθούν σε αυτά προς όφελός τους. Κάθε πόλεµος, από τη στιγµή που αποφασίζεται από την πλέον ισχυρή στη «σκληρή ισχύ» δύναµη στον κόσµο, είναι αυτοσκοπός να φθάσει στη νίκη. Σε όλες τις περιπτώσεις, εκτός από τις εµπλοκές των ΗΠΑ στην Εγγύς Ανατολή ή το Αφγανιστάν. Οι ΗΠΑ ηττώνται στην εµπλοκή τους στους πολέµους εναντίον της τζιχάντ και των µουτζαχεντίν, ακόµα και απέναντι σε κρατικές δυνάµεις µπααθικού προσανατολισµού, όπως συνέβη πριν από κάποιες δεκαετίες στο Ιράκ. Οι ΗΠΑ ουσιαστικά έχουν να κερδίσουν ολοκληρωτικά πόλεµο από την εποχή του Β’ Παγκόσµιου Πολέµου. Στη βάση της διαπίστωσης αυτής, στρατιωτικοί, διπλωµάτες και στελέχη των υπηρεσιών πληροφοριών της πιο ισχυρής δύναµης στη ∆ύση δεν κρύβουν πλέον την απογοήτευσή τους, χαρακτηρίζοντας ως «στρατό παρελάσεων» τις Ενοπλες ∆υνάµεις της χώρας τους ή σχολιάζοντας την ανυπαρξία του παλαιότερα θεσµικού και εθνικού «βαθέος κράτους» τους, που σύµφωνα µε τις προσεγγίσεις τους έχει πλέον διαφθαρεί πλήρως, στη διάρκεια µιας µακράς περιόδου εξαχρείωσης από την εποχή Τσέινι στην αντιπροεδρία των ΗΠΑ, επί προεδρίας Μπους του νεότερου.

Στην εποχή Τραµπ, ο πόλεµος µοιάζει περισσότερο µε video game παρά πραγµατικός, άσχετα µε το γεγονός ότι το κόστος του είναι δυσθεώρητο όχι µόνον στο οικονοµικό πεδίο, αλλά και στο γεωπολιτικό ή το ανθρωπιστικό. Ο πρόεδρος Τραµπ συναποφάσισε έναν πλήρη πόλεµο –τουλάχιστον στον αέρα και τη θάλασσα– απέναντι στο Ιράν, µε στενό σύµµαχο το Ισραήλ και την ηγεσία Νετανιάχου, στην Ιερουσαλήµ, στις 28 Φεβρουαρίου. Με εντυπωσιακή αυλαία την εξολόθρευση του θρησκευτικού ηγέτη του καθεστώτος στην Τεχεράνη, του αγιατολάχ Χαµενεΐ, κατέληξε περίπου 100 ηµέρες µετά, παρά το µπαράζ βοµβαρδισµών και καταστροφών στην επικράτεια του Ιράν, υπονοµευόµενος από το εσωτερικό της οµοσπονδίας των ΗΠΑ και τις περισσότερες ηγεσίες των δυτικών και ειδικά των ευρωπαϊκών δυνάµεων, να αποφασίσει τη διακοπή του πολέµου χωρίς νίκη. Οπως ήταν προβλεπτό, σε αυτές τις συνθήκες η όποια διαπραγµάτευση κινείται σε µια βάση, στην καλύτερη, win-win, µε την πιο αδύναµη πλευρά, στη συγκεκριµένη περίπτωση το Ιράν, να κινείται µε προνόµιο νικητή, αφού του επετράπη να µείνει στο τραπέζι µε αξιώσεις. Μάλιστα, µε δεδοµένο ότι από την πλευρά των ΗΠΑ κύριο λόγο έχουν οι «εργολάβοι της Νέας Υόρκης», αν χαρτογραφήσουµε το σχήµα του Λευκού Οίκου, Τραµπ, Γουίτκοφ, Κούσνερ, χωρίς να υπολογισθούν άλλοι εκπρόσωποι της «λέσχης» της Φλώριδας σε διάφορες κρίσιµες πρωτεύουσες στον κόσµο, τότε γίνεται κατανοητό πώς φθάσαµε στο σηµείο οι δύο σύµµαχοι στον πόλεµο να βρίσκονται σε ευθεία αντιδικία στρατηγικής µεταξύ τους.

Η κύρια εµπλοκή που έχει συµβεί είναι ότι η προεδρία Τραµπ αδυνατεί να ασκήσει ηγεσία στα µίντια ακόµα και της ίδιας της Αµερικής. Αντίθετα, επιχειρώντας να ασκήσει διεθνή διπλωµατία και γεωπολιτική µέσα από τα µίντια, κατέληξε σε οµηρία, χάνοντας τα όποια πλεονεκτήµατα έδιναν οι θωρακισµένες δυνατότητες της αµερικανικής υπεροπλίας. Κι όµως, παρά τα φαινόµενα, οι ΗΠΑ το πιθανότερο είναι ότι δεν θα συρθούν στα «λασπόνερα» της παρακµής τους, συµπαρασύροντας ολόκληρη την ούτως ή άλλως απορρυθµισµένη ∆ύση στην τελική πτώση. Γιατί η Τεχεράνη στην αντίδρασή της έπληξε τόσο το Ισραήλ όσο και τα αραβικά κράτη της περιοχής µε πλήρη ισχύ. Αυτό που η Τεχεράνη υπέθαλψε και οργάνωσε µαζί µε τη σουνιτική Μουσουλµανική Αδελφότητα στις 7 Οκτωβρίου 2023 µε τη σφαγή των αµάχων εντός του Ισραήλ και κύριο στόχο την ανατροπή της εµπέδωσης των «Συµφωνιών του Αβραάµ» το ακύρωσε µε τα πλήγµατα εναντίον του Ισραήλ και των αραβικών κρατών του Κόλπου και της µεσογειακής Ανατολής. Στη φάση της ιστορίας που αρχίζει, ναι µεν οι Ισραηλινοί θα πρέπει να µάθουν να «πολεµούν» µε διπλωµατία και επιχειρηµατικές συµφωνίες, αλλά και οι αραβικές ολιγαρχίες θα πρέπει να οργανώσουν µια ζώνη µε σύγκλιση συµφερόντων από τη Μεσόγειο µέχρι την Ινδία, αποδεχόµενες το Ισραήλ και επενδύοντας στο Ιράν τα 300 δισ. δολάρια, µε ταυτόχρονη µετεξέλιξη και όχι πτώση πλέον του καθεστώτος.

Οι Αµερικανοί είναι αναγκασµένοι να διαβάσουν και πάλι τη στρατηγική του Μ. Αλεξάνδρου και να βρουν τα «πατήµατά» τους µετά τις ενδιάµεσες εκλογές, όταν ο πρόεδρος Τραµπ ενδεχοµένως θα ανακαλύψει εκ νέου τον εαυτό τού 2018-2020.

Δημοσιεύθηκε στα Παραπολιτικά