Οχι μόνον ήξεραν, αλλά συμμετείχαν στη γενοκτονία
O εξ'απορρήτων
Το εθνικό αίσθημα των Τούρκων δεν στρεφόταν κατά των ξένων μεγάλων δυνάμεων, αλλά κατά των μειονοτήτων
Στις 30 Οκτωβρίου του 1918 οι Νεότουρκοι -ηττημένοι στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο- αναγκάστηκαν να υπογράψουν στο Μούδρο της Λήμνου την παράδοσή τους στις συμμαχικές δυνάμεις. Σύμφωνα με τους όρους της ανακωχής, η οθωμανική κυβέρνηση υποχρεώθηκε να παραδώσει τα οχυρά των Στενών, να επιτρέψει την ελεύθερη διέλευση των πλοίων από τα Δαρδανέλλια, να αφοπλιστεί πλήρως και να παραδώσει τον οπλισμό στους συμμάχους, οι οποίοι θα αναλάμβαναν να ελέγχουν και τις επικοινωνίες. Επίσης, οι συμμαχικές δυνάμεις απέκτησαν το δικαίωμα άμεσης στρατιωτικής επέμβασης όταν κάπου διασαλευόταν η τάξη. Ως αποτέλεσμα της ανακωχής, ο αρχηγός του οθωμανικού Στρατού, Λίμαν φον Σάντερς, παραιτήθηκε από τη θέση του και αναχώρησε άμεσα για τη Γερμανία.
Οπως είναι γνωστό, οι Γερμανοί και οι Αυστριακοί σύμμαχοι των Νεότουρκων είχαν πλήρη εποπτεία των όσων είχαν διαδραματιστεί εις βάρος των χριστιανικών κοινοτήτων κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου. Με βάση τις μαρτυρίες των Γερμανών και των Αυστριακών διπλωματών, μπορούμε βάσιμα να εξαγάγουμε το συμπέρασμα ότι όχι μόνο γνώριζαν τις γενοκτονικές πράξεις των Νεότουρκων συμμάχων τους, αλλά ότι έως ένα σημείο συμμετείχαν στη Γενοκτονία των Ελλήνων, των Αρμενίων και των Ασσυρίων. Επίσης με την απόλυτη συμπαράσταση των Γερμανών είχε κηρύξει τζιχάντ (ιερό μουσουλμανικό πόλεμο) η υπό νεοτουρκικό έλεγχο Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο Στέφαν Ιριγκ (Stefan Ihrig) αναφέρει ότι πολλοί ήταν εκείνοι «…μεταξύ αυτών και ο αυτοκράτορας (σ.σ.: Κάιζερ), που σκέφτονταν ότι μια τζιχάντ υποκινημένη από και με καθοδηγητές τους Οθωμανούς θα ήταν ένας κρυφός άσος στο μανίκι κατά τον Μεγάλο Πόλεμο του 1914».
Στο πλαίσιο αυτής της οθωμανικής τζιχάντ, υπό την καθοδήγηση των κοσμικών εθνικιστών (Νεότουρκων) και με τις ευλογίες συγκεκριμένων μεγάλων χριστιανικών κρατών (Γερμανίας, Αυστρίας), έγιναν οι μεγάλες γενοκτονίες των χριστιανικών λαών της αυτοκρατορίας: των Αρμενίων, των Ελλήνων της Ανατολής κατων Ασσυρίων. Οπως δημοσιοποιήθηκε από την «Deutsche Welle» (Απρίλιος 2018), η καϊζερική, αυτοκρατορική Γερμανία «προμήθευε συστηματικά με όπλα την Οθωμανική Αυτοκρατορία για τη Γενοκτονία των Αρμενίων. Πρώσοι ανώτεροι αξιωματούχοι φαίνεται να επηρέασαν