Οι εκλογές αυτές είναι... µουγγές
Άρθρο γνώμης
Το βουβό κύµα στην κάλπη του 2023 εντοπίζεται και σήµερα αλλά µε άγνωστη κατεύθυνση. Οπότε χρειάζονται εγκράτεια και σοβαρότητα από όλους. Και ειδικά από τους κυβερνώντες
Εδώ και πολλά χρόνια, οι προεκλογικές περίοδοι στην Ελλάδα έχουν πολύ διαφορετικά χαρακτηριστικά σε σχέση µε το παρελθόν. Ούτε έχουν την ένταση των αλήστου µνήµης µεταπολιτευτικών µαχών στην εποχή του άλλοτε πανίσχυρου δικοµµατισµού ούτε απασχολούν την κοινωνία πριν ακόµη καλά καλά κλείσουν οι προηγούµενες κάλπες, µε τη χώρα να βρίσκεται σχεδόν σε µόνιµη προεκλογική διάθεση και µε ό,τι αυτό σήµαινε, τόσο για τη λειτουργία της κρατικής µηχανής όσο και για το γενικότερο πλαίσιο της σχέσης του κράτους µε τους πολίτες.
Σε αυτή τη διαφοροποίηση που παρατηρείται εύκολα πλέον, προφανώς και έχουν παίξει ρόλο η αλλαγή των δεδοµένων µε το πέρασµα των ετών και δη η λαίλαπα της οικονοµικής κρίσης που… ωρίµασε βίαια τον Έλληνα, αλλά και το γεγονός της διεξαγωγής των τελευταίων εθνικών εκλογών σχεδόν µε την ολοκλήρωση της τετραετίας, στοιχείο που ήρθε να συµπληρώσει θεσµικά αυτή την πραγµατικότητα. Υπενθυµίζεται, πως από το 2019 και µετά οι κάλπες στήθηκαν στην ώρα τους, ενώ αν δεν υπήρχε ο παράγων της απλής αναλογικής το 2023, ο οποίος είχε οδηγήσει σε επαναληπτική εκλογική αναµέτρηση, τότε θα µιλούσαµε για µία ακόµη πιο πρωτόγνωρη πολιτική οµαλότητα τουλάχιστον στο συγκεκριµένο κοµµάτι.
Μπαίνω στη διαδικασία να το αναφέρω αυτό, επειδή όσο και αν οι δηµοσιογράφοι και οι δηµοσιολογούντες βιαζόµαστε (χάριν επαγγελµατικής διαστροφής) να δηµιουργήσουµε προεκλογικό mood στην κοινωνία, είναι ξεκάθαρο πως η εν λόγω συνθήκη θα αργήσει να έρθει, όπως ακριβώς συνέβη και στις προηγούµενες προεκλογικές µάχες, και µάλιστα (όπως δείχνουν τα πράγµατα) ακόµη πιο εµφατικά. Γι’ αυτό ακριβώς και κανείς δεν θα πρέπει να βιάζεται να βγάλει συµπεράσµατα ενόψει αυτού του µαραθωνίου.
Ποιος το περίµενε ότι η Μαρία Καρυστιανού της δυνητικής ψήφου που έφτανε µέχρι και 20% και βάλε σε κάποιες µετρήσεις, µόλις λίγο καιρό αργότερα θα έβλεπε να τίθεται εν αµφιβόλω ακόµη και η διατήρηση της δυναµικής που θα την οδηγήσει, όχι στη Βουλή, αλλά απλώς και µόνο στην κάλπη εκείνη την Κυριακή των εκλογών. Πάρτε επίσης για παράδειγµα και τον Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος µε το «καληµέρα» πέρασε στη δεύτερη θέση, αφήνοντας τρίτο το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη, και µάλιστα µε ένα διψήφιο ποσοστό που προµήνυε ότι αργά ή γρήγορα θα έβαζε το «2» µπροστά, σε επίπεδο δηµοσκοπικής καταγραφής.
Τις τελευταίες εβδοµάδες όµως και µετά την πολυσυζητηµένη εµφάνισή του στη ∆ΕΘ η νεοσύστατη ΕΛΑΣ όχι µόνο… ταβανιάζει, αλλά και δείχνει σε αυτήν τη φάση και µία καθοδική τάση, στοιχείο που (όπως είναι φυσικό) έχει προβληµατίσει την Αµαλίας και όσους έβλεπαν στο πρόσωπο του πρώην πρωθυπουργού ένα σοβαρό αντίπαλο δέος απέναντι στον Κυριάκο Μητσοτάκη. Αυτό το… ασανσέρ ισχύει και για τους µικρότερους σχηµατισµούς, ανάµεσα στους οποίους βεβαίως είναι και η Ζωή Κωνσταντοπούλου, που λίγοι πια θα θυµούνται ότι σε όχι και τόσο µακρινό χρόνο είχε φθάσει µέχρι και τη δεύτερη θέση.
Εξαίρεση αποτελούν (για να µην πολυλογούµε) η σταθερότητα του Κυριάκου Βελόπουλου, τα ποσοστά του Νίκου Ανδρουλάκη που δεν έχουν -εδώ που τα λέµε- και τεράστιες διαφοροποιήσεις, ανεξαρτήτως αν βρέθηκε ξαφνικά τρίτος, και βεβαίως οι επιδόσεις της Ν∆ η οποία κινείται πέριξ του ποσοστού των ευρωεκλογών και κάτι παραπάνω ή παρακάτω ανάλογα µε την επικαιρότητα και το πολιτικό µοµέντουµ.
Η παραπάνω περιγραφή καταδεικνύει περίτρανα ότι η επερχόµενη κάλπη (όπως και η προηγούµενη σε έναν βαθµό) θα είναι κανονικά «σε ενδιαφέρουσα», όπως έλεγε και ο αείµνηστος Χαρίλαος Φλωράκης. Πολλώ δε µάλλον όταν είναι πανθοµολογούµενο από την πλευρά των ειδικών ότι όπως συνέβη και το 2023, όταν το… βουβό κύµα που έφερε το double score µεταξύ Ν∆ και ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν δυνατόν να εντοπιστεί στις µετρήσεις, κάτι αντίστοιχο µπορεί να συµβεί και τώρα χωρίς βεβαίως και πάλι να µπορεί να προσδιοριστεί η κατεύθυνση αυτής της πιθανής αχαρτογράφητης τάσης.
Ως εκ τούτου, χρειάζονται εγκράτεια και σοβαρότητα απ’ όλους. Και ειδικά για τους κυβερνώντες, δουλειά και µακριά από αλαζονικές συµπεριφορές. Γιατί, αν ξεσπάθωσε ακόµη και η Ντόρα, φανταστείτε τι γίνεται. Ένα είναι το σίγουρο: αυτές οι εκλογές είναι… µουγγές, όπως έλεγε και ο ∆ιονύσης Παπαγιαννόπουλος στο «Τζένη Τζένη» πριν κάνει την «κωλοτούµπα» και εγκαταλείψει τον δύστυχο Γκόρτσο χάριν του υποψήφιου (βουλευτή και γαµπρού του) Ανδρέα Μπάρκουλη…
Δημοσιεύθηκε στην Απογευματινή
En