επίσης και ιδεολογικά τη μεθόδευσή της. Οι τουρκικές δυνάμεις φαίνεται να χρησιμοποιούσαν κυρίως όπλα γερμανικής κατασκευής για τη Γενοκτονία των Αρμενίων (1915-1916), σύμφωνα με νέα έρευνα. Η γερμανική βιομηχανία όπλων Mauser, που ήταν ο βασικός προμηθευτής όπλων και στους δύο Παγκόσμιους Πολέμους, είχε πωλήσει όπλα και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία για τον σκοπό της επίμαχης γενοκτονίας, η οποία έτυχε και της ενεργού υλικοτεχνικής και συμβουλευτικής υποστήριξης Γερμανών αξιωματούχων που είχαν σταλεί στην Οθωμανική Αυτοκρατορία»
Η τετραετία που είχε προηγηθεί είχε αφήσει βαθιές πληγές στο σώμα των χριστιανικών κοινοτήτων. Ολόκληρες περιοχές καταστράφηκαν, εκατοντάδες χιλιάδες έχασαν τη ζωή τους, ψυχικά καταρρακώθηκαν οι επιζώντες, χιλιάδες ορφανά παιδιά εξισλαμίστηκαν, καθώς αποδόθηκαν από τις νεοτουρκικές Αρχές σε μουσουλμανικές οικογένειες. Οι Ελληνες βουλευτές στην οθωμανική Βουλή (Εμμανουηλίδης, Μεϊμάρογλου, Δημητριάδης) κατέθεσαν στις 2 Νοεμβρίου 1918 αίτημα για την καταδίκη των υπευθύνων για τις σφαγές Ελλήνων και Αρμενίων. Στο ανώτατο επίπεδο της σουλτανικής κυβέρνησης υπήρξαν φωτισμένοι Οθωμανοί που αποδέχτηκαν την ενοχή των Νεότουρκων και προσπάθησαν να τιμωρήσουν τους ενόχους. Βέβαια, οι περισσότεροι Νεότουρκοι για να αποφύγουν την τιμωρία είτε κατέφυγαν στο εξωτερικό είτε πέρασαν στην παρανομία, συγκροτώντας μικρές ληστρικές συμμορίες, που υπήρξαν οι πρώτες ομάδες υποστήριξης του Μουσταφά Κεμάλ.
Στη μεταπολεμική περίοδο, οι οθωμανικές Αρχές συνέχισαν να ασκούν τα διοικητικά τους καθήκοντα. Παρατηρήθηκε σαφής αλλαγή στη συμπεριφορά τους, όμως ήταν μάλλον επιφανειακή, στη συμπεριφορά των μεσαίων και κατώτερων διοικητικών στελεχών. Επίσης στην ύπαιθρο συνέχισε να υπάρχει ανασφάλεια λόγω της δράσης ληστρικών τουρκικών ομάδων.
Ενα σημαντικό ζήτημα που προέκυψε, κυρίως στις περιοχές του Πόντου, οφειλόταν στα προσκόμματα των τοπικών Αρχών, που προσπαθούσαν να σταματήσουν την παλιννόστηση των Ελλήνων που είχαν καταφύγει στη Ρωσία. Να σημειώσουμε ότι κατά τη διάρκεια του πολέμου περίπου 85.000 άτομα είχαν εκπατριστεί. Το διακύβευμα της επόμενης περιόδου ήταν η επούλωση των πληγών και η πολιτική αποκατάσταση των χριστιανικών κοινοτήτων. Σε πρώτη φάση, οι σύμμαχοι αποφάσισαν την τιμωρία των υπευθύνων, τη διάλυση της αυτοκρατορίας και τη δικαίωση των θυμάτων. Αυτοί οι στόχοι απασχόλησαν τις συνδιασκέψεις ειρήνης που συγκρότησαν οι σύμμαχοι.
Οι σύμμαχοι, με βάση τη συνθηκολόγηση του Μούδρου, ήταν επί της ουσίας αυτοί που κατείχαν το δικαίωμα της άμεσης στρατιωτικής επέμβασης όταν κάπου διασαλευόταν η τάξη. Το δικαίωμα αυτό το άσκησαν σε δύο περιπτώσεις τον Μάιο του 1919. Εδωσαν στην Ελλάδα την εντολή να αποβιβάσει στρατό στη Σμύρνη για να προστατεύσει τους χριστιανικούς πληθυσμούς. Να σημειωθεί ότι με την κυριαρχία των φιλογερμανικών δυνάμεων (βασιλιάς Κωνσταντίνος, Ιωάννης Μεταξάς, Βίκτωρ Δούσμανης κ.ά.) κατά την περίοδο 1915-1917, εκτός από τον διχασμό που προκάλεσαν, αδυνάτισαν τη θέση της Ελλάδας στη διεκδίκηση μεταπολεμικών ανταλλαγμάτων. Ετσι, οι μοναρχικοί ακύρωσαν τη δυνατότητα της εξ αρχής ένωσης της Ιωνίας με την Ελλάδα. Οπότε η μόνη λύση που απέμεινε ήταν η εντολή για την ασφάλεια της περιοχής. Η δεύτερη εντολή του σουλτάνου με έγκριση των συμμάχων δόθηκε στον Οθωμανό αξιωματικό Μουσταφά Κεμάλ πασά, που είχε γεννηθεί στη Θεσσαλονίκη και διακρινόταν για τις στρατιωτικές του ικανότητες. Η εντολή που του δόθηκε ήταν σαφής: προστασία των χριστιανικών πληθυσμών στον Πόντο και αποκατάσταση της τάξης στην περιοχή. Οι συμμαχικές υπηρεσίες πληροφοριών, που θεωρούσαν τον Κεμάλ επικίνδυνο, προσπάθησαν να αποτρέψουν την αποστολή του. Στις 16 Μαΐου, ημέρα αναχώρησής του για τη Σαμψούντα, οι βρετανικές Αρχές ζήτησαν από τον Νταμάντ Φερίντ να ακυρώσει τον διορισμό του. Ηταν όμως αργά. Το πλοίο όπου επέβαινε ο Κεμάλ με το επιτελείο του είχε ήδη αποπλεύσει για τον Πόντο. Το στοιχείο που εξόργισε τους Τούρκους εθνικιστές ήταν η απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη στις 16 Μαΐου. Η αποστολή αυτή αντιμετωπίστηκε ως απαράδεκτη εξέλιξη. Οι μουσουλμάνοι, είτε ήταν εθνικιστές είτε θρησκευόμενοι, δεν μπορούσαν να ανεχτούν μια τέτοια πράξη από τους παλιούς ραγιάδες, που με βάση τα θεολογικά τους κείμενα τους θεωρούσαν υποδεέστερους. Οι παλιές εθνικιστικές οργανώσεις άρχισαν να επανασυγκροτούνται, με στόχο την αντιμετώπιση των Ελλήνων και των Αρμενίων.
Το εθνικό αίσθημα των Τούρκων δεν στρεφόταν κατά των ξένων μεγάλων δυνάμεων, αλλά κατά των μειονοτήτων, που διεκδικούσαν την πολιτική τους χειραφέτηση.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Παραπολιτικά"
Οπως είναι γνωστό, οι Γερμανοί και οι Αυστριακοί σύμμαχοι των Νεότουρκων είχαν πλήρη εποπτεία των όσων είχαν διαδραματιστεί εις βάρος των χριστιανικών κοινοτήτων κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου. Με βάση τις μαρτυρίες των Γερμανών και των Αυστριακών διπλωματών, μπορούμε βάσιμα να εξαγάγουμε το συμπέρασμα ότι όχι μόνο γνώριζαν τις γενοκτονικές πράξεις των Νεότουρκων συμμάχων τους, αλλά ότι έως ένα σημείο συμμετείχαν στη Γενοκτονία των Ελλήνων, των Αρμενίων και των Ασσυρίων. Επίσης με την απόλυτη συμπαράσταση των Γερμανών είχε κηρύξει τζιχάντ (ιερό μουσουλμανικό πόλεμο) η υπό νεοτουρκικό έλεγχο Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο Στέφαν Ιριγκ (Stefan Ihrig) αναφέρει ότι πολλοί ήταν εκείνοι «…μεταξύ αυτών και ο αυτοκράτορας (σ.σ.: Κάιζερ), που σκέφτονταν ότι μια τζιχάντ υποκινημένη από και με καθοδηγητές τους Οθωμανούς θα ήταν ένας κρυφός άσος στο μανίκι κατά τον Μεγάλο Πόλεμο του 1914».
Στο πλαίσιο αυτής της οθωμανικής τζιχάντ, υπό την καθοδήγηση των κοσμικών εθνικιστών (Νεότουρκων) και με τις ευλογίες συγκεκριμένων μεγάλων χριστιανικών κρατών (Γερμανίας, Αυστρίας), έγιναν οι μεγάλες γενοκτονίες των χριστιανικών λαών της αυτοκρατορίας: των Αρμενίων, των Ελλήνων της Ανατολής κατων Ασσυρίων. Οπως δημοσιοποιήθηκε από την «Deutsche Welle» (Απρίλιος 2018), η καϊζερική, αυτοκρατορική Γερμανία «προμήθευε συστηματικά με όπλα την Οθωμανική Αυτοκρατορία για τη Γενοκτονία των Αρμενίων. Πρώσοι ανώτεροι αξιωματούχοι φαίνεται να επηρέασαν επίσης και ιδεολογικά τη μεθόδευσή της. Οι τουρκικές δυνάμεις φαίνεται να χρησιμοποιούσαν κυρίως όπλα γερμανικής κατασκευής για τη Γενοκτονία των Αρμενίων (1915-1916), σύμφωνα με νέα έρευνα. Η γερμανική βιομηχανία όπλων Mauser, που ήταν ο βασικός προμηθευτής όπλων και στους δύο Παγκόσμιους Πολέμους, είχε πωλήσει όπλα και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία για τον σκοπό της επίμαχης γενοκτονίας, η οποία έτυχε και της ενεργού υλικοτεχνικής και συμβουλευτικής υποστήριξης Γερμανών αξιωματούχων που είχαν σταλεί στην Οθωμανική Αυτοκρατορία»
Η περίοδος μετά την ανακωχή
Το διάστημα που ακολούθησε την ανακωχή του Μούδρου υπήρξε περίοδος ανασυγκρότησης για τις καθημαγμένες χριστιανικές κοινότητες. Οι παλιοί Οθωμανοί, που βρίσκονταν σε θανάσιμη σύγκρουση με τους Νεότουρκους, ανέλαβαν τη διακυβέρνηση της αυτοκρατορίας. Η οργάνωση των ακραίων Τούρκων εθνικιστών που ήταν υπεύθυνη για τις γενοκτονίες και έφερε την ονομασία «Κομιτάτο Ενωση και Πρόοδος» αυτοδιαλύθηκε τον Οκτώβριο του 1918.Η τετραετία που είχε προηγηθεί είχε αφήσει βαθιές πληγές στο σώμα των χριστιανικών κοινοτήτων. Ολόκληρες περιοχές καταστράφηκαν, εκατοντάδες χιλιάδες έχασαν τη ζωή τους, ψυχικά καταρρακώθηκαν οι επιζώντες, χιλιάδες ορφανά παιδιά εξισλαμίστηκαν, καθώς αποδόθηκαν από τις νεοτουρκικές Αρχές σε μουσουλμανικές οικογένειες. Οι Ελληνες βουλευτές στην οθωμανική Βουλή (Εμμανουηλίδης, Μεϊμάρογλου, Δημητριάδης) κατέθεσαν στις 2 Νοεμβρίου 1918 αίτημα για την καταδίκη των υπευθύνων για τις σφαγές Ελλήνων και Αρμενίων. Στο ανώτατο επίπεδο της σουλτανικής κυβέρνησης υπήρξαν φωτισμένοι Οθωμανοί που αποδέχτηκαν την ενοχή των Νεότουρκων και προσπάθησαν να τιμωρήσουν τους ενόχους. Βέβαια, οι περισσότεροι Νεότουρκοι για να αποφύγουν την τιμωρία είτε κατέφυγαν στο εξωτερικό είτε πέρασαν στην παρανομία, συγκροτώντας μικρές ληστρικές συμμορίες, που υπήρξαν οι πρώτες ομάδες υποστήριξης του Μουσταφά Κεμάλ.
Στη μεταπολεμική περίοδο, οι οθωμανικές Αρχές συνέχισαν να ασκούν τα διοικητικά τους καθήκοντα. Παρατηρήθηκε σαφής αλλαγή στη συμπεριφορά τους, όμως ήταν μάλλον επιφανειακή, στη συμπεριφορά των μεσαίων και κατώτερων διοικητικών στελεχών. Επίσης στην ύπαιθρο συνέχισε να υπάρχει ανασφάλεια λόγω της δράσης ληστρικών τουρκικών ομάδων.
Ενα σημαντικό ζήτημα που προέκυψε, κυρίως στις περιοχές του Πόντου, οφειλόταν στα προσκόμματα των τοπικών Αρχών, που προσπαθούσαν να σταματήσουν την παλιννόστηση των Ελλήνων που είχαν καταφύγει στη Ρωσία. Να σημειώσουμε ότι κατά τη διάρκεια του πολέμου περίπου 85.000 άτομα είχαν εκπατριστεί. Το διακύβευμα της επόμενης περιόδου ήταν η επούλωση των πληγών και η πολιτική αποκατάσταση των χριστιανικών κοινοτήτων. Σε πρώτη φάση, οι σύμμαχοι αποφάσισαν την τιμωρία των υπευθύνων, τη διάλυση της αυτοκρατορίας και τη δικαίωση των θυμάτων. Αυτοί οι στόχοι απασχόλησαν τις συνδιασκέψεις ειρήνης που συγκρότησαν οι σύμμαχοι.
Οι σύμμαχοι, με βάση τη συνθηκολόγηση του Μούδρου, ήταν επί της ουσίας αυτοί που κατείχαν το δικαίωμα της άμεσης στρατιωτικής επέμβασης όταν κάπου διασαλευόταν η τάξη. Το δικαίωμα αυτό το άσκησαν σε δύο περιπτώσεις τον Μάιο του 1919. Εδωσαν στην Ελλάδα την εντολή να αποβιβάσει στρατό στη Σμύρνη για να προστατεύσει τους χριστιανικούς πληθυσμούς. Να σημειωθεί ότι με την κυριαρχία των φιλογερμανικών δυνάμεων (βασιλιάς Κωνσταντίνος, Ιωάννης Μεταξάς, Βίκτωρ Δούσμανης κ.ά.) κατά την περίοδο 1915-1917, εκτός από τον διχασμό που προκάλεσαν, αδυνάτισαν τη θέση της Ελλάδας στη διεκδίκηση μεταπολεμικών ανταλλαγμάτων. Ετσι, οι μοναρχικοί ακύρωσαν τη δυνατότητα της εξ αρχής ένωσης της Ιωνίας με την Ελλάδα. Οπότε η μόνη λύση που απέμεινε ήταν η εντολή για την ασφάλεια της περιοχής. Η δεύτερη εντολή του σουλτάνου με έγκριση των συμμάχων δόθηκε στον Οθωμανό αξιωματικό Μουσταφά Κεμάλ πασά, που είχε γεννηθεί στη Θεσσαλονίκη και διακρινόταν για τις στρατιωτικές του ικανότητες. Η εντολή που του δόθηκε ήταν σαφής: προστασία των χριστιανικών πληθυσμών στον Πόντο και αποκατάσταση της τάξης στην περιοχή. Οι συμμαχικές υπηρεσίες πληροφοριών, που θεωρούσαν τον Κεμάλ επικίνδυνο, προσπάθησαν να αποτρέψουν την αποστολή του. Στις 16 Μαΐου, ημέρα αναχώρησής του για τη Σαμψούντα, οι βρετανικές Αρχές ζήτησαν από τον Νταμάντ Φερίντ να ακυρώσει τον διορισμό του. Ηταν όμως αργά. Το πλοίο όπου επέβαινε ο Κεμάλ με το επιτελείο του είχε ήδη αποπλεύσει για τον Πόντο. Το στοιχείο που εξόργισε τους Τούρκους εθνικιστές ήταν η απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη στις 16 Μαΐου. Η αποστολή αυτή αντιμετωπίστηκε ως απαράδεκτη εξέλιξη. Οι μουσουλμάνοι, είτε ήταν εθνικιστές είτε θρησκευόμενοι, δεν μπορούσαν να ανεχτούν μια τέτοια πράξη από τους παλιούς ραγιάδες, που με βάση τα θεολογικά τους κείμενα τους θεωρούσαν υποδεέστερους. Οι παλιές εθνικιστικές οργανώσεις άρχισαν να επανασυγκροτούνται, με στόχο την αντιμετώπιση των Ελλήνων και των Αρμενίων.
Το εθνικό αίσθημα των Τούρκων δεν στρεφόταν κατά των ξένων μεγάλων δυνάμεων, αλλά κατά των μειονοτήτων, που διεκδικούσαν την πολιτική τους χειραφέτηση.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Παραπολιτικά"
